• ΝΕΑ
  • ΤΑΙΝΙΕΣ
  • ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ
  • ΠΡΟΣΕΧΩΣ
  • ΝΥΧΤΕΣ ΠΡΕΜΙΕΡΑΣ
  • ATHENS OPEN AIR
  • ΤΑΙΝΙΟΘΗΚΗ

  • AOAFF 2026
  • ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ
  • ΑΤΖΕΝΤΑ
NEWSLETTER

To Εξπρές Του Μεσονυχτίου: Επόμενη στάση: Κόλαση

6 Οκτ 2018 | Θέματα | 0 comments

Οι θιασώτες του έκαναν λόγο για έναν ύμνο στην ανθρώπινη θέληση και αξιοπρέπεια, ενώ οι υπόλοιποι δεν είδαν τίποτα περισσότερο από ένα σχηματικό, ακραία ρατσιστικό και πιθανόν ομοφοβικό κρεσέντο βίας. Τριάντα χρόνια μετά την πρώτη του προβολή και με αφορμή την επετειακή κυκλοφορία του σε DVD, το Εξπρές Του Μεσονυχτίου ταξιδεύει ξανά στη χώρα του σκανδάλου, όπου ποτέ δεν σταμάτησε να κατέχει δεσπόζουσα θέση.
Συντάκτης: Χριστίνα Λιάπη
ΜΟΙΡΑΣΟΥ ΤΟ

Από τον Κωνσταντίνο Σαμαρά


Το τρένο της μεγάλης φυγής
Κάθε σώφρων κινηματογραφόφιλος θα συμφωνούσε και θα επαύξανε ότι υπάρχουν πολλοί λόγοι για τους οποίους ο Ολιβερ Στόουν θα έπρεπε εδώ και χρόνια να μοιράζει συγγνώμες δεξιά και αριστερά: η συστηματική τρικυμία εν κρανίω σε βαθμό κακουργήματος νομίζω ότι είναι αρκετή. Ωστόσο, όταν ο σκηνοθέτης του «Πλατούν» και του «Γεννημένος Την 4η Ιουλίου» επισκέφθηκε την Τουρκία με σαφώς απολογητικές διαθέσεις πριν από περίπου τρία χρόνια, κάποιο άλλο, πολύ παλιότερο γραμμάτιο έπρεπε να ξεχρεώσει. Τόσο παλιό που οι απαρχές του εντοπίζονται περί τον Οκτώβριο του 1970, στο αεροδρόμιο της Κωνσταντινούπολης. Ας μεταφερθούμε εκεί για να καταλάβουμε πώς ξεκίνησαν όλα, αφήνοντας για λίγο στη στάση βρεγμένης γάτας τον συμπαθή Ολιβερ.


Ο ήρωας μας ονομάζεται Μπίλι Χέις, είναι Αμερικανός φοιτητής που μόλις ολοκλήρωσε τις διακοπές του στην Τουρκία και, όπως κάθε άνθρωπος με γούστο, εκτίμησε τις τιμές και την ποιότητα «μαύρου» της γείτονος χώρας. Μόνο που, παρασυρμένος όπως φαίνεται από τις επιταγές περί επιστροφής στη φύση που πολύ φοριόντουσαν τότε, το παράκανε λίγο στο shopping. Και τώρα, πώς περνάς δυόμισι κιλά αγαπητού πλην παρεξηγημένου χόρτου κάτω από τα μάτια των τουρκικών αρχών; Πάντως ο Μπίλι είναι ο λιγότερο κατάλληλος για να σου δώσει οδηγίες. Το αμερικανάκι θα πέσει στην παγίδα του νόμου, θα δικαστεί για κατοχή ναρκωτικών και θα καταδικαστεί σε τέσσερα χρόνια φυλάκιση. Κομματάκι αυστηρό πλην αναμενόμενο; Μη βιάζεστε. Επανεξετάζοντας την υπόθεση το 1974, το Ανώτατο Δικαστήριο της Αγκυρας θα τον κρίνει ένοχο για διακίνηση ναρκωτικών και, μέσα σε ένα κλίμα υπερβάλλοντος ζήλου που δεν είναι του παρόντος να αναλύσουμε, θα μετατρέψει την ποινή του σε ισόβια. Βρίσκοντας το σχεδόν ανεξήγητο σθένος να κρατήσει την ψυχραιμία του, ο Χέις θα εκφωνήσει έναν κάπως κατευναστικό λόγο και θα πετύχει τη μείωση της ποινής του σε τριάντα χρόνια.


