Για όσους από εσάς έχετε δει το «Fabelmans» αλλά και για όσους διαβάζετε τη σελίδα μας ή γενικότερα όποια κινηματογραφική σελίδα εντός κι εκτός των ελληνικών τειχών, η πληροφορία ότι ο Ντέιβιντ Λιντς υποδύεται τον παιδικό ήρωα του Σπίλμεργκ στο έργο, τον Τζον Φορντ, είναι γνωστή. Δεν έχει σημασία πόσες φορές έχουμε ακούσει το ανέκδοτο με τη γραμμή του ορίζοντα, ακόμα κι από τα χείλη του ίδιου του Σπίλμπεργκ, είναι άλλο να το βλέπεις στην οθόνη, με τον τρόπο που είναι στημένο, με μια φιγούρα που έχει ανάλογο authority στη συνείδηση των σύγχρονων σινεφίλ, με την αναστολή της στιχομυθίας – ο τρόπος που ανάβει το πούρο- και, βέβαια, με το παιχνιδιάρικο κλείσιμο του ματιού στο φινάλε, όπου ο μαθητής μας δείχνει ότι πήρε το μάθημά του.
Ο Σπίλμπεργκ βρέθηκε με τον παλιόφιλο Μάρτιν Σκορσέζε για ένα Q&A γύρω από την ταινία του κι εκεί αφηγήθηκε τον τρόπουπου έπεισε τον Λιντς να εμφανιστεί μπροστά από τον φακό. «Είχα σκοπό να ζητήσω από έναν ηθοποιό που γνωρίζω προσωπικά να τον ενσαρκώσει, όταν ο Μαρκ, ο σύζυγος του σεναριογράφου Τόνι Κούσνερ, μου πρότεινε να απευθυνθώ τον Λίντς. Και τότε άναψε ένας γλόμπος πάνω από το κεφάλι μου», ανέφερε ο Σπίλμπεργκ. «Ο Λιντς κολακεύτηκε μεν, αλλά αρχικά αρνήθηκε. Μου είπε ότι δεν είναι ηθοποιός και ότι είχε άλλα πρότζεκτ (σ.σ. τι άλλα πρότζεκτ άραγε;) να ασχοληθεί και ότι ο Φορντ ήταν τόσο σπουδαίος που φοβόταν ότι δεν θα ανταποκριθεί σε τόσο υψηλές προδιαγραφές. Ούτε η πληροφορία ότι εγώ και η σύζυγός μου είμαστε φαν των μεθόδων διαλογισμού του ιδρύματος Λιντς βοήθησε τον σκοπό μου. Αναγκάστηκα λοιπόν να απευθυνθώ στην καλύτερή του φίλη, τη Λόρα Ντερν, (σ.σ. ο Σπίλμπεργκ συνεργάστηκε μαζί της στο «Τζουράσικ Παρκ») και της είπα ότι έχει δύο εβδομάδες για να τον πείσει να συμφωνήσει. Kαι έτσι έπραξε και τα κατάφερε να τον πείσει, οπότε όταν ξαναμιλήσαμε, ο Λιντς μου έθεσε ευθέως έναν όρο για να εμφανιστεί. Μου είπε θέλει το κουστούμι δυο βδομάδες νωρίτερα ώστε να ζήσει μέσα σε αυτό. Τον ρώτησα αν εννοούσε ότι θα το φοράει κάθε μέρα και μου απάντησε καταφατικά. “Kάθε μέρα” μου είπε και μου ζήτησε και το καπέλο και το κάλυμμα ματιού, όλα τα σχετικά αξεσουάρ. Και όταν εμφανίστηκε στο γύρισμα, όντως το κουστούμι έδειχνε παραφορεμένο», κατέληξε ο Σπίλμπεργκ.
Και το αποτέλεσμα είναι σκέτη μαγεία. Κι αν δεν μας πιστεύετε, μπορείτε να επισκεφθείτε τις αίθουσες να παρακολουθήσετε το «Fabelmans». Ναι, ίσως αναρωτιέστε γιατί να σας ενδιαφέρει μια ιστορία για τα παιδικά χρόνια του Σπίλμπεργκ και σίγουρα μια αγαπητική σινεφιλική σχέση μαζί του ενισχύει την εμπειρία, στην πραγματικότητα, όμως, είναι μια ταινία που ανοίγει διάλογο για το μέσο και τη σχέση του με την πραγματικότητα, για την λειτουργία του τόσο για το υποκείμενο, όσο και για το αντικείμενό του, τόσο για τον πομπό του, όσο και για τον δέκτη του. Κι όλα αυτά με πλανοθεσία που μοιάζει με σανσκριτικά για την πλειοψηφία των ενεργών κινηματογραφιστών εκεί έξω και σε ένα ψυχαγωτικό πακέτο που, παρά τις δυομισι ώρες διάρκειάς του, πραγματικά κυλάει νεράκι.






