28 χρόνια τώρα, το Σάντανς γράφει σελίδα προς σελίδα την ιστορία του αμερικανικού ανεξάρτητου σινεμά. Το ΣΙΝΕΜΑ ταξίδεψε στο Παρκ Σίτι της Γιούτα και βυθίστηκε στο χιόνι και τις εικόνες, καταγράφοντας το παρελθόν και το παρόν του ονομαστού φεστιβάλ…
Από την Ερση Δάνου
Η εικόνα του Ρέντφορντ που ξεπεζεύει από την πανέμορφη φοράδα και μπαίνει στο χιονισμένο ράντσο του συνόδευε την κάθε μου εντύπωση στο Παρκ Σίτι της Γιούτα, πατρίδα του φεστιβάλ του Σάντανς. «Είναι ιδιοφυές» σκεφτόμουνα, ενώ το χιόνι έτριζε κάτω από τις μπότες μου. «Το μοναδικό φεστιβάλ που έχει αφιερωθεί αποκλειστικά στον ανεξάρτητο κινηματογράφο όλου του κόσμου βρίσκεται στα βουνά και στα χιόνια, σ’ έναν χώρο παραμυθένιο, προκαλώντας σινεφίλ, δημιουργούς και εμπόρους να προσαρμοστούν στο γούστο και στην ιδιοφυϊα του ευεργέτη του…». Και όμως, το φεστιβάλ δεν ήταν επινόηση του Ρέντφορντ. Αρχισε ως Utah/US Film Festival το 1978 με πρωτοβουλία του αντιπρόσωπου της κρατικής επιτροπής κινηματογράφου της πολιτείας, Τζον Ερλ και του κινηματογραφιστή Στέρλινγκ βαν Γουάγκενεν, με τρεις στόχους: την προσέλκυση κινηματογραφιστών στη Γιούτα, την παρουσίαση και συζήτηση αντιπροσωπευτικών ταινιών του αμερικανικού κινηματογράφου και, τρίτον, την καθιέρωση ενός φόρουμ για τον ανεξάρτητο αμερικανικό κινηματογράφο. Η πόλη Παρκ Σίτι, με τις φυσικές ομορφιές της και το χαλαρότερο καθεστώς ποτοαπαγόρευσης στην «Πολιτεία Των Μορμόνων», θα φιλοξενούσε το γεγονός. Το 1985, ο Ρέντφορντ ανέλαβε το φεστιβάλ υπό την αιγίδα του Sundance Institute. Διορατικός αλλά και σίγουρος για τις προτιμήσεις του, έχρισε το φεστιβάλ κέντρο του ανεξάρτητου κινηματογράφου. Το 1991 μετονομάστηκε σε Sundance Film Festival, την ίδια χρονιά που το Σεξ, Ψέματα Και Βιντεοταινίες του Στίβεν Σόντερμπεργκ σηματοδότησε μια νέα εποχή για το μη χολιγουντιανό σινεμά στις ΗΠΑ. Μόλις τρία χρόνια αργότερα, το 1994, τρεις κινηματογραφιστές των οποίων οι ταινίες απορρίφθηκαν από τους προγραμματιστές του Σάντανς αποφάσισαν να εγκαινιάσουν το Slamdance Film Festival, στην ίδια πόλη και στο ίδιο διάστημα, αφιερωμένο στα «απορρίμματα» του πρώτου. Θέλοντας να πιστεύουν ότι διατηρούσαν την αρχική «επαναστατικότητα» του Σάντανς, το ονόμασαν «Slamdance 95: Anarchy In Utah – The First Annual Guerilla International Film Festival». Τώρα πια, τα δύο φεστιβάλ έχουν γίνει σχεδόν εξίσου απρόσιτα. Πάνω από 6.000 ταινίες κατατέθηκαν για το φετινό Σάντανς (περίπου 800 περισσότερες από πέρυσι!), από τις οποίες συμπεριλήφθηκαν μόνο οι 120.