Οπως και να χει, η νέα τροπή των πραγμάτων σχηματίζει μόνο μια λέξη στο μυαλό του Χέις: απόδραση. Την οποία και θα πραγματοποιήσει με επιτυχία ένα χρόνο μετά, χάρη σε ένα καλά οργανωμένο σχέδιο που θα τον φέρει σώο και αβλαβή μέχρι τις ελληνικές ακτές, και από κει πίσω στα πάτρια εδάφη. Ενας καταδικασμένος (σχεδόν) σε θάνατο δραπέτευσε και το 1977 θα αποτυπώσει στο χαρτί το πέρασμά του από την κόλαση των τουρκικών φυλακών, όσο είναι ακόμη νωπό: το «Εξπρές Του Μεσονυχτίου» που πήρε το όνομά του από μια αργκό έκφραση της φυλακής για την απόδραση, θα μοσχοπουλήσει και θα προκαλέσει το απαραίτητο σοκ, ώστε η εταιρεία Columbia να καπαρώσει χωρίς καθυστερήσεις τα δικαιώματα κινηματογραφικής μεταφοράς.


Κάπου εδώ μπαίνει επιτέλους (;) στην ιστορία μας ο Ολιβερ Στόουν, παντελώς άγνωστο φυντανάκι της κινηματογραφικής βιομηχανίας που προσπαθούσε να προωθήσει ένα κάποιο σενάριο για τον πόλεμο του Βιετνάμ (ναι, το μετέπειτα «Πλατούν»). Αφού ξεκοκαλίσει το βιβλίο, ο 32χρονος Στόουν θα κλείσει τον Μπίλι Χέις σε ένα δωμάτιο ξενοδοχείου, θα τον υποβάλει σε μια συνέντευξη-ανάκριση μιας εβδομάδας και έπειτα θα στρωθεί στη συγγραφή ενός σεναρίου ακραία βίαιου και προβοκατόρικου «πάνω στην απανθρωπιά του ανθρώπου προς άνθρωπο». Απόλυτος συμπαραστάτης του θα είναι εξαρχής ο σκηνοθέτης της ταινίας Αλαν Πάρκερ, του οποίου το αξιοπερίεργο γκαγκστερικό μιούζικαλ «Βugsy Μalone» είχε προσφάτως προκαλέσει μια σχετική αίσθηση. Τη στιγμή που οι Στόουν-Πάρκερ δημιουργούσαν χέρι χέρι, βεβαίως, κανείς δεν μπορούσε να υποψιαστεί ότι ο συνδυασμός τους ισοδυναμούσε με νιτρογλυκερίνη, και μάλιστα κακής ποιότητας.


Μοναδικό συστατικό που έλειπε πια από το εκρηκτικό κοκτέιλ ήταν ο άνθρωπος που θα υποδυόταν τον Μπίλι Χέις. Και ενώ οι αρχικές σκέψεις του Ρίτσαρντ Γκιρ και του Τζον Τραβόλτα έμοιαζαν οι επικρατέστερες, οι ιθύνοντες της ταινίας κατέληξαν στον γνωστό από την τηλεόραση Μπραντ Ντέιβις, ηθοποιό με αναμφισβήτητο ταλέντο και μαγνητικό παρουσιαστικό, που ήδη έδινε όμως μια κρυφή μάχη με τον εθισμό του στα βαριά ναρκωτικά, αλλά και την περιφρούρηση της ομοφυλοφιλίας του. Τα δύο συστατικά που άμεσα ή έμμεσα κυριαρχούσαν στο «Εξπρές Του Μεσονυχτίου» ήταν και αυτά που θα έβαζαν πρόωρο τέλος στις φιλοδοξίες και, λίγο αργότερα, στη ζωή του Ντέιβις, που το 1991 θα έμπαινε στη λίστα των θυμάτων του AIDS.


