Πρέπει να γυρίσεις πίσω στο 1945, σ’ έναν κόσμο μεταπολεμικά τραυματισμένο και σ’ ένα χολιγουντιανό σινεμά που στο κυρίως ρεύμα του προσπαθούσε πάση θυσία να διατηρήσει ένα κλίμα αποδραστικό για να συναισθανθείς τι αντίκτυπο πρέπει να είχε τότε το «Χαμένο Σαββατοκύριακο». Μια ταινία για τον αλκοολισμό και το αδιέξοδο ενός εθισμού, που δεν είχε πολλά χρόνια νομιμοποιηθεί ξανά στην Αμερική.

Στα χέρια του Μπίλι Γουάιλντερ, αυτού του μεγαθηρίου που όσο μελετάς τόσο κοκκαλώνεις στη σειρά των αριστουργημάτων του – τότε…ξεκινούσε, ερχόταν ήδη από το αξεπέραστο «Double Indemnity» της προηγούμενης χρονιάς – αυτή θα ήταν μια ταινία για ένα θέμα που κανείς δεν τολμούσε να αντιμετωπίσει, την εξαφάνιση ενός ανθρώπου και της αξιοπρέπειάς του από το ποτό. Ο Γουάιλντερ, απτόητος, θα την έκανε για τον φίλο του τον συγγραφέα Ρέιμοντ Τσάντλερ (είχαν συνεργαστεί στο σενάριο του «Indemnity») που τότε προσπαθούσε να ξεφύγει από τον δαίμονα.
Με πρωταγωνιστή τον Ρέι Μιλάντ, ένα είδωλο των κοριτσιών και σταθεροποιημένο καλλιτεχνικά σ’ ένα εντελώς αντιδιαμετρικό είδος ταινιών, ο Γουάιλντερ μαζί με τον έκτοτε σταθερό του σεναριακό συνεργάτη, τον μεγάλο Τσαρλς Μπράκετ, θα έστηνε την ιστορία λίγων ημερών στη ζωή ενός μέθυσου στην άκρη του σχοινιού του, ενός συγγραφέα που δεν μπορεί πια να γράψει, που αδυνατεί να βοηθηθεί από οποιονδήποτε και βαδίζει ολοταχώς στο τέλος του.

Με την καταπληκτική οικονομική απλότητα του καλογραμμένου σεναρίου (όσκαρ, φυσικά), το έργο αντιμετώπιζε τον δαίμονα του εθισμού, την εκτός ισορροπίας πραγματικότητα του ασθενούς αλλά και των ανθρώπων του, την ολοκληρωτική απώλεια του ελέγχου μιας ζωής. Παρότι εκτυλισσόμενο προπολεμικά, το έργο σόκαρε τους βετεράνους του πολέμου, παραλληλίζοντας την ιστορία της υπαρξιακής πτώσης του κεντρικού χαρακτήρα με το δικό τους τραυματικό μεταπολεμικό σύνδρομο.
Ο Γουάιλντερ ισχυριζόταν πως η βιομηχανία αλκοόλ πρόσφερε 5 εκατομμύρια στην παραγωγό Paramount για να μην βγάλει το έργο λόγω εύλογης δυσφήμησης (ταυτόχρονα οργανώσεις ενάντια στο ποτό μιλούσαν για διαφήμιση, από τότε το τρέχα-γύρευε του καθενός με τον πολιτικαντισμό του ενάντια στην κινηματογραφική πολυφωνία) – και αστειευόμενος έλεγε πως αν τα έδιναν στον ίδιο δεν θα την έβγαζε.

Η ταινία κόντεψε το Big Five στην βραδιά της απονομής των Όσκαρ (πήρε Ταινία, Σκηνοθεσία, Σενάριο και Πρώτο Ανδρικό για την μανιασμένη ερμηνεία του Μιλάντ), δεν πήρε μόνο τον πρώτο γυναικείο, η Τζέιν Γουάιμαν (η μετέπειτα ερμηνεύτρια του Σερκ και τότε σύζυγος του Ρόναλντ Ρίγκαν) δεν ήταν υποψήφια. Ο Μιλάντ, που είχε ψάξει το ρόλο με τρόπους που αργότερα η Μέθοδος θα έκανε καθεστώς – μέχρι και σε κλινική αποτοξίνωσης κλείστηκε – παρέδωσε ένα πυρετώδες παίξιμο, μια επίμονη απελπισία που θα περνούσαν πολλές δεκαετίες για να φταστεί από ομοτέχνους του. Μοναδική ίσως ανάλογου βεληνεκούς ερμηνεία λίγα χρόνια μετά, αλλά για τον εθισμό των ναρκωτικών, θα έδινε ο Φρανκ Σινάτρα στον «Άνθρωπο με το Χρυσό Χέρι» του Όττο Πρέμινγκερ.
Ενδιαφερόμενοι και σινεφίλ δεν νοείται να μην το ψάξουν, είναι μια περήφανη στιγμή όχι μόνο για την τόλμη του θέματος και της αντιμετώπισης αλλά και για την ενδοκινηματογραφική σημασία αισθητικών που παρουσίασε σε ευρεία κλίμακα η σκηνοθεσία, «βγάζοντας» την δραματουργία από την στουντιακή κλεισούρα στην αστική Νέα Υόρκη και την δαιδαλώδη της πραγματικότητα που σε στιγμές μοιάζει ακόμα και να ενοχοποιείται εν μέρει για την κατάντια του ήρωα.
Ένα μεθυστικό αριστούργημα.






