• ΝΕΑ
  • ΤΑΙΝΙΕΣ
  • ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ
  • ΠΡΟΣΕΧΩΣ
  • ΝΥΧΤΕΣ ΠΡΕΜΙΕΡΑΣ
  • ATHENS OPEN AIR
  • ΤΑΙΝΙΟΘΗΚΗ

  • AOAFF 2026
  • ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ
  • ΑΤΖΕΝΤΑ
NEWSLETTER

When doves cry: Ενα αποχαιρετιστήριο κείμενο για τον Πρινς

21 Απρ 2016 | Θέματα | 0 comments

Με αφορμή τον αιφνίδιο, σοκαριστικό χαμό ενός από τους αδιαφιλονίκητους γίγαντες της μοντέρνας μουσικής, θυμόμαστε τον Πρινς και ένα μέρος της τεράστιας πολιτιστικής συνδρομής του δημοσιεύοντας αποσπάσματα από ένα κομμάτι που είχε δημοσιευτεί στο περιοδικό ΣΙΝΕΜΑ, την εποχή που το άλμπουμ και η ταινία «Purple Rain» συμπλήρωναν ακριβώς τριάντα χρόνια από την πρώτη τους κυκλοφορία.
Συντάκτης: Λουκάς Κατσίκας
ΜΟΙΡΑΣΟΥ ΤΟ

Τριάντα χρόνια αργότερα, η σχεδόν αυτοβιογραφική ταινία «Purple Rain» φιγουράρει ως μία από τις πιο χαρακτηριστικές της εποχής της (δεκαετία ’80) με αρχικό τζίρο εισιτηρίων στις αίθουσες 80 εκατομμυρίων δολαρίων. Σήμερα, η εισπρακτική επιτυχία της ταινίας δεν προκαλεί έκπληξη, σχετικά με το πόσο «ασήμαντη» καλλιτεχνικά ήταν.

Ήταν το τεράστιο βίντεο κλιπ που εξωράιζε ένα μύθο στη γέννησή του. Και φυσικά, ήταν η ταινία που συνόδευε ένα από τα πιο σημαντικά άλμπουμ εκείνης της δεκαετίας και το έκτο πιο εμπορικό σάουντρακ όλων των εποχών στην Αμερική, βραβευμένο και με το αγαλματάκι της Ακαδημίας. Με άλλα λόγια, η ταινία δεν γινόταν να μην γίνει τόσο μεγάλο χιτ: επικύρωνε την συντριπτική μυθοποίηση ενός σταρ έστω και με έναν σχηματικό τρόπο.

Η επιτυχία του Πρινς με το «Purple Rain» ήρθε ως ένα φυσικό ραντεβού του με το κυρίαρχο ρεύμα της ποπ. Μετά από πέντε άλμπουμ, από το 1978 που ξεκίνησε, ο Πρινς κατάφερε πολλαπλούς στόχους με την παγκόσμια επιτυχία του δίσκου: επέβαλλε στο ευρύ ακροατήριο τη φόρμουλα του p-funk, της ιδιότυπης εκείνης ποικιλίας σκληρής ρυθμικής σόουλ με δάνεια από την παράδοση του έγχρωμου ροκ.

Ανταγωνίστηκε στα ίσα το «Thriller» του Μάικλ Τζάκσον, που μόλις είχε κατακτήσει το γαλαξία με την αστική, λαμπερή σόουλ του Κουίνσι Τζόουνς. Έγινε το αντίπαλο δέος του Γουάκο σε όλα τα ντιμπέιτ της υφηλίου και αν ο πρώτος αποτελούσε τον μόνιμο κονφερασιέ του MTV, το χαϊδεμένο παιδί-θαύμα που γιορτάζει τη μερεφηβική του δόξα, ο δεύτερος κατάφερε να γίνει ο σταρ – ίντριγκα, ο αυτοδημιούργητος ευφυής και ταλαντούχος μουσικός που έστησε μόνος του το πριγκιπάτο του στη Μιννεάπολη.

Ο Νέλσον Τζορτζ, ο σημαντικότερος ίσως συγγραφέας – κριτικός της μαύρης μουσικής κουλτούρας, έγραψε ότι «κανένας άλλος μαύρος μουσικός μετά τον Λιτλ Ρίτσαρντ δεν έπαιξε με τις ετεροσεξουαλικές ευαισθησίες της μαύρης Αμερικής τόσο φαντασμαγορικά».

Κατάφερε να επιβάλλει μία εικόνα δανδή που δεν αντλούσε την αισθητική της ούτε (μόνο) από τα φρικιά των Parliament, ούτε (μόνο) από την ψυχεδέλεια, ούτε (μόνο) από τους νεορομαντικούς και τον Kid Creole που δοξάζονταν ως πρωτοπόροι από τους φασιονίστας της εποχής.