Εδώ είναι Τουρκία, μάγκα μου!
Τα γυρίσματα ήταν έτοιμα να ξεκινήσουν, όχι βέβαια στις αυθεντικές τοποθεσίες των πραγματικών γεγονότων (η Τουρκία αρνήθηκε να δώσει άδεια γυρισμάτων), αλλά στη φιλόξενη Μάλτα. Μέσα σε πενήντα πέντε ημέρες, οι περισσότεροι συντελεστές της ταινίας -μεταξύ των οποίων και ο ίδιος ο Αλαν Πάρκερ- θα έβγαιναν σωματικά και ψυχικά νοκ άουτ, κάνοντας ομόφωνα λόγο για τα πιο σκληρά γυρίσματα στα οποία έχουν συμμετάσχει ποτέ. Φτιαγμένο σε ατμόσφαιρα-κόλαση, αντάξια του περιεχομένου του, το «Εξπρές Του Μεσονυχτίου» θα ξεκινούσε το αναπόφευκτα σκανδαλώδες ταξίδι του από το φεστιβάλ Καννών του 1978. Μια ιστορική πρώτη προβολή που θα συνοδευτεί από παρατεταμένο χειροκρότημα, μια από τις πιο ηλεκτρισμένες συνεντεύξεις Τύπου στην ιστορία του φεστιβάλ και ο άμεσος στιγματισμός της ταινίας ως ρατσιστικής από μεγάλη μερίδα της κριτικής έκαναν την τουρκική κυβέρνηση να θέσει αστραπιαία ένα ιδιότυπο βέτο κατά της ταινίας, με επίσημο έγγραφο του υπουργείου Εξωτερικών.


Ο τουρκικός δάκτυλος θα πετύχαινε ίσως τον παραγκωνισμό του «Εξπρές» από τα βραβεία του φεστιβάλ, αλλά θα λειτουργούσε και ως δωρεάν διαφημιστική καμπάνια της ταινίας στην παγκόσμια αγορά. Με δούρειο ίππο τούς ίδιους τους πολέμιούς του, το «Εξπρές» θα σάρωνε τα ταμεία των μεγαλύτερων ευρωπαϊκών αγορών και φυσικά της Ελλάδας, όπου τα γνωστά και μη εξαιρετέα αντιτουρκικά αντανακλαστικά βρήκαν βούτυρο στο ξεροκόμματό τους. Την ίδια στιγμή η αμερικανική κριτική έσφαζε την ταινία χωρίς αναισθητικό, με την Πολίν Καέλ να δίνει ρέστα χαρακτηρίζοντάς την κάτι σαν «πορνό φαντασίωση για τη θυσία μιας παρθένας». Κάτι που διόλου δεν εμπόδισε το «Εξπρές» να χτυπήσει έναν τζίρο περίπου 100 εκ. δολαρίων, αλλά και έξι οσκαρικές υποψηφιότητες, κερδίζοντας στις κατηγορίες σεναρίου και μουσικής.


Προς τι όλη η βαβούρα όμως; Ας γυρίσουμε στην ίδια την ταινία. Αποφασισμένοι να μετατρέψουν την πολύ πιο ισορροπημένη μαρτυρία του Χέις σε ένα πέρασμα του άσπιλου all American ήρωα από ένα σύμπαν αποτελούμενο αποκλειστικά από κτήνη, ο Ολιβερ Στόουν και δευτερευόντως ο Αλαν Πάρκερ απλώς είχαν οργιάσει. Χωρίς καμία εξαίρεση, οι Τούρκοι απεικονίζονταν ως μοχθηρά, σαδιστικά κτήνη (προσθέστε όσα ακόμη «φωσκολικά» θέλετε). Η ομολογημένη από τον πραγματικό Χέις ομοφυλοφιλική σχέση με έναν Σουηδό συγκρατούμενό του μετατρεπόταν στην ταινία σε ερωτική προσέγγιση από τον τελευταίο, που φυσικά αποκρουόταν από τον άσπιλο ήρωα με ύφος μυξοπαρθένας. Η αναίμακτη, άψογα οργανωμένη απόδραση από τις τουρκικές φυλακές είχε αντικατασταθεί από μια βίαιη εκδίκηση, με ολοφάνερες ομοφοβικές προεκτάσεις. Και η νηφάλια ομιλία του Χέις στο δικαστήριο είχε μεταμορφωθεί στο εξής παραλήρημα: «Ο Ιησούς Χριστός συγχώρησε όλους τους μπάσταρδους, αλλά εγώ δεν μπορώ! Σας μισώ! Σας μισώ! Μισώ το έθνος σας! Και μισώ το λαό σας! Και σας γαμάω τις κόρες και τους γιους επειδή είναι γουρούνια! Είστε όλοι γουρούνια».


