• ΝΕΑ
  • ΤΑΙΝΙΕΣ
  • ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ
  • ΠΡΟΣΕΧΩΣ
  • ΝΥΧΤΕΣ ΠΡΕΜΙΕΡΑΣ
  • ATHENS OPEN AIR
  • ΤΑΙΝΙΟΘΗΚΗ

  • AOAFF 2026
  • ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ
  • ΑΤΖΕΝΤΑ
NEWSLETTER

Γιάννης Σπανός (1934-2019): Αποχαιρετισμός για έναν κορυφαίο

1 Νοέ 2019 | Θέματα | 0 comments

Πέθανε χθες σε ηλικία 85 ετών ένας από τους σπουδαιότερους και πιο ευλύγιστους Έλληνες μουσουργούς, ο άνθρωπος που έφερε το Νέο Κύμα στην Ελλάδα και χρωμάτισε ανεπανάληπτα το λαϊκό ελληνικό τραγούδι.
ΜΟΙΡΑΣΟΥ ΤΟ

Δεν πρέπει θρήνος σε δημιουργούς και ανθρώπους όπως ο Γιάννης Σπανός. Το εύρος της δημιουργίας του, οι πλήρεις μέρες του και αυτός ο γλυκύτατος προσηνής χαρακτήρας του δεν το επιτρέπουν. Ήταν βέβαια ακμαίος στη δουλειά του, ασίγαστη η συναυλιακή του δραστηριότητα, ακόμα και τώρα ετοιμαζόταν μια ακόμα ζωντανή συνεργασία που περιμέναμε πως και πως κι αυτό μια τσιμπιά στην καταφέρνει.

Ο Σπανός ήταν κάτι σαν ένα μουσικό παγόβουνο. Ένας ήρεμος άνθρωπος, «ένας ήσυχος άνθρωπος», κατά τα κινηματογραφικά δικά μας, που έπλεε γαλήνια στο μουσικό τοπίο, αν όμως είσαι από εκείνους που ψάχνουν τους ανθρώπους πίσω από τον τραγουδιστή τους θα διαπίστωνε και θα προσέκρουε στον απίστευτο, πλαστικό όγκο του έργου του.

Ο Σπανός ήταν πρύτανης του chanson, πιανιστικός ακομπανιατέρ κλάσεως στην αριστερή όχθη του Παρισιού, συνθέτης για την Μπριζίτ Μπαρντό αλλά και την θρυλική Ζιλιέτ Γκρεκό. Ήταν επίσης αυτός που εισήγαγε τη λογική αυτή στην Αθήνα, που έλουσε στο ημίφως την Πλάκα, έφτιαξε τις μπουάτ, ισορρόπησε έναν λίαν ταραγμένο ελληνικό κόσμο του ’60 με μια άλλη, όχι απαραίτητα λιγότερο πολιτική, αλλά σίγουρα πιο λυρική, πιο μελωδική προσέγγιση.

Η μελωδία του Σπανού είναι ανεξάντλητη, το μπόλιασμα της ελληνικότητας των ήχων του κουβεντιάζει διαρκώς με τις ποπ ατμόσφαιρες του ‘60, ξανοίγεται από το μελόδραμα στα psych grooves, από το τραγούδι του interprète (των ερμηνευτών της αριστερής όχθης) στο ατμοσφαιρικό soundtrack. Και βέβαια όλη αυτή η συγκλονιστική λαϊκή τραγουδοποιΐα του στην Ελλάδα, με την οποία δεν θα καταπιαστούμε εδώ εμείς.

Ο Σπανός γεννήθηκε στο Κιάτο τον Μεσοπόλεμο, προετοιμαζόταν από τον οδοντίατρο μπαμπά για επιστήμονας, όμως ο ίδιος είχε, μ’ εκείνη την φοβερή του πραότητα πάντα, άλλη γνώμη. Και ξεκίνησε να την υλοποιεί ταξιδεύοντας στην δεκαετία του ’50 στην Ευρώπη. Πέρασε από την Ιταλία, την Αγγλία, την Γερμανία, του πήρε την καρδιά το Παρίσι. Ήρθε εδώ για να μπει στη Νομική, μπήκε, αλλά βγήκε τρέχοντας κι επέστρεψε στο Παρίσι, όπου και εγκαταστάθηκε το 1961. «Κυριάκος» το ψευδώνυμο της αρχής και σιγά-σιγά η προσπάθεια να βγάζει τα προς το ζην, τι άλλο, παίζοντας πιάνο.

Η επιτυχία του εκεί, άγνωστη στον πολύ κόσμο εγχωρίως, ήταν υπολογίσιμη. Η δισκογράφηση με την Μπαρντό, η γνωριμία με την Γκρεκό (και τα δείπνα με τον Πικολί και την Φρανσουάζ Σαγκάν) και τα τραγούδια που της έδωσε, τα 20 τραγούδια σε 45αράκια με τον Μαρσέλ Ροθέλ (αργότερα μεταγλωττισμένα ήρθαν κι εδώ για, μεταξύ άλλων, την Χωματά και τον Πουλόπουλο), η Λαφορέ, ο Γκενζμπούρ, η Αρνάκ και ουκ ολίγοι ακόμα που τον ερμήνευσαν. Οι λάτρεις του βινυλίου μόνο ξέρουν πόσο κοστίζουν σήμερα μερικές από τις παρισινές συνεργασίες του συνθέτη.