Έφτιαξε ένα ρόστερ καλλιτεχνών γύρω του, που σύντομα αποδείχτηκε ότι είχαν το εκτόπισμα βόμβας στην αμερικανική σκηνή της σόουλ με τον ήχο της Μινεάπολης να μολύνει μέχρι και την οικογένεια των Τζάκσον μέσω της εισβολής των Τζμ & Λιούις στα στούντιο όπου ηχογραφούσε η Τζάνετ. Πάντα οι μιμητές του Πρινς και του p-funk ήταν πολλοί περισσότεροι από κείνους του Μάικλ Τζάκσον.

Πολλαπλά, το «Purple Rain» λειτούργησε πρακτικά και συμβολικά ως απελευθερωτικό της ενέργειας του Πρινς ο οποίος βέβαια είχε ήδη κατοχυρωθεί ως ένας από τους καλύτερους τραγουδοποιούς της αμερικανικής μουσικής, ειδικά με τα άλμπουμ «Dirty Mind» και «1999».

Ο Πρινς Ρότζερ Νέλσον (όπως είναι το πραγματικό όνομά του) γεννήθηκε σε μία οικογένεια μαύρων μουσικών γονιών (και όχι ιταλίδας μητέρας όπως παραπλανητικά είχε ο ίδιος αφήσει να εννοηθεί), ήταν πάντα περφεξιονιστής στις κινήσεις του, ακόμα και στις πρώτες διαπραγματεύσεις του με την Warner για την υπογραφή του συμβολαίου του.

Η Warner του έδωσε πλήρη και αποκλειστικό έλεγχο στο καλλιτεχνικό υλικό του – εντυπωσιακή γενναιοδωρία εκ μέρους μιας συντηρητικής πολυεθνικής που φημιζόταν για το στενό ελεγκτικό μαρκάρισμα που έκανε στους καλλιτέχνες της. Πόσω μάλλον αν αναλογιστεί κανείς ότι ο Πρινς χτύπησε την πόρτα της Warner μόλις στα δεκαεπτά χρόνια του!

Η Warner είχε εκτιμήσει απόλυτα σωστά ότι υπογράφει έναν τύπο που μπορεί και να ξεφύγει από το στάτους ενός μέσου σταρ και να γίνει ένας μουσικός που θα άλλαζε τη μουσική εικόνα της Αμερικής μέσα στα επόμενα χρόνια.

Μουσικά, τα τραγούδια του Πρινς ήταν ενορχηστρωμένα με έναν σκελετικό, απογυμνωμένο στα βασικά συστατικά του, ήχο, πολύ κοντά στο φανκ που επέβαλλε ο Ρικ Τζέιμς (ο άλλος μεγάλος καλλιτεχνικός ανταγωνιστής του, αλλά και επιρροή του). Ωστόσο, η φωνή του είναι αυτή που έκανε τη διαφορά – μεταπηδούσε από το φαλτσέτο στο γρύλισμα και πάλι πίσω, με έναν τρόπο που αντλούσε την μαγεία της από τη γκόσπελ μουσική αλλά ξέφευγε πέρα από αυτή και έμπαινε στα χωράφια του ψυχεδελικού ροκ.

Έπαιζε όλα τα όργανα μόνος του και ερμήνευε τα τραγούδια του με έναν ευθέως σεξουαλικό τρόπο: ο Πρινς δεν αρκούνταν στους υπαινιγμούς. Εκδήλωνε με όλη την αμφισβητούμενη εκφραστική λαχτάρα τις ορμές και τις επιθυμίες του που ποτέ δεν καταγράφηκαν ως κομψές. Ακριβώς όπως δηλαδή, είχαν καταγραφεί επί σκηνής και επί βινυλίου οι ζωώδεις κραυγές ζευγαρώματος του Τζέιμς Μπράουν και οι χαοτικές, πληθωρικές στύσεις του Τζίμι Χέντριξ που χρησιμοποιούσαν την κιθάρα ως άλλοθι.

«We can fuck until the dawn / Erotic city come along»

O Πρινς, όπως και όλοι οι ποπ σταρ που είχαν γαλαξιακές φιλοδοξίες πριν και μετά από αυτόν, έπαιξε με το θέμα της σεξουαλικότητάς του, αντλώντας πόντους δημοφιλίας όσο προκαλούσε το ερώτημα μέσα στο ακροατήριό του: είναι ή δεν είναι γκέι;

Παρότι η προσωπική ζωή του ήταν ένα πυρετώδες μπαράζ από φλερτ ανάμεσα σε γυναίκες – στόχους που μονίμως βρίσκονταν γύρω του, ο ίδιος έκανε τα πάντα να ενισχύει και να προκαλεί συχνά την αμφισβήτηση, πρώτα με την εικόνα του (ένα ανδρογυνικό, θολό πλάσμα) και με τις κινήσεις του (συμβολικά υπαινικτικές περί του πώς χειρίζεται σεξουαλικά το σώμα του).

Ο Νέλσον Τζορτζ, ο σημαντικότερος ίσως συγγραφέας – κριτικός της μαύρης μουσικής κουλτούρας, έγραψε ότι «κανένας άλλος μαύρος μουσικός μετά τον Λιτλ Ρίτσαρντ δεν έπαιξε με τις ετεροσεξουαλικές ευαισθησίες της μαύρης Αμερικής τόσο φαντασμαγορικά».