Το τελευταίο τρένο για την Κωνσταντινούπολη
Με το πέρασμα του χρόνου, η υστερία γύρω από το «Εξπρές Του Μεσονυχτίου» μπορεί να καταλάγιασε, αλλά τα «εύσημα» της ταινίας που αμαύρωσε όσο καμία άλλη την εικόνα ενός κράτους δεν άλλαξαν ποτέ χέρια. Εχοντας διαπιστώσει ότι η χιονοστιβάδα του σκανδάλου συμπαρέσυρε τη φήμη του στην Τουρκία, ο Μπιλ Χέις επιχείρησε κατά καιρούς να αποκαταστήσει το κλίμα, άλλοτε υπερασπιζόμενος αμήχανα την ταινία με μαργαριτάρια του στυλ «Το μήνυμα στο Εξπρές Του Μεσονυχτίου δεν ήταν μην πάτε στην Τουρκία αλλά μην είστε βλάκες και μπλεχτείτε σε υπόθεση ναρκωτικών όπως εγώ» και άλλοτε θυμίζοντας (ορθά) ότι ο Στόουν είχε παραποιήσει την προσωπική του μαρτυρία.


Και κάπως έτσι η ιστορία μας κλείνει τον κύκλο της, για να ξαναβρεί τον άνθρωπο-πέτρα του σκανδάλου εκεί όπου τον είχε αφήσει: να ζητά συγγνώμη από την Τουρκία και να λαμβάνει τη διαβεβαίωση ότι δεν είναι πια persona non grata στη χώρα. Μόνο αυτό; Κατά διαβολική σύμπτωση, την εποχή της ιστορικής συγγνώμης οι γείτονές μας ξεκινούσαν επισήμως τις συζητήσεις τους για την ένταξη στην Ευρωπαϊκή Ενωση, με την όχι-και-τόσο-διακριτική υπερατλαντική υποστήριξη. Αλλά τι σημασία έχουν αυτά, εδώ ο Ολιβερ παραδέχτηκε ότι ναι, «υπερ-δραματοποίησε» (sic) τα γεγονότα, αλλά και οι διάφορες ενώσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων, λέει, τα ίδια υποστήριζαν (όπως το ότι ο Χέις δεν ήταν ομοφυλόφιλος, ας πούμε;). Και από την άλλη, μια σύντομη επίσκεψή του το 1974 στην Τουρκία του είχε δώσει την εντύπωση ενός μέρους… «πολύ Οθωμανικού». Τελικά οι απόψεις μερικών ανθρώπων μπορεί να τρέχουν σαν το εξπρές, αλλά το μυαλό τους βρίσκεται στα ίδια μαύρα μεσάνυχτα.



  • 30 χρόνια στο ίδιο κελί
    Η ταινία κυκλοφορεί σε επετειακή DVD έκδοση με τίτλο «Μidnight Express: Anniversary Εdition» που περιλαμβάνει ηχητικό σχολιασμό από τον σκηνοθέτη και εκτενές ντοκιμαντέρ από τα γυρίσματα.