Η σχέση του Σπανού με το σινεμά δεν ήταν ευρεία, έχει δεν έχει 20 σάουντρακ στο ενεργητικό του. Για το ευρύ κοινό το εξής ένα, το ορισμικό μιας εποχής κι ενός στυλ σινεμά εγχωρίως, «Εκείνο το Καλοκαίρι», που κέρδισε και το βραβείο Μουσικής στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης. Είναι βέβαια ένα εκπληκτικό, ατμοσφαιρικό σάουντρακ, δεν περιμένατε εμάς. Είναι επίσης και από εκείνες τις μουσικές που περισώζουν ελλιπείς δραματουργίες και λειτουργούν σαν συγκολλητική ουσία. Γενικώς, ευλογία.

Υπάρχουν όμως και άλλες μουσικές για το σινεμά. Για το ελληνικό ταινίες όπως το «Καλώς Ήλθε το Δολάριο» του Σακελλάριου, οι «Όμορφες Μέρες» (1970) του Ασημακόπουλου, φυσικά οι «Σκιές στην Άμμο» του Μαυρομάτη και της Χωματά που ζούσαν τότε τον έρωτά τους. Οι ταινίες δεν είναι καλές  και δεν θα καλυτέρευαν. Η μουσική του Σπανού όμως τους χάριζε στίγμα, πέρα από την μελωδική ανωτερότητα, που τις τοποθετούσε χρονικά, τους χάριζε συναίσθημα, τις έκανε περίβλεπτες ακόμα και σήμερα.

Μετά το ’70, που ο Σπανός ακόμα πηγαινοέρχεται Παρίσι-Αθήνα, η «Ερωτική Συμφωνία» (1972) του Καζάκου, το soft core του Ερρίκου Ανδρέου «Αναζήτησις…» με τη Ναθαναήλ και τον Αντωνόπουλο έχει ένα εθιστικό θέμα και ενορχηστρώσεις που αποδεικνύουν την παιδεία και την μουσική ευαισθησία του Σπανού, οι «Εκβιασταί» του Φιλίππου, με απόηχους Μορικόνε περασμένους σε νεοκυματική Ελλάδα, το «Συμπόσιο» (1975) του Κολλάτου, επίσης μνημείο εποχής κι εκείνης της εντυπωσιακής όσμωσης που κατάφερνε ο Σπανός μεταξύ της ευρωπαϊκής μελό φινέτσας και του ελληνικού στοιχείου.

Υπάρχουν και οι μουσικές για το γαλλικό σινεμά. Το «La Chambre Rouge» με τον Μορίς Ρονέ (που δεν ξέρω αν κάποιος έχει δει, να μας πει) αλλά έχει μια μουσική θαύμα – που αργότερα το θέμα της θα γινόταν και τραγούδι για την Αλέκα Κανελλίδου. Το «Vous intéressez-vous à la chose?» με τη Ναταλί Ντελόν, ενώ φυσικά υπάρχει και το «Sidonie» που δόθηκε στην ταινία του Μαλ «Η Ιδιωτική μου Ζωή» – το σάουντρακ δεν ανήκει στον Έλληνα συνθέτη – και το τραγουδά βέβαια η Μπαρντό.

Πάντα ένας αποχαιρετισμός σε σημαίνοντες έχει πίκρα, εδώ ακόμα πιο πολύ γιατί ο Σπανός, κατά τον υπογράφοντα, ήταν μέγιστης συνεισφοράς, αντίπαλο δέος κανονικό στα χατζιδακικά και θεοδωρακικά «άκρα» της παραγωγής μας, μελωδικά αστείρευτος αλλά και στιλιστικά απρόβλεπτος, παραπάνω κι από τους προαναφρθέντες. Έφερε Ποίηση στο τραγούδι μας με τις «Ανθολογίες» του (κι όχι μόνο), έφερε την εσωτερικότητα του Νέου Κύματος με την διαφορετική της ενατένιση, έφτιαξε λαϊκά τραγούδια να βροντάει ο τόπος, έκανε αστικό τραγούδι (με Πάριο, Κανελλίδου, Μαρίνο κι άλλους πολλούς) μεγάλης εμβέλειας, προίκισε «ανυπόληπτες» ταινίες πετώντας πάνω ακόμα κι από μια progressive προσέγγιση, έκανε πολλά.

Και τα έκανε χωρίς ποτέ να σηκώνει το κεφάλι απ’ το πιάνο, χωρίς να μας απασχολεί με τις «στάσεις» του, χωρίς ποτέ να υπενθυμίζει «πολιτικά» τον δημιουργικό όγκο του. Ήταν εδώ, σεμνά και ταπεινά, και μας έπαιζε Μουσική.
Αντίο κύριε Γιάννη.

ΜΟΙΡΑΣΟΥ ΤΟ