Σα να τέλειωσε ένας προδιαγεγραμμένος μύθος του Αισώπου, η ιστορία του Μάθιου Πέρι τον καθιστά κάτι σαν ένα poster boy των συνεπειών μιας τραυματικής παιδικής ηλικίας αλλά και των επιπτώσεων της διασημότητας. Κι αν ίσως κάποιοι προτιμήσουν την ηθικολογία περί της αυτοκαταστροφικότητας του ανθρώπου, ή κάποιοι άλλοι ξεκινήσουν συμπλεγματικά να απαγγέλουν την διαφορετικότητά τους μιλώντας «για μια σειρά που ποτέ δεν έβλεπαν», τα αποτελέσματα μένουν ίδια. Η θέση δίπλα στον Τζόι μένει πλέον κενή και δύο γενιές θεατών μαθαίνουν τι θα πει απώλεια δικού τους (χωρίς εισαγωγικά) ανθρώπου για ένα τόσο δα προϊόν μυθοπλασίας.
Μένω στο δεύτερο. Κυρίως διότι ως σινεφίλ που έχει παρακολουθήσει θανάτους όχι και λίγων προσφιλών προσώπων, άνευ των οποίων τέχνη (άρα και ζωή) καθίστανται φτωχότερες, πρέπει να πω ότι τα «Φιλαράκια» μένουν εντελώς τα ίδια και οι λάτρεις τους θα εξακολουθήσουν, αφού περάσει ένα πρώτο σοκ, να βρίσκουν το απάγκιο τους σε αυτά. Ο Τσάντλερ, αυτό είναι το αδιανόητο κέρδος της άφθαρτης μυθοπλασίας, δεν θα πάθει ποτέ του τίποτα. Το μόνο που αλλάζει είναι τα μάτια που τον βλέπουν.
Η βιογραφία του Πέρι είναι λίγο-πολύ, μάλλον πολύ, πια γνωστή. Παιδί πολυάσχολων γονιών, πατέρας ηθοποιός, μητέρα εκπρόσωπος Τύπου του τότε πρωθυπουργού του Καναδά (ο Πέρι μοιράζεται σχολικά