Γιατί το Εξπρές Του Μεσονυχτίου είναι μια καλή ταινία
Το «Εξπρές Του Μεσονυχτίου» ήταν μια από τις πρώτες απόπειρες για έναν εξωραϊσμένο κινηματογραφικό ήρωα – στυλιστικό icon λίγο πριν έρθει η θυελλώδης στυλιστική εικονοπλασία της δεκαετίας του 80 με τους υπερήρωες – pin ups. Το σωτήριο έτος 1978 και εν όσω η Αμερική σειόταν με το feelgood κιτς του «Grease», ο Αλαν Πάρκερ σκηνοθετούσε το σενάριο του Ολιβερ Στόουν βασισμένο στο βιβλίο του Μπιλ Χέις σχετικά με την εμπειρία του το 1970 στις τουρκικές φυλακές, σε παραγωγή Ντέιβιντ Πάτναμ και πραγματικό φόντο το στημένο πλατό στη Μάλτα, μετά την άρνηση της Κωνσταντινούπολης να δώσει άδεια για τα γυρίσματα. Πάρκερ και Στόουν παρέδωσαν μια εξαιρετικά γλαφυρή απεικόνιση, που θα λειτουργούσε ως προάγγελος για τη στυλιστική δουλειά των δύο σημαντικών κινηματογραφιστών στα χρόνια που θα ακολουθούσαν.


Μακριά από οποιοδήποτε αίτημα για ρεαλισμό, το «Εξπρές Του Μεσονυχτίου» πέτυχε από όλες τις απόψεις επειδή ακριβώς οι προθέσεις των δημιουργών του ήταν η δημιουργία ενός ήρωα που παλεύει με σχεδόν υπερρεαλιστικές αντιξοότητες για την επιβίωσή του. Και βλέποντάς το έτσι, όχι μόνο νιώθεις την αγωνία του πρωταγωνιστή Μπραντ Ντέιβις απέναντι στις τερατωδίες που υφίσταται από το περιβάλλον στο οποίο έχει φυλακιστεί αλλά απολαμβάνεις και τη σοφή διάθεση του Πάρκερ στην προσπάθειά του να φτιάξει έναν ήρωα που, όσο περισσότερο σκληραγωγείται από κάθε επόμενο βασανιστήριο, τόσο ομορφαίνει και αποκτάει τις ημιθεϊκές διαστάσεις ενός επιβιώσαντα, όσο τα αδιέξοδα στενεύουν τον ήδη κλειστοφοβικό εφιάλτη του, τόσο ο θεατής πεισμώνει συμπάσχοντας πιο πολύ με τον ίδιο, παρά μισώντας τους «διεστραμμένους Τούρκους». Η λαγνεία της σκηνοθεσίας είναι, πιστεύω, και το ατού της ταινίας, μακριά από την οποιαδήποτε χυδαιότητα θα μπορούσαν να δημιουργήσουν οι σεξουαλικές επιφάσεις του σεναρίου αλλά και μακριά από την αληθοφάνεια της πρωτότυπης ιστορίας. Στην καταγεγραμμένη πραγματικότητα του βιβλίου του, ο Χέις δεν είχε πάει με την ερωμένη του στην Τουρκία, δεν είχε βιαστεί από τους δεσμοφύλακές του (αντίθετα είχε κάνει «συναινετικό» σεξ μέσα στη φυλακή), δεν έκοψε κανενός τη γλώσσα (πόσο μάλλον με τα δόντια του), δεν δολοφόνησε κανέναν προκειμένου να αποδράσει και κυρίως δεν ανέφερε πουθενά ότι όλη η τουρκική φυλή κοιμόταν και ξυπνούσε με την έμμονη ιδέα στο κεφάλι της να κάνει τη ζωή του δύσκολη…


Ωστόσο, όσο τραβηγμένο και αν είναι το αποτέλεσμα για δραματουργικούς λόγους και όσο και αν οι Τούρκοι παρουσιάζονται καταχθόνιοι όπως περίπου τα Ορκ του Τόλκιν, το «Εξπρές Του Μεσονυχτίου» παραμένει μια απολαυστική, στυλιστική άσκηση, ένα περήφανα δοσμένο οφθαλμόλουτρο με κλιμακούμενο σασπένς.


