Candyman

Ο εικαστικός Άντονι (Γιάχια Αμπντούλ Ματίν ΙΙ) και η διευθύντρια γκαλερί Μπριάνα (Τιγιόνα Πάρις) είναι ένα νεαρό ζευγάρι αφροαμερικανών το οποίο έχει μόλις μετακομίσει στο λουσάτο loft διαμέρισμα ενός ριζικά αναδιαμορφωμένου Καμπρίνι-Γκριν που δε θυμίζει πια σε τίποτε την άλλοτε υποβαθμισμένη γειτονιά του Σικάγο. Εκεί όπου δέσποζε κάποτε ένα συγκρότημα κατοικιών βυθισμένο στον τρόμο ενός αστικού μύθου για κάποιον υπερφυσικό ψυχοπαθή δολοφόνο που σκότωνε όποιον τολμούσε να αναφέρει το όνομά του πέντε φορές μπροστά σε καθρέφτη. Ο μύθος του Candyman φτάνει στα αυτιά του Άντονι, ο οποίος αποφασίζει να προκαλέσει την τύχη του σε μία προσπάθεια να βρει την έμπνευση που θα ξεκολλήσει την στάσιμη καριέρα του. Η φαουστικού χαρακτήρα συναλλαγή που κάνει όμως θα τον τραβήξει προς ένα σκοτάδι που κρύβει πολύ αίμα.
Το «Candyman» του 1992 σηματοδότησε την πρώτη mainstream ταινία τρόμου με μαύρο ηθοποιό στο επίκεντρο, σχεδόν 25 χρόνια μετά το ανάλογο ριζοσπαστικό εγχείρημα του Τζορτζ Ρομέρο στη «Νύχτα των Ζωντανών Νεκρών» και αφού στο ενδιάμεσο είχε δώσει ανάλογα δείγματα γραφής το σινεμά του blaxploitation. Στο remake του «Candyman», υπό την φροντίδα – σε παραγωγή και σενάριο – του Τζόρνταν Πιλ («Τρέξε!», «Εμείς») και την υποσχόμενη σκηνοθετική υπογραφή της Νία ΝταΚόστα (στα 31 της γυρίζει ήδη το «The Marvels»), ο κοινός θεματικός παρονομαστής του ρατσισμού εναντίον των μαύρων στις ΗΠΑ επικαιροποιείται και διευρύνεται. Αφενός στο πλαίσιο του Black Lives Matter, αφετέρου γύρω από μία γενικότερη κοινωνικοπολιτική θεώρηση που συμπεριλαμβάνει την εκτόπιση (και) της μαύρης κοινότητας από τα αμερικανικά αστικά κέντρα μέσω του περίφημου gentrification.
Το ιστορικό έγκλημα ενάντια στη μαύρη φυλή δεν εναποτίθεται απλά στο μακρινό παρελθόν, αλλά αποκτά στο πλαίσιο του νέου «Candyman» μια επίμονη διαχρονικότητα
Αξίζει εξαρχής να ξεκαθαρίσουμε πως η περίπτωση του νέου «Candyman» ουδεμία σχέση έχει με την πληθώρα χολιγουντιανών remake που κυνηγούν αποκλειστικά το χρήμα μέσω της στείρας κινηματογραφικής ανακύκλωσης περασμένων επιτυχιών. Υπάρχουν μπόλικη σκέψη και ιδέες από πίσω να υποστηρίξουν την ύπαρξή του. Ξεκινώντας από το γεγονός ότι η πηγή του κακού στην ταινία της ΝταΚόστα δεν είναι μονάχα εκείνος ο μαύρος καλλιτέχνης του 19ου αιώνα που λιντσαρίστηκε από τον λευκό όχλο επειδή έκανε το λάθος να ερωτευτεί μια λευκή, όπως μας έδειχνε το φιλμ του ‘92. Το ιστορικό έγκλημα ενάντια στη μαύρη φυλή δεν εναποτίθεται απλά στο μακρινό παρελθόν, αλλά αποκτά στο πλαίσιο του remake μια επίμονη διαχρονικότητα, όταν ο εκδικητικός μακελάρης Candyman δεν είναι πλέον ένα πρόσωπο αλλά πολλά. Όλα τους θύματα της ίδιας ρατσιστικής βίας που ξεκινά από την εποχή των σκλάβων και φτάνει στην αστυνομική βία του σήμερα και που αθροιστικά γεννούν ένα πολυσύνθετο φάντασμα του συλλογικού.