τανγκό στο Παρκ Σίτι
Τα τελευταία 15 χρόνια ο ανεξάρτητος κινηματογράφος όχι μόνο έχει αναπτυχθεί πέρα από κάθε προσδοκία, αλλά έχει τροποποιήσει το ίδιο το σύστημα των στούντιο. Με τις νέες τεχνολογίες, πλήθη αποφοίτων βγαίνουν από τις αμέτρητες σχολές κινηματογράφου με την πεποίθηση ότι «μπορούν», και κάθε χρόνο παράγονται περισσότερες ταινίες. Για το Χόλιγουντ η επιλογή είναι μια: ή χορεύει (και) το χορό των «ανεξάρτητων» ή πεθαίνει. Εκτός από το mainstream, το κοινό ψάχνει για κάτι που δεν έχει ήδη δει, κάτι πρωτότυπο και «edgy», με νεανική ορμή, ενώ η αναζήτηση του παράδοξου έχει πάρει τη θέση των πανανθρώπινων εννοιών και εκφράσεων. Το Σάντανς είναι η επιτομή όλης αυτής της κατάστασης, που από τη μια ενθουσιάζει και από την άλλη καταθλίβει. Το σημείο όπου το εμπόριο και η τέχνη συναντιούνται, εκεί που το Χόλιγουντ και ο άγνωστος υποψήφιος δημιουργός χορεύουν τανγκό.
επικίνδυνες μανούβρες
Μέχρι πέρσι, το φεστιβάλ έμοιαζε να έχει «μπατάρει» επικίνδυνα προς τη μεριά του Χόλιγουντ. Οι αντιπρόσωποι του Χόλιγουντ αναζητούν εδώ νέα ταλέντα, αλλά είναι σημαντικό οι συναντήσεις αυτές να γίνονται υπό τους όρους των «ανεξάρτητων». Οταν το φεστιβάλ φαίνεται να φλερτάρει το mainstream και όχι το αντίθετο, κάτι χαλάει στην πολύτιμη ισορροπία. Φέτος οι επιδέξιοι διευθυντές του φεστιβάλ, ο Τζέφρι Γκίλμορ και ο Τζον Κούπερ, αποφάσισαν να πάρουν άμεσα μέτρα για να αποφύγουν σχετικές φημολογίες. Το τμήμα «Ρremieres», όπου παρουσιάζονται εκτός συναγωνισμού ταινίες με χολιγουντιανά ονόματα, φέτος είχε 16 ταινίες αντί για τις 24 περσινές. Μετέτρεψαν το εκτός συναγωνισμού τμήμα «Αmerican Spectrum» σε «Spectrum», ενώ αύξησαν τον αριθμό ξένων ντοκιμαντέρ από 12 (πέρσι) σε 16. Αλλά η πιο σημαντική αλλαγή έγινε στον πυρήνα του προγράμματος, στα τμήματα αμερικανικών και ξένων ταινιών, δραματικών και ντοκιμαντέρ. Φέτος, οι διευθυντές πήραν την απόφαση να διαλέξουν ταινίες με μεγαλύτερη έμφαση στο περιεχόμενο, φτιαγμένες από άγνωστους στην πλειοψηφία δημιουργούς. Ταινίες «όχι αναγκαστικά χαμηλότερου προϋπολογισμού… αλλά που προσπαθούν λιγότερο να μιμηθούν τις χολιγουντιανές, που έχουν τη στάση «ς αρέσει, δε σ’ αρέσει αυτή είναι η ταινία», όπως το εξήγησε ο Κούπερ. Παρόλο που μια τέτοια στάση αναγκάζει τα γεράκια του φεστιβάλ (αγοραστές και διανομείς) να προχωρούν σε άγνωστα εδάφη, είναι ο μόνος τρόπος να μην κηλιδωθεί η φήμη της Μέκκας του ανεξάρτητου κινηματογράφου.
«Η ακεραιότητα είναι ένα τεράστιο μέρος της επιτυχίας του Σάντανς» είπε ο Γκίλμορ σε παλαιότερη συνέντευξη. «Αν δεν προγραμματίζουμε τις ταινίες που πιστεύουμε πως πρέπει να προγραμματιστούν, αλλά αυτές που άλλοι μας υποδεικνύουν, δεν θα έχουμε πια το ίδιο φεστιβάλ. Γιατί όλοι προσπαθούν να σε επηρεάσουν, να σου ζητήσουν μια χάρη, να σου εξηγήσουν γιατί θα φαλιρίσεις αν δεν δείξεις την ταινία τους…». Η «μηχανή», έτσι όπως την έχουν χτίσει οι δύο διευθυντές, δουλεύει καλά από μόνη της, προστατεύοντας το φεστιβάλ από τα συμφέροντα όλων των ενδιαφερόμενων που, χωρίς μέτρα και σταθμά, οδηγούν ασφαλώς στη διαφθορά. Αν και ο Γκίλμορ διατηρεί το δικαίωμα των τελικών αποφάσεων για το πρόγραμμα του φεστιβάλ, το τελευταίο εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τη σκληρή εργασία του διευθυντή προγράμματος Τζον Κούπερ και των υπόλοιπων προγραμματιστών. «Ενας επαγγελματίας προγραμματιστής δεν μπορεί να είναι υποκειμενικός» πρόσθεσε ο Γκίλμορ. «Οι καλοί προγραμματιστές είναι ανοιχτοί σε πολλά διαφορετικά πράγματα».