Ο Πρινς εμφανιζόταν με στρινγκ επί σκηνής, μιλούσε ανοιχτά υπέρ του στοματικού έρωτα, προσομοιάζοντας μονίμως στις εμφανίσεις του φαλλούς αντί μικροφώνων ή κιθαριστικών τάστων και έπαιρνε θηλυκές ερωτικές στάσεις.

Ο Πρινς άγγιξε με το «Purple Rain» ένα καλλιτεχνικό απόγειο που ελάχιστοι εκπρόσωποι της μουσικής κατάφεραν μέσα στον 20ό αιώνα και έσπρωξε κάθε αντίληψη περί «μαύρου ήχου» πολύ μπροστά από την εποχή της.

Οι τίτλοι των τραγουδιών του από το 1978 και μετά είναι ευθέως σεξουαλικοί: «Soft And Wet» (1978), «I Wanna Be Your Lover» (1979), «Head» (1980), αλλά και «If I Was Your Girlfriend» (1987) αργότερα, όταν ως σούπερ σταρ αισθανόταν ότι βρίσκεται σε θέση ισχύος απέναντι σε ένα κοινό που με αδηφάγα επιθυμία κατανάλωνε οτιδήποτε σεξουαλικό προερχόταν από τον Πρινς, προς πάσα κατεύθυνση.

Η απόλυτη διαφοροποίηση του Πρινς από τους υπόλοιπους σόουλ σταρ της εποχής του ήταν ακριβώς το ευθύ σεξουαλικό ρίσκο του. Ενώ ο μέσος ερωτικός σόουλ καλλιτέχνης εστιάζει στις ηδονές και στη μεγιστοποίηση της αίσθησης σε ένα ευχάριστο φόντο, ο Πρινς, δανειζόμενος τις αιχμές του φανκ, εστίασε στην ακραία αίσθηση της σεξουαλικότητας, σε αυτήν που υπάρχουν και σκοτεινές πλευρές, πέρα από τις ηδονιστικές.

Στο «Darling Nikki», από το άλμπουμ «Purple Rain», αφηγείται τη γνωριμία του με μια κοπέλα που τον ανεβάζει στο δωμάτιό της στο ξενοδοχείο που έχει μέσα κάθε είδους ερωτικό βοήθημα και εργαλείο. Πέραν του ότι η Νίκι τού προσφέρει μία μνημειώδη σεξουαλική εμπειρία, τη χάνει μυστυριωδώς το επόμενο πρωί και ουρλιάζει, καλώντας την να επιστρέψει, λες και έχει μολυνθεί από την αύρα της, αλλά το μόνο που επιστρέφει σε αυτόν είναι το οδυνηρό γρύλισμά του.

Το αμερικανικό κοινό ποτέ δεν μπόρεσε να κατονομάσει ως φανκ το μουσικό και οπτικό υβρίδιο του Πρινς. Ο τύπος και το ακροατήριο (το Rolling Stone ειδικά) αναφέρονταν στα επιτεύγματα του Πρινς ως έναν ακόμα θρίαμβο του ροκ εν ρολ, προφανώς πατώντας και σε ένα από τα σινγκλ που βγήκαν από αυτό, το ξεκάθαρο φουτουριστικό ροκ uptempo «Let’s Go Crazy».

Ριζωμένο βαθιά το στερεότυπο που θέλει έναν σόουλμαν, απλά να έχει την εικόνα του ερωτοχτυπημένου, δεν μπορούσε να δεχτεί ότι είναι η ίδια παράδοση που εξέθρεψε και τους «επικίνδυνους» Τζέιμς Μπράουν και Σλάι Στόουν.

Πιστός σε αυτή την παράδοση, ένδοξος συνεχιστής και επαναστατικός ανανεωτής της, ο Πρινς άγγιξε με το «Purple Rain» ένα καλλιτεχνικό απόγειο που ελάχιστοι εκπρόσωποι της μουσικής κατάφεραν να αγγίξουν μέσα στον 20ό αιώνα (οι Μπιτλς και ο Ντίλαν ίσως να ήταν δυο παραδείγματα) και έσπρωξε κάθε αντίληψη περί «μαύρου ήχου» πολύ μπροστά από την εποχή της.

Μαζί με το «Sign of the Times», το εκπληκτικό διπλό άλμπουμ που κυκλοφόρησε το 1987, τρία χρόνια μετά την δικαιωμένη δισκογραφικά από κοινό και κριτικούς «Πορφυρή Βροχή» του, ο Πρινς έκλεινε την πιο θριαμβευτική περίοδο της καριέρας του και μαζί με αυτήν μια ολόκληρη δεκαετία κομφορμισμού και καπιταλιστικής μανίας στα οποία ο τραγουδιστής απαντούσε με ένα αυθάδικο κάλεσμα στον ηδονισμό, την αταξία και τη λύτρωση μέσω της πιο συναρπαστικής μουσικής. Αυτός ήταν ο Πρινς και αυτός θα είναι πάντα!

ΜΟΙΡΑΣΟΥ ΤΟ