Υπήρχε ένα αγκάθι, δικαιολογημένο εκ μέρους Κόπολα, ότι η ταινία ίσως δεν θα έπρεπε να πάει στο καμίνι των Καννών αβοήθητη από την είδηση πως έχει αγοραστεί από διανομέα. Ωστόσο, καθώς φαίνεται το έργο είναι έτσι, είναι τέτοιο, που αγοραστές δεν έχουν ακόμα βρεθεί. Κι έτσι το ρίσκο να προβληθεί σε ένα κοινό κριτικών του φεστιβάλ πρέπει να ληφθεί, με σχεδόν δεδομένο ήδη τον σάλο και τις διχασμένες εντυπώσεις. Θα βοηθηθεί η ταινία από αυτό; Θα δούμε. Θα βοηθηθεί σίγουρα αν οι εντυπώσεις είναι ενθουσιώδεις. Με βάση αυτό που ακούγεται για την ταινία και την κατάσταση της διεθνούς κριτικής – ακόμα χειρότερα: την κατάσταση των media που θα παραλάβουν τις εντυπώσεις της – οσμίζεται κανείς προβλήματα. Δεν πειράζει. Η ταινία είναι ήδη έτοιμη.
Με δεδομένο ένα (επαίσχυντο λέω εγώ) άρθρο του Hollywood Reporter προχθές, 8 Απριλίου, η επιχειρησιακή όψη του «Megalopolis» δείχνει ωχρή. Αν ο Κόπολα περίμενε από σημερινούς executives να πανηγυρίσουν στην θέα της νέας ταινίας του αυτό σύμφωνα με πολλούς δεν συνέβη, η αμηχανία των παραγωγών και των λογιών executives ήταν σαφής: «Είναι αδύνατον να τοποθετήσεις αυτή την ταινία στην αγορά». Αυτός που θα το αγοράσει θα πρέπει να είναι περίπου εξίσου ηρωικός με τον ίδιο τον Κόπολα. Η ατμόσφαιρα, κακά τα ψέμματα, θυμίζει την εποχή πριν το «Αποκάλυψη Τώρα» (εντυπωσιακό αλήθεια να το έχεις κάνει δυο φορές αυτό), όταν όλοι θεωρούσαν ότι η βόμβα εκείνη θα έπαιρνε πολύ κόσμο μαζί της, πρώτο τον Κόπολα. Κατά μία έννοια, είχαν δίκιο. Λογικά τέτοια πράγματα δεν επαναλαμβάνονται. Η βασική διαφορά, ίσως, είναι ότι τότε υπήρχε ισχυρότερος κριτικός λόγος και σαν γραφή και σαν ρόλος στην κοινωνία. Χωρίς κριτική τέτοια έργα δεν φιλτράρονται και δεν μένουν στην ιστορία. Στην εποχή των εικονιδίων, ίσως έχουμε μια τέτοια τύχη-λήθη για το «Megalopolis».
Σε άλλα, διασκεδαστικότερα, με τον Φρεμό να έχει ήδη στο πρόγραμμά του Μίλερ (79), Κόπολα (85) και Κόστνερ (69, έφηβος), ειναι θέμα χρόνου να αρχίζουν να γράφονται agist αρλούμπες περί της γερουσίας των Καννών. Στον αντίποδα, η γενιά του '70 εξακολουθεί, ελλείψει και απογόνων (ή κριτικών που θα αποτιμήσουν επιτέλους την γενιά του '90 πιο συνεκτικά) να απλώνει βαριά σκιά γύρω από τα κινηματογραφικά μας πράγματα. Δεν είναι απολύτως υγιές, αν και σε πολλούς από εμάς δεν θα βρείτε διαφωνούντες, είναι όμως χαρακτηριστικό μιας εποχής που έχει διαιρέσει τους σημαντικούς της σε πλατφόρμες (Φίντσερ), σε ακύρωση (Σίνγκερ), σε Όσκαρ-friendly αναντιστοιχίες (Αρονόφσκι), ή φεστιβαλική περιφρόνηση (Νόλαν και, με εξαιρέσεις, Πολ Τόμας Άντερσον) με τρόπο που εξασθενεί την πραγματική δυναμική τους η οποία πάντως, ίσως, δεν έχει εξαντληθεί ακόμα.
Τέλος πάντων, πίσω στον Κόπολα και το «Megalopolis», δεν πρέπει να έχουν μείνει και πολλά να μην έχουμε πει για αυτή την πολύ ωραία ιστορία που αποδεικνύει, αν κάποιος το είχε λησμονήσει, ότι ο εξέχων του Νέου Χόλιγουντ είναι young at heart, και πανέτοιμος στα 85 του να βρεθεί στον λάκκο των λεόντων που είναι το σημερινό status υποδοχής μιας ταινίας. Όχι ότι άλλοτε ήταν πολύ καλύτερα, σε εποχές της συμμορίας της Πολίν Κέιλ αναφέρομαι, αλλά τουλάχιστον ήξεραν πέντε πράγματα παραπάνω και ήξεραν και να τα γράφουν.
Ανυπομονησία σταθερή.