Η κάθε ταινία από τις χιλιάδες που υποβάλλονται κάθε χρόνο εξετάζεται από τουλάχιστον ένα άτομο και βαθμολογείται από το 1 έως το 5. Στη συνέχεια οι προγραμματιστές βλέπουν τις καλύτερα βαθμολογημένες ταινίες, έχοντας γραμμή να αναζητούν το καλό και όχι το κακό σε μια ταινία. Ωστόσο, τα λάθη είναι ανθρώπινα. Οι προγραμματιστές είναι οι πρώτοι που παραδέχονται ότι πολλές φορές τους έχει ξεφύγει μια καλή ταινία, την οποία αναγνώρισαν αργότερα άλλα φεστιβάλ ή είχε εμπορική επιτυχία.
Παρά τις ατελείωτες ώρες που περίμενα άσκοπα να μπω στην προβολή μιας ταινίας, συνήθως πρεμιέρας, για την οποία το δημοσιογραφικό μου πιστοποιητικό δεν σήμαινε τίποτα ή την απογοήτευση για την έλλειψη εισιτηρίων ακόμα και για δεύτερες προβολές, οι μέρες μου στο Σάντανς κύλησαν με την αίσθηση ότι εδώ μυούμαι στη φετινή «φουρνιά» των «διαλεγμένων», των «καλύτερων», των «ριζοσπαστικών»…
κάρμα και υπευθυνότητα
Βλέποντας τη μια ταινία μετά την άλλη, έχεις την ευκαιρία να διαπιστώσεις νέες τάσεις να αναδεικνύονται. Σύμφωνα με παλιότερα κριτήρια, πολλές από τις φετινές ταινίες στο συναγωνιστικό τμήμα θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν από συντηρητικές μέχρι αντιδραστικές! Η Stephanie Daley της Χίλαρι Μπρόουερ, για παράδειγμα, έχει θέμα την ευθύνη που φέρει η κάθε γυναίκα για το αγέννητο ή νεογέννητο παιδί της. Η ταινία, όμως, ξεπερνάει τα όρια των τυπικών ηθικών διλημμάτων και αναζητά απαντήσεις που αφορούν τη γυναίκα σαν ον του κόσμου και όχι μόνο της κοινωνίας η οποία την περιβάλλει. Η «αμαρτία», η «τιμωρία» και η «εξιλέωση», έννοιες σχεδόν απαγορευμένες από προηγούμενες «ριζοσπαστικές» γενιές, τώρα επανέρχονται δριμύτατες, αλλά από μια προσωπική και όχι ηθικολογική στάση των δημιουργών, μια στάση που πιθανώς ούτε οι ίδιοι δεν συνειδητοποιούν.
Περισσότερο κοινωνικής παρά ψυχολογικής φύσης, το Forgiven του Πολ Φιτζέραλντ είναι μια μικρογραφία της σημερινής πολιτικής κατάστασης στις ΗΠΑ κι αποκαλύπτει την ευθύνη του πολιτικού που έχει διαφθαρεί τόσο, ώστε δεν αναγνωρίζει τίποτα άλλο πλην της προσωπικής του φιλοδοξίας.
after the killing ends
H ταινία που μας τάραξε περισσότερο απ όλες ήταν το ντοκιμαντέρ της Πάτρισια Φάουλκροντ για τον πόλεμο του Ιράκ The Ground Truth: After The Killing Ends. «Οι Αμερικανοί δεν μπορούν πια να κρύψουν αυτό που κάνουν οι στρατιώτες στο Ιράκ: Σκοτώνουν» είπε η σκηνοθέτις. «Υπάρχει αυτή η άρνηση. Νομίζουμε ότι είμαστε στο Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο και ότι ο κόσμος μας βλέπει ακόμα σαν απελευθερωτές… Αλλά ο αριθμός των θανάτων στο Ιράκ κοντεύει να φτάσει τα όρια της γενοκτονίας».