Έπειτα, υπάρχουν παράμετροι όπως η ταξικότητα και η εμπορευματοποιημένη τέχνη που μπαίνουν στην εξίσωση μιας εργαλειακής συναλλαγής μεταξύ των αφροαμερικανών με το πλαίσιο, εφόσον οι τελευταίοι έχουν το σχετικοποιημένο προνόμιο να μπουν στο παιχνίδι της επιβίωσης με τους όρους που συνήθως απολαμβάνει κάποιος ισχυρός και πιθανότατα λευκός, για να δούμε λίγο και τα χαρακτηριστικά του οικονομικά εύρωστου πρωταγωνιστικού ζεύγους που αρχικά διαχειρίζεται απαθώς το βαρύ παρελθόν της χίπστερ αναδιαμορφωμένης νέας του γειτονιάς. Κοινώς, η μετακόμιση του Άντονι και της Μπριάνα σε λουξ διαμέρισμα που καταλήγει σε κόλαση μπορεί να είναι ένα μοτίβο παρμένο από το «Μωρό της Ρόζμαρι», με τη διαφορά ότι εδώ ο διάβολος δεν είναι απλώς ο αστικός εγκλωβισμός (που εδώ για τον Άντονι λειτουργεί ενδεχομένως και σαν μια πατριαρχική επιταγή να μην δεχτεί τη σύντροφό του ως πιο επιτυχημένη από τον ίδιο), αλλά η ύβρις της ιστορικής λήθης, μιας και αυτή είναι που τιμωρεί τελικά ο Candyman. Και συμπτωματικά, η αποκάλυψη της ξεχασμένης αλήθειας για τον Άντονι – προσωπικής και ιστορικής – ξεκινά από μια συνάντηση στο πλυντήριο. Όπως συμβαίνει και στην ταινία του Πολάνσκι.
Σε αυτό το ήδη πυκνό σημειολογικά πλαίσιο και με εμφανή τη διάθεση εκφραστικού πλουραλισμού, το «Candyman» της ΝταΚόστα έχει να παραθέσει από animation και θέατρο σκιών μέχρι ζωγραφική και εικαστική εγκατάσταση. Αλλά επειδή στο κάτω κάτω της γραφής έχουμε να κάνουμε με ταινία φρίκης, το gore στοιχείο διαρκώς παραμονεύει να εμφανιστεί παντοιοτρόπως – όπως άλλωστε και ο ίδιος ο Candyman – και δε θα λυπηθεί στιγμή να δείξει σε γκρο πλαν ανοιγμένους λαιμούς, κομμένους τένοντες, ακρωτηριασμένα μέλη και σάρκες σε αποσύνθεση, μαζί με φόνους σε παγερό γενικό πλάνο με φόντο την πρόσοψη μιας πολυκατοικίας, σαν να πρόκειται για σκηνή από ταινία του Ντε Πάλμα ή του Άστερ.
Ταυτόχρονα, η ΝταΚόστα μοιάζει να μας προϊδεάζει από νωρίς για την ανατροπή που θα πρέπει να περιμένουμε, όσο μας δείχνει περιστασιακά τους ουρανοξύστες του Σικάγο ανάποδα, να χάνονται στη χαμηλή νέφωση. Και όλα βαίνουν καλώς, τουλάχιστον μέχρι τη μέση όπου ο ήρωας έχει ήδη αρχίσει να βλέπει γύρω και πάνω του σημάδια από το ριψοκίνδυνο παιχνίδι του με τον αστικό μύθο του Candyman, στη λογική πάντα μιας κατάρας την οποία ο ίδιος έχει επιλέξει σε προκαλέσει σαν παιδί που πειράζει μελίσσι – για να κλείσουμε και εμείς το μάτι στην πρωτότυπη ταινία. Το πράγμα αρχίζει να περιπλέκεται όμως αχρείαστα όταν το ξεχασμένο παρελθόν του Άντονι θα έρθει ψυχαναγκαστικά να ενσωματωθεί στην ιστορία, μια τυπολατρική παθογένεια του σεναρίου από την οποία πολλά horror αδυνατούν να ξεφύγουν. Εδώ εντοπίζεται και το βασικότερο ατόπημα αυτής της ασφαλώς καλοδεχούμενης επαναπροσέγγισης πάνω σε ένα καλτ φιλμ του είδους. Το ότι για το μεγαλύτερο μέρος του το «Candyman» κινείται προς μια κατεύθυνση διεγερτική για τη σκέψη και επιθετική στο μάτι, δε σημαίνει ότι απαγγιστρώνεται πλήρως από τον γάντζο της μανιέρας ή την υπερφόρτωση εξαιτίας όσων πασχίζει να χωρέσει στη στιβαρή διάρκεια των 90 λεπτών.
ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ
- ΠΑΡΑΓΩΓΗ ΗΠΑ, Καναδάς
- ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑ Νία Ντα Κόστα
- ΣΕΝΑΡΙΟ Γουίν Ρόζενφελντ, Νία Ντα Κόστα, Τζόρτζαν Πιλ
- ΗΘΟΠΟΙΟΙΒανέσα Γουίλιαμς | Γιάγια Αμντούλ-Ματίν ΙΙ | Κόλμαν Ντομίνγκο | Νέιθαν Στιούαρτ-Τζάρετ | Τεγιόνα Πάρις
- ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑΤζον Γκουλεσέριαν
- ΔΙΑΡΚΕΙΑ'91
- ΔΙΑΝΟΜΗTulip Entertainment





