Από τον Λουκά Κατσίκα
Ξεκινώ να γράφω αυτό το κείμενο έχοντας προηγουμένως σκοντάψει επάνω σε έναν λυτρωτικό αφορισμό της Εϊμι Τόμπιν στο περιοδικό Film Comment. Η αξιοσέβαστη κριτικός αποχαιρετά με κάμποση ειρωνεία ένα κινηματογραφικό κίνημα που πολλοί φεστιβαλικοί διοργανωτές, κάποιες εξυπνακίστικες πένες της κριτικής και μερικοί χρήστες του διαδικτύου πρότειναν ως την «ήσυχη επανάσταση» στον τομέα του ανεξάρτητου σινεμά. Πόσο ήσυχη μπορεί να είναι, βέβαια, μια σειρά ταινιών στις οποίες οι πρωταγωνιστές μιλούν ακατάπαυστα- μασώντας τις περισσότερες φορές τα λεγόμενά τους- δεν μπορώ να το απαντήσω. Αυτός είναι κι ο λόγος που το βραχύβιο (ή καλύτερα παρ ολίγον) κινηματογραφικό κίνημα βαφτίστηκε mumblecore. Από το μακρόσυρτο μουρμουρητό των ηρώων που γίνεται ακόμη πιο έντονο εξαιτίας της ερασιτεχνικής δουλειάς που συναντά κανείς στον ήχο των φιλμ.
Ποιοι είναι οι σημαντικότεροι εκφραστές αυτού του ιδιώματος; Ο Αντριου Μπουτζάλσκι, τα αδέλφια Τζέι και Μαρκ Ντιπλά και εσχάτως ο Τζο Σουάνμπεργκ. Οι Ελληνες θεατές είναι ζήτημα αν γνωρίζουν μόλις τον πρώτο εκπρόσωπο της συγκεκριμένης ομάδας κι αυτό λόγω της σύντομης κυκλοφορίας που είχε το ντεμπούτο του, «Funny Ha Ηa», πέρσι σε μία και μοναδική αίθουσα της Αθήνας. Θα έλεγα ότι είναι τυχεροί. Το πάμφθηνο δημιούργημα του Μπουτζάλσκι που χρονολογείται από το 2002 είναι και το μοναδικό, ίσως, φιλμ αυτής της υποκατηγορίας που είχε κάποιο ενδιαφέρον. Υπήρξαν αρκετές, ασφαλώς, φωνές που βιάστηκαν να στολίσουν τον νεαρό σκηνοθέτη με σχεδόν αστείους χαρακτηρισμούς όπως «νέος Τζον Κασαβέτης». Λέω βιάστηκαν, γιατί το πρωτόλειό του δεν ξέφευγε από το επίπεδο του απλά συμπαθούς και κυρίως επειδή η αμέσως επόμενη ταινία του, το μετριότατο και μανιερίστικο «Μutual Αppreciation», απέδειξε ότι καλό είναι να μην βιαζόμαστε να κολλάμε ταμπέλες που σύντομα μετανιώνουμε.
Οπως και να χει, η παρακολούθηση μιας τουλάχιστον mumblecore ταινίας αρκεί για να σε πείσει πόσο όλες τους πιπιλούν την ίδια φλύαρη καραμέλα και πώς πάσχουν από παρόμοια συμπτώματα. Επαναπαύονται σε μια τεμπέλικη σκηνοθεσία και παίρνουν υπερβολικά στα σοβαρά τον εαυτό τους, την ώρα που δείχνουν αρκετά απασχολημένες στο να κινηματογραφούν ελάχιστα ενδιαφέροντες νεαρούς ανθρώπους στις ατέλειωτες και αβυσσαλέα ευτελείς συζητήσεις τους. Για όλους αυτούς τους τρομερά φτωχούς συγγενείς του Ερίκ Ρομέρ που, σε μερικές περιπτώσεις, ούτε τα στοιχειώδη δεν φαίνεται να γνωρίζουν για το πώς να κάνουν σινεμά, το μόνιμο άλλοθι της κακοτεχνίας τους ήταν η έλλειψη οικονομικών πόρων. Ποτέ η απουσία ταλέντου. Οι νεαροί αυτοί σκηνοθέτες απεύθυναν συνεπακόλουθα τις λογοδιάρροιές τους προς τη μεριά της εναλλακτικής νεολαίας των αμερικανικών πανεπιστημιών και των blogs, εκείνης που τρώγεται με τα ρούχα της για να βρει πρώτη την επόμενη μεγάλη «ανακάλυψη». Κάπως έτσι, ταινίες-μοντέλα κινηματογραφικής ανυπαρξίας όπως το προπέρσινο «Τhe Puffy Chair» κατόρθωσαν να κερδίσουν εισιτήριο διαρκείας για αρκετά φεστιβάλ του κόσμου (ανάμεσά τους και το διαγωνιστικό τμήμα της συμπρωτεύουσας), όχι όμως και για τις αίθουσες. Παρέμειναν ένα προϊόν εσωτερικής κατανάλωσης και -μπορώ να βεβαιώσω – αμηχανίας από τους περισσότερους θεατές τους.
Το πιο πρόσφατο παράδειγμα αυτού του άδοξου κινηματογραφικού κινήματος πέρασε φέτος και από το φεστιβάλ Θεσσαλονίκης. Ηταν το «Ηannah Takes The Stairs» του Τζο Σουάνμπεργκ, του «φαφλατά με το μεγαλύτερο στόμα από όλους» όπως τον χαρακτηρίζει η Τόμπιν. Η ταινία θα πρέπει να θεωρηθεί εμβληματική στο είδος της, όχι μόνο γιατί συνοψίζει ιδανικά την αισθητική μεθοδολογία του mumblecore αλλά και επειδή βάζει τους βασικούς του εκπροσώπους, Μπουτζάλσκι και Ντιπλά, να σιγοντάρουν ερμηνευτικά και σεναριακά τον σκηνοθέτη του «Κissing On The Μouth» (φωτό). Βλέποντας κανείς τις εγωιστικές φιλολογίες του Σουάνμπεργκ καταλαβαίνει γιατί μια τέτοια φιλμική υποκατηγορία δεν θα λείψει σε πολλούς, όταν εκλείψει. Αν αυτό το επιτηδευμένο σινεμά αποτελεί πρόταση προς το σημερινό κοινό, αν εδώ βρίσκεται η ελπίδα για κάτι ανανεωτικό, τότε -συγγνώμη, αλλά- νομίζω ότι την έχουμε πολύ άσχημα.