Μάρκος Φράγκος


Γιατί το Εξπρές Του Μεσονυχτίου είναι μια κακή ταινία
Θα μπορούσα να μισήσω το σαδιστικό, ξενοφοβικό μελόδραμα του Αλαν Πάρκερ μόνο και μόνο επειδή ανήκει στον ίδιο άνθρωπο που σε όλη τη διάρκεια της καριέρας του δεν έκανε τίποτε παραπάνω από το να μεταμφιέζει τα διαφημιστικής αισθητικής στυλιζαρίσματά του σε σκηνοθετική άποψη (αλλά αυτό δεν θα ήταν αρκετό). Θα μπορούσα να το μισήσω επειδή με έκανε να υποφέρω ένα βράδυ που το πρωτοείδα με πυρετό σαράντα και βαριά ανεμοβλογιά (αλλά αυτό δεν θα ήταν δίκαιο). Μου αρκεί παρ όλα αυτά να το μισήσω γι αυτό που πραγματικά είναι: ένα σαδομαζοχιστικό βιντεοκλίπ που μετατρέπει τον συναισθηματικό εκβιασμό, τα κατώτερα ανθρώπινα ένστικτα και την απροκάλυπτη χειραγώγηση του θεατή σε σινιέ πλάνα. Μαέστροι της καρικατούρας, όπως απέδειξαν στη μετέπειτα πορεία τους, ο Αλαν Πάρκερ και ο Ολιβερ Στόουν βάλθηκαν να διαστρεβλώσουν μια αληθινή ιστορία σε μια ταινία τρόμου, προορισμένη να δείξει σε όλους μας τι παθαίνεις αν δεν είσαι καλό παιδί και μπλέκεις με ναρκωτικά. Δεν κόπιασαν, έπειτα, πολύ στο να βρουν ποιοι θα είναι οι καλοί και ποιοι οι κακοί της υπόθεσης. Ο καλός είναι ένας: το άμοιρο αμερικανάκι που καλείται να πληρώσει σκληρά μια στιγμή επιπολαιότητας. Οι κακοί είναι πολλοί και είναι όλοι Τούρκοι. Στην καλύτερη περίπτωση μοιάζουν με πρωτόγονα όντα που νομίζεις ότι βρίσκονται καθηλωμένα στην εποχή των σπηλαίων. Στη χειρότερη περίπτωση παρουσιάζονται ως βρομερά και σοδομικά τέρατα. Ανάμεσα σε αυτούς και στον ήρωα, οι δημιουργοί του φιλμ προφασίζονται ότι παρεμβάλουν έναν ύμνο στην ανθρώπινη θέληση και στην ελευθερία, ενώ στην πραγματικότητα εικονογραφούν ένα ατέρμονο φεστιβάλ βασανιστηρίων και ρατσισμού.


Μάλιστα μετατρέπουν τον νεαρό ήρωά τους σε σέξι ιερομάρτυρα, πλέκοντας την οδυνηρή πορεία του προς την αγίωση μέσα από μια εναλλαγή εξευτελισμών που μοιάζει να ξεπήδησε από κάποια υστερική γκέι φαντασίωση. Κάπως έτσι ο όμορφος, καλογυμνασμένος ήρωας στέκει πότε ολόγυμνος μπροστά στα βλέμματα του macho προσωπικού της φυλακής, πότε πέφτει θύμα βιασμού από έναν απεχθέστατο δεσμοφύλακα και πότε αποκρούει ευγενικά τις ομοφυλοφιλικές προτάσεις ξανθού Σουηδού συγκρατούμενου σε μια ανεκδιήγητη σκηνή όπου, ανάμεσα σε ονειρικούς καπνούς και χρυσαφένιες αποχρώσεις του φωτός, τα λουτρά της -κατά τ άλλα μεσαιωνικής- φυλακής θαρρείς ότι μεταμορφώνονται σε ειδυλλιακή σάουνα, καθώς οι συνθεσάιζερ μελωδίες του Τζόρτζιο Μόροντερ απαλύνουν την ατμόσφαιρα των τουρκικών κολαστηρίων με λίγο ντίσκο αντίδοτο. Αδιάφοροι για το πόσο έξαλλα διαλέγουν να διογκώσουν τα πραγματικά γεγονότα προκειμένου να εξυπηρετήσουν τις φτηνιάρικες τακτικές σοκ που επικαλούνται, οι Πάρκερ και Στόουν σε προκαλούν μόνο να τους χλευάσεις. Το γιατί κατόρθωσαν να ξεγελάσουν τόσα εκατομμύρια θεατών ανά τον κόσμο, θα παραμένει για μένα πάντα ένα μυστήριο.


