Με αφορμή τη Σαρκική Εξάρτηση του Πατρίς Σερό, μια ταινία που μπλέκει τα όρια ανάμεσα στο πορνό και το mainstream, ρίχνουμε μια ματιά εκεί που το Χόλιγουντ διστάζει να περπατήσει. Την απεικόνιση δηλαδή του σεξ στον κινηματογράφο, με στόχο όχι τον ερεθισμό, αλλά την σκέψη…
Στις 14 Οκτωβρίου του 1972, το κοινό του Φεστιβάλ της Νέας Υόρκης ήρθε αντιμέτωπο με κάτι που δεν είχε συμφωνήσει στη σύμβασή του με το mainstream σινεμά: σεξ. Όχι μηχανικό, προβαρισμένο, στερεότυπο fade-out σεξ, αλλά ερωτικό, πρωτόγονο, “τσαλακωμένο”, βίαιο. Γνωρίζοντας μόνο τον ξεκάθαρο διαχωρισμό μεταξύ της χυδαιότητας της πορνογραφίας και ενός ευπρεπισμένου σικέ ερωτισμού, ο θεατής παρασύρθηκε σ’ ένα άδηλο ενδιάμεσο, σ’ ένα Τελευταίο Ταγκό στο Παρίσι, τα βήματα του οποίου αγνοούσε. Όσοι βρέθηκαν σε εκείνη την σκοτεινή αίθουσα ένιωσαν την έκπληξη, την αμηχανία, το σοκ, ίσως και τον τρόμο που περιλαμβάνει το ωμό σεξουαλικό πάθος. “Η επανάσταση στο σινεμά επιτέλους έφτασε” έγραφε τότε η Πολίν Καέλ για την ταινία που “άλλαξε τα δεδομένα της τέχνης”. Μόνο που και η ίδια πρόσθετε ότι ” το κοινό χειροκρότησε όρθιο τον Μπερτολούτσι, στην έξοδο όμως όλοι ήταν σιωπηλοί, τρέμοντας το πάρτι που ακολουθούσε”. Και αυτό γιατί, όπως και το ανώνυμο σεξ στο οποίο επιδίδονταν οι δύο μοναχικοί ήρωες της οθόνης, η “επανάσταση” αδυνατούσε να υπάρξει έξω από τα στενά όρια της αίθουσας και για αυτό είχε ημερομηνία λήξης. Κανείς δεν ήταν πραγματικά έτοιμος να δεχτεί την αλλαγή. Ειδικά το εμπορικό σινεμά.
Το ταγκό αποδείχτηκε κυριολεκτικά τελευταίο με το Χόλιγουντ να αρνείται να ανοίξει τις πύλες στο ενήλικο ερωτικό σινεμά και με μία εντυπωσιακή επιτόπια στροφή να υποχωρεί στις συντηρητικές του ρίζες. Ταυτόχρονα η επανάσταση του βίντεο, έδωσε νέο νόημα στις “ιδιωτικές προβολές” προωθώντας ένα δυναμικό ρεύμα από Β και C movies που υποψίαζαν την έτοιμη αγορά με το?μαλακό. Το μαλακό πορνό δηλαδή.
Περνώντας στα ουδέτερα 90ς, η περίπτωση του Pretty Woman μιλάει από μόνη της για τον στρουθοκαμηλισμό της εποχής. Το παράδειγμα αυτό αποδεικνύει και τι πραγματικά ενοχλεί το Χόλιγουντ και αυτό δεν είναι το ήθος – η ηρωίδα παραμένει πόρνη και ο ήρωας εξακολουθεί να την αγοράζει.Με την εκπνοή του αιώνα όμως και την είσοδο του νέου millennium οι αλλαγές αποδείχτηκαν ραγδαίες. Ένα γκρουπ αφελών Ηλιθίων που επιδίδονται σε όργια, ένας χασάπης παιδεραστής Μόνος Εναντίον Όλων, μία διαλυμένη οικογένεια που ζει το δικό της Sitcom, μία νεαρή κοπέλα σε αναζήτηση σεξουαλικής ταυτότητας και ενός αλλιώτικου Romance, δύο διαφορετικές Θέλμα και Λουίζ που προκαλούν τα θύματά τους να? Baise Moi. Ξαφνικά η μεγάλη οθόνη υποδέχεται στους κόλπους της την ολοκληρωτική γύμνια των πρωταγωνιστών της και, πρωτοφανές για τα μέχρι τότε δεδομένα, ανέχεται ψήγματα hard core, με την διαβόητη “διείσδυση” να αποτελεί κινηματογραφική πρόκληση για τους απανταχού πειραματιστές σκηνοθέτες και τολμηρούς ηθοποιούς.
Γυναίκες, άντρες, δωμάτια ξενοδοχείων. Η οθόνη κατοικείται από μοντέρνες τραγωδίες εραστών, που τους είναι απλό να εμπιστευθούν τις γυμνές φαντασιώσεις τους σ’ έναν ξένο, στέκονται ανίκανοι όμως να του χαρίσουν τον συναισθηματικά απογυμνωμένο εαυτό τους. Πορνογραφικές Σχέσεις χωρίς Σαρκική Εξάρτηση με ελάχιστες από αυτές να καταλήγουν στο ότι υπάρχει κάτι Καλύτερο από Σεξ. Στις θλιβερές μας κοινωνίες, οι πόρνες που εξαγοράζει κάποιος μοναχικός άντρας για να ζήσει την ονείρωξη που μπερδεύει με ερωτά και να βρεθεί για λίγο στο Κέντρο του Κόσμου, δεν μεταλλάσσονται όταν χτυπήσει μεσάνυχτα. Παραμένουν κολοκύθες. Δεν υπάρχει έξοδος κινδύνου. Αυτό που βλέπεις, αυτό παίρνεις.
Το σεξ ως μεταφορά μπορεί να σοκάρει περισσότερο από πορνογράφημα. Δεν είναι μόνο ότι η κάμερα πλησιάζει πολύ ωμά τα σώματα των πρωταγωνιστών. Τόσο που ο Γουέιν Γουάνγκ σκέφτηκε να πιέσει τους ηθοποιούς του να κάνουν πραγματικό σεξ ώστε η αλήθεια να μην ξεγλιστρήσει μέσα στα κλειστά φώτα. Ούτε γιατί η Νεοζηλανδή Κέρι Φοξ ξεπέρασε κάθε κινηματογραφική “οικειότητα” κάνοντας στοματικό έρωτα στον συμπρωταγωνιστή Μαρκ Ράιλανς στην πιο πολυσυζητημένη σκηνή της ταινίας. Σοκάρει γιατί μπορεί να εγκλωβίσει το κοινό σε φαντασιώσεις που γίνονται εφιάλτες ακόμα και με τα Μάτια Ερμητικά Κλειστά. Σε όσα δεν συμβαίνουν ανάμεσα στα πόδια, αλλά μέσα στο μυαλό.
Κανείς δεν ξέρει πόσο ακόμα θα τεντωθούν τα όρια. Πόσο θα συνεχίσουν οι πειραματισμοί και πόσο κοντά θα στηθεί η κάμερα για το επόμενο στριπτήζ. Το σίγουρο είναι ότι ένα μόνο πράγμα μένει να κάνουμε.
“Fuck”.
Απόσπασμα από το άρθρο της Πόλυς Λυκούργου που δημοσιεύτηκε στο τεύχος 127 του περιοδικού ΣΙΝΕΜΑ






