Τι είναι τρόμος και τι σασπένς; Ένα βασικό ερώτημα αισθητικής του κινηματογράφου απασχόλησε τον Κουέντιν Ταραντίνο που, κοντράροντας τους καιρούς, επιμένει να κρατά τη συζήτηση για το «Κάποτε στο… Χόλιγουντ» ζωντανή κοντά δύο χρόνια μετά την πρεμιέρα της στις Κάννες του 2019. Μάλιστα, τεκμηριώνοντας τους ορισμούς του, παραλλήλισε την σκηνή στο Ράντσο του Μάνσον με την τελική σκηνή στην «Σιωπή των Αμνών», αποφασίζοντας ότι η δική του σκηνή περιέχει περισσότερο τρόμο από αυτήν της ταινίας του Τζόναθαν Ντέμι.
«Υπάρχει διαφορά ανάμεσα στο σασπένς και τον τρόμο», λέει. «Σασπένς είναι [αγωνία για το] τι πρόκειται να γίνει. Τρόμος είναι όταν φοβάσαι επειδή ξέρεις ακριβώς τι θα γίνει και σκέφτεσαι το χειρότερο». Με την δική του φρασεολογία δεν έχει και άδικο, άλλο που με αυτό που λέει περίπου ταυτολογεί. Το σασπένς έχει να κάνει με την διαφορά επίγνωσης θεατή/πρωταγωνιστή. Ο πρώτος ξέρει κάτι που ο δεύτερος αγνοεί κι έτσι εμπλέκεται θέλοντας να φωνάξει στον ήρωα τι να κάνει. Ο τρόμος από την άλλη εξισώνει θεατή/πρωταγωνιστή, με την βεβαιότητα όμως ότι κάτι δεν θα πάει καθόλου καλά.
Υπό αυτή την έννοια η αντιπαράθεση που κάνει ο Ταραντίνο είναι αβάσιμη. Στην τελική σκηνή της «Σιωπής των Αμνών» ο τρόμος είναι διάχυτος διότι το σκοτάδι κυριαρχεί και το μόνο σασπένς πλεονέκτημα του θεατή είναι κάποια πλάνα PoV του κακού που σε κάνουν να θες να φωνάξεις «πίσω σου!» στην Κλαρίς. Στην πραγματικότητα όμως η σκηνή είναι κλασική σκηνή κορύφωσης τρόμου, καθώς η ηρωίδα ξέρει πολύ καλά την συνθήκη της δράσης της. Στην σκηνή του Ράντσου στο «Κάποτε», υπάρχει και τρόμος και σασπένς, επίσης. Όμως ο Ταραντίνο εστιάζει αλλού…
«Ένας από τους λόγους που η σκηνή λειτουργεί τόσο καλά είναι ότι ο Κλιφ μπορεί να πεθάνει. Αφηγηματικά, με κάθε τρόπο και μορφή όχι μόνο μπορεί να πεθάνει στη σκηνή αυτή, αλλά έχει και λογική να συμβεί αυτό». Νομίζω ο Ταραντίνο υπερεκτιμά το κοινό του, μη λογαριάζοντας ότι υπάρχουν πάρα πολλοί άνθρωποι που δεν ξέρουν καν την ιστορία του Μάνσον. Στην οποία περίπτωση είναι μόνο η σκηνοθεσία του που δίνει κάποιο τρόμο στη σκηνή. (Φυσικά εκείνοι που γνωρίζουν την εξωκινηματογραφική ιστορία είναι απολύτως στο χέρι του Ταραντίνο, έχει απόλυτο δίκιο).
Τώρα ως προς το κατά πόσον δεν υπάρχει τρόμος επειδή (λέει ο ίδιος) «ξέρω, το κινηματογραφικό μου μυαλό δεν ξεχνιέται» η Τζόντι Φόστερ δεν μπορεί να πεθάνει, εναπόκειται στον ίδιο τον Ταραντίνο και το κατά πόσο θέλει να πιστεύει ότι ο Μπραντ Πιτ θα μπορούσε να πάθει κάτι στη σκηνή του Ράντσου της οικογένειας Μάνσον, ιδίως με την ερωτευμένη κάμερα/πένα γοητευμένες τόσο από την περσόνα του ατρόμητου Κλιφ.
Όπως και να εκλαμβάνει κανείς τις δύο σκηνές, πράγματι η σκηνή του Ράντσου είναι μια μεγάλη σκηνή στο γράψιμο και την σκηνοθέτηση όλης της της διάρκειας, για λόγους πέρα από αυτούς που αναφέρει ο Ταραντίνο. Όπως είπε και ο Φρεντ Ράσκιν, μοντέρ της ταινίας, η σκηνή έμοιαζε να είναι η εκδοχή του Ταραντίνο στον «Σχιζοφρενή Δολοφόνο με το Πριόνι». Με το «Αίμα στους Λόφους», ακόμα καλύτερα να συμπληρώσουμε εμείς.