Παρ όλα αυτά το ντοκιμαντέρ δεν παίζει τον ρόλο του «τιμωρού». Αντίθετα θέλει να εξιλεώσει εκείνους τους στρατιώτες που όταν γύρισαν πίσω στην πατρίδα τους δεν είχαν μέσα τους τίποτα πια παρά μια συσσώρευση μίσους και απογοήτευσης. «Αφήσαμε την ψυχή μας στο Ιράκ» ομολογεί ένας από τους στρατιώτες στην ταινία. Με τις σπαρακτικές εικόνες θανάτου και τις εξίσου σπαρακτικές ομολογίες των στρατιωτών που δεν μπορούν να κοιμηθούν ήσυχα γιατί πήραν τη ζωή αθώων, η ταινία αναιρεί το «καλό» και το «κακό», το «δίκιο» και το «άδικο». Αποπειράται να φτάσει στην πηγή της μάστιγας της εποχής, την άρνηση της έσχατης ευθύνης που φέρει ο κάθε άνθρωπος σε προσωπικό και ομαδικό επίπεδο, η οποία εξακολουθεί να υπάρχει όσο κι αν θέλει κανείς να τη βουτήξει στα μαύρα νερά της λήθης: Την προστασία της ζωής.
μόνο ο θεός ξέρει;
Μετά την προβολή της νοτιοαφρικάνικης ταινίας Son Of Man του Μαρκ Ντόρνφορντ, που μεταφέρει τον μύθο του Χριστού στην Αφρική, σηκώθηκε μια γυναίκα κλαίγοντας για να χρίσει τον Ντόρνφορντ εμμέσως, πλην σαφώς,«άγιο σκηνοθέτη», παινεύοντας όμως εξίσου και το De Nadie του Τιν Ντιρνταμάλ. To βραβευμένο με το βραβείο κοινού ντοκιμαντέρ του τμήματος Διεθνές Σινεμά ήταν εμποτισμένο με μια διάθεση για υπέρβαση. Με θέμα τους μετανάστες που περνούν από το Μεξικό για να φτάσουν στα σύνορα των ΗΠΑ διακινδυνεύοντας τη ζωή τους, μπαίνει βαθιά στο δράμα του αποχωρισμού τους από την οικογένεια και την παλιά ζωή τους. Η Μαρία, που έχει φτάσει στο Βόρειο Μεξικό αφήνοντας στην Ονδούρα τον άντρα της και τα τέσσερα παιδιά της, «δεν έχει κουράγιο να τους πάρει τηλέφωνο» και να τους μιλήσει απευθείας. Αντί γι αυτήν πάει ο σκηνοθέτης με τη βιντεοκάμερά του. Στην επόμενη σκηνή βλέπουμε όλη την οικογένεια, τα τέσσερα παιδιά της Μαρίας, τον άντρα της και τα γειτονόπουλα με τα μάτια κολλημένα στη μικρή οθόνη της κάμερας. Τα πιο μικρά καλύπτουν το πρόσωπο με τα χέρια τους και ξεσπούν σε λυγμούς. Τα μεγάλα, πιο διακριτικά, λαχταρούν τη μαμά τους βουβά. Ο Ντιρνταμάλ, μηχανολόγος, που άρχισε το ντοκιμαντέρ χωρίς καμία σχετική γνώση, κατάφερε να κάνει αυτό που θα ζήλευαν πολλοί σκηνοθέτες: να μετουσιώσει το εργαλείο το οποίο εξ ορισμού έχει τη δυνατότητα να καταστρέψει το αντικείμενό του (στο Son Of Man o «Ιούδας» κρατάει βιντεοκάμερα).
