Όταν το 1967 οι Velvet Underground κυκλοφορούσαν το επαναστατικό ντεμπούτο άλμπουμ τους, με την περίφημη μπανάνα του Άντι Γουόρχολ στο εξώφυλλο και με τραγούδια που μιλούσαν για την ηρωίνη, τον σαδομαζοχισμό, το ψωνιστήρι, μια εκκωφαντική έκρηξη σουπερνόβα σημειώθηκε στο μουσικό σύμπαν. Και τα κομμάτια της έφτασαν σε εκατομμύρια ανθρώπους στον κόσμο. Πολλοί από αυτούς (όπως ο Τζόναθαν Ρίτσμαν των Modern Lovers, που εμφανίζεται στο φιλμ) έσπευσαν να φτιάξουν τα δικά τους συγκροτήματα, άλλοι δεν ξανάκουσαν μουσική με τον ίδιο τρόπο που είχαν συνηθίσει και κανείς δεν ξεπέρασε ποτέ μέχρι σήμερα τον αντίκτυπο που είχε το πέρασμα της βελόνας στα αυλάκια του συγκεκριμένου δίσκου.
Όλα αυτά τα αναφέρω, προσπαθώντας να μεταδώσω κάτι από την ιερή ανατριχίλα που προκαλούν οι πρώτες νότες του «Venus in Furs» στους τίτλους της ταινίας, καθώς το όνομα των Velvet Underground εμφανίζεται αργά στην οθόνη. Το ντοκιμαντέρ που ετοίμασε ο Τοντ Χέινς για το θρυλικό συγκρότημα, και για εκείνη τη συναρπαστική εποχή που το γέννησε, επιφυλάσσει πληθώρα από τέτοιες ανατριχίλες όπως και ένα καλειδοσκόπιο εικόνων και ήχων που για να το αφομοιώσει πλήρως ο θεατής θα χρειαστεί πιθανόν να δει την ταινία παραπάνω της μίας φοράς.
Αυτό τον τρόπο επιλέγει ο Τοντ Χέινς για να κλείσει μέσα σε ένα πολύτιμο κινηματογραφικό δίωρο όχι μια τυπική μουσική βιογραφία αλλά το χρονικό μιας μυθικής πλέον εποχής και των υπέροχων καταραμένων που την έφτιαξαν και την κατοίκησαν. Γιατί εκτός από τον Λου Ριντ, τον Τζον Κέιλ, τον Στέρλινγκ Μόρισον και τη Μο Τάκερ, τα τέσσερα μέλη δηλαδή των Velvet Underground, η ταινία μιλάει για τον Άντι Γουόρχολ και τον avant garde σκηνοθέτη Τζόνας Μίκας (στον οποίο, άλλωστε, αφιερώνεται), για τον Άλαν Γκίνσμπεργκ, τη Μάγια Ντέρεν, τον Γουίλιαμ Μπάροουζ και όλους εκείνους τους αντάρτες της πόλης που με την τέχνη τους είπαν το οριστικό αντίο στον παλιό, παραδοσιακό κόσμο και μετέτρεψαν τη Νέα Υόρκη των sixties στο πιο συναρπαστικό μέρος για να ζει και να δημιουργεί κανείς.

Με τα δερμάτινα μαύρα ρούχα και τα σκούρα τους γυαλιά, οι Velvet Underground γίνονται οι ήρωες που μέχρι πρότινος έλειπαν από το σινεμά των outsiders που υπηρετεί ο Τοντ Χέινς
Μέσα από τα φτηνά διαμερίσματα, τους καπνούς από τον υπόγειο, τους θορυβώδεις δρόμους, τα αθέατα μπαρ και τις αποθήκες αυτής της Νέας Υόρκης δημιουργήθηκε ο πυρήνας ενός ριζοσπαστικού καλλιτεχνικού κινήματος που είχε ως ιδανική ηχητική αντιπροσωπεία του τους μετεωρικούς Velvet Underground: μια ομάδα ανθρώπων ενωμένων από την επιθυμία τους να εξερευνήσουν τα όρια της μουσικής και τη δυνατότητα οι στίχοι να πηγάζουν κατευθείαν από τις φλέβες και τα σωθικά.
Με την πειραματική του διάθεση, το εκπληκτικό αρχειακό υλικό, τον Τζον Κέιλ και τη Μο Τάκερ να μιλούν ως μοναδικοί πλέον επιζήσαντες της μπάντας, τη φωνή του Λου Ριντ να διηγείται και να σχολιάζει και ένα ασταμάτητο οπτικοακουστικό ψηφιδωτό που προσπαθεί να διασχίσει και ταυτόχρονα να συμπιέσει τον χρόνο, το παλλόμενο φιλμ του Χέινς μοιάζει στιλιστικά σαν να ξεπήδησε από την περίοδο που επικαλείται. Δεν νιώθει υποχρεωμένο να μας εξηγήσει πού ακριβώς συναντάται η σπουδαιότητα του συγκροτήματος και να αναλωθεί σε παρόμοιες πληροφορίες. Το μόνο που επιθυμεί είναι να υποβάλλει τα σέβη του στους αγαπημένους του περιθωριακούς.
Με τα δερμάτινα μαύρα ρούχα και τα σκούρα τους γυαλιά, οι Velvet Underground γίνονται οι ήρωες που μέχρι πρότινος έλειπαν από το σινεμά των outsiders και των απροσάρμοστων οι οποίοι εμπνέουν σταθερά τόσα χρόνια τη φιλμογραφία του Τοντ Χέινς. Άξιος απόγονος όλων αυτών των μποέμ που βλέπουμε να παρελαύνουν ως θεσπέσια φαντάσματα επί οθόνης, ο σκηνοθέτης υποκλίνεται σεβαστικά μπροστά τους. Και με το «All Tomorrow's Parties» που βάζει να ακουστεί στο τέλος της ταινίας, είναι σαν να αφήνει να του ξεφύγει μαζί και ένας αναστεναγμός για όλους τους ένδοξους αναχωρήσαντες.
Το ΣΙΝΕΜΑ / cinemagazine.gr ταξιδεύει στις Κάννες με την AEGEAN και σας προσφέρει καθημερινές ανταποκρίσεις. Το 74o Φεστιβάλ Κινηματογράφου Καννών διεξάγεται μεταξύ 6 – 17 Ιουλίου 2021.