Λουκάς Κατσίκας



Istanbul Βlues: το μουσικό Εξπρές Του Μεσονυχτίου
Το σάουντρακ της ταινίας του Αλαν Πάρκερ, γραμμένο από τον Τζόρτζιο Μόροντερ, τον πατέρα του ευρωπαϊκού ηλεκτρονικού ντίσκο ήχου, έχει μείνει στην ιστορία όχι μόνο για το δίκαιο Οσκαρ που καθρέφτιζε τη μουσική τάση της εποχής αλλά και επειδή επέβαλλε στον χώρο της «εξαρτημένης» από την ταινία, μουσικής επένδυσης, έναν διαφορετικό τρόπο γραφής. Ο Μόροντερ, έχοντας ήδη κερδίσει τον τίτλο του «χρυσωρυχείου» της εταιρείας Casablanca για την ανάδειξη της Ντόνα Σάμερ στη μεγαλύτερη σταρ του τέλους των 70s, δεν αρκέστηκε στο να γράψει παρτιτούρες «διαθέσεων» γύρω από κάποιο βασικό ηχητικό μοτίβο. Αντιμετώπισε το φιλμ ως ένα ολοκληρωμένο καλλιτεχνικό σύνολο με διαφορετικές ανάγκες ανά τομέα δράσης: Ετσι συνέθεσε το αριστουργηματικό «Chase», ένα state-of-the-art οργανικό θέμα που έχει μείνει δίκαια κλασικό μέσα στα χρόνια με το συνθεσάιζερ να δίνει στη βασική γραμμή την κομψότητα που έχει ανάγκη (ευθέως ανάλογη με τη στυλιστική εκζήτηση της εικόνας της ταινίας). Το «Chase» έφτασε μέχρι το Νο.33 στο τσαρτ του Billboard και αναφέρεται από τότε ως πρόδρομος πολλών ηλεκτρονικών μουσικών κομματιών από μια μεγάλη σειρά καλλιτεχνών. Επιπλέον το υποβλητικό, μελαγχολικό, μεσόρυθμο -και επίσης κλασικό μέσα στα χρόνια- ντίσκο θέμα της ταινίας («Τheme From Midnight Εxpress») συμπεριλαμβάνεται σε δύο εκτελέσεις στο άλμπουμ – μια ινστρουμένταλ και μια με τη φωνή της συνεργάτιδάς του στο γκρουπ των Munich Machine, Κρις Μπένετ.


Το «Ιstanbul Βlues», γραμμένο από κοινού από τον Μόροντερ, τον σεναριογράφο της ταινίας Ολιβερ Στόουν και τον πραγματικό ήρωα της εφιαλτικής αυτής ιστορίας, Μπιλ Χέις, είναι ένα αυθεντικό μπλουζ με την πονεμένη φωνή του Ντέιβιντ Κασλ και τα υπόλοιπα θέματα («Loves Τheme», «Ιstanbul Οpening», «Cacophoney», «Wheel») ανταποκρίνονται σε συγκεκριμένες φορτισμένες στιγμές της πλοκής με μια αξιοθαύμαστη συνέπεια και μια διάθεση για ηχητική ποικιλομορφία (σύμφωνα με τη διάθεση του ήρωα) που σπάνια συνέβαινε στις «συνοδευτικές» παρτιτούρες του Χόλιγουντ ως τότε. Το σάουντρακ έφτασε στο Νο.59 του αμερικανικού τσαρτ και άνοιξε το δρόμο για μια πολύ παραγωγική σχέση του με τον κινηματογράφο που του Μόροντερ απέφερε άλλα δύο Οσκαρ (στην κατηγορία Τραγουδιού – «Flashdance» το 1983 και «Τop Gun» το 1986) και τέσσερις Χρυσές Σφαίρες για τις ίδιες δουλειές.


Μάρκος Φράγκος

ΜΟΙΡΑΣΟΥ ΤΟ