Το Solo Dios Sabe (Μόνο Ο Θεός Ξέρει) του Μεξικανού Κάρλος Μπολάδο στην αρχή σε ξεγελάει σαν ένα ελαφρύ road movie. Οσο όμως η αφήγηση προχωράει, το πάθος της ιστορίας μεγαλώνει και παίρνει διαστάσεις μαγικού ρεαλισμού αλά Μπόρχες… Κι εδώ ο πρωταγωνιστής (Ντιέγκο Λούνα) τιμά τη ζωή, τους προγόνους του και τη θεότητα. Οι ινδιάνικες τελετές του Μεξικού και της Βραζιλίας πλέκονται μαγικά μέσα στις ζωές των πρωταγωνιστών, ενώ ο έρωτας και η αγάπη αποκτούν κοσμικές διαστάσεις.
Τελευταίο βράδυ, είδα το The Peter Pan Formula του Νοτιοκορεάτη Τσο Τσανγκ Χο, ταινία που με άφησε με μια αίσθηση μαγική, σαν να με άγγιζε μυστηριωδώς μία ανεξήγητη δύναμη. Το αγόρι κλέβει μια τρίχα από τον ώμο του άντρα που πιστεύει πως είναι ο πατέρας του, επαληθεύει τη συγγένεια, τον βρίσκει ξανά, του δίνει το έγγραφο της εξέτασης DNA και του ζητάει αναπτήρα. Παίρνει τον αναπτήρα και βάζει φωτιά στο έγγραφο… Κι αυτά είναι απλώς η αρχή, γιατί το μόνο που ξέρεις είναι ότι θα ήθελες να ήσουν εκεί, ένας ακόμα χαρακτήρας στο μυστήριο του Τσανγκ Χο…
Ανάμεσα στα λίγα «θαύματα», το πρόγραμμα του Sundance πρόσφερε μεγάλη ποικιλία ταινιών. Δεν έλειπαν βέβαια κάποιες άστοχες παρουσίες, όπως οι αμερικάνικες Stay, Flannel Pajamas, Right At Your Door και Α Little Trip To Heaven (παρά την καταπληκτική παρουσία του Φόρεστ Γουίτακερ).Οι περισσότερες όμως παραγωγές ήταν ευχάριστες και αστείες, σαν το Kinky Boots (βρετανική ταινία στο πνεύμα του Αντρες Με Τα Ολα Τους), το Friends With Money (οξυδερκής απεικόνιση δυσλειτουργικών σχέσεων στο Λος Αντζελες) και το Wristcutters: Α Love Story. Αλλες έφτασαν στα βραβεία με μαστοριά και φαντασία, όπως η γαλλική 13 Tzameti (Διεθνές Σινεμά – Καλύτερη Δραματική Ταινία), άλλες με απλότητα και ανθρωπιά, όπως η Quinceanera (Μεγάλο βραβείο της επιτροπής και Βραβείο κοινού) ή με εφευρετικότητα σαν το Α Guide To Recognizing Your Saints (Βραβείο σκηνοθεσίας Καλύτερης Δραματικής Ταινίας)… ^
τα βραβεία
Μεγάλο βραβείο της επιτροπής
Καλύτερo Ντoκιμαντέρ: God Grew Tired Of Us: The Story Of Lost Boys Of Sudan
Διεθνές Σινεμά – ΚαλύτερΟ Ντoκιμαντέρ: In The Pit (ΦΩΤΟ)
Καλύτερη Δραματική Ταινία: Quinceanera
Διεθνές Σινεμά – Καλύτερη Δραματική Ταινία: 13 Τzameti
Ειδικό βραβείο της επιτροπής
Καλύτερo Ντoκιμαντέρ: American Blackout, TV Junkie
Διεθνές Σινεμά – Καλύτερo Ντoκιμαντέρ: Dear Pyongyang, Die Groβe Stille
Καλύτερη Δραματική Ταινία: Α Guide To Recognizing Your Saints, In Between Days
Διεθνές Σινεμά – Καλύτερη Δραματική Ταινία: Eve And The Fire Ηorse
Βραβείο σκηνοθεσίας
ΚαλύτερΟ ΝτΟκιμαντέρ: Iraq In Fragments
Καλύτερη Δραματική Ταινία: Α Guide To Recognizing Your Saints
Βραβείο κοινού
ΚαλύτερΟ ΝτΟκιμαντέρ:God Grew Tired Of Us: The Story Of Lost Boys Of Sudan
Διεθνές Σινεμά – ΚαλύτερΟ ΝτΟκιμαντέρ: De Νadie
Καλύτερη Δραματική Ταινία: Quinceanera
Διεθνές Σινεμά – Καλύτερη Δραματική Ταινία: No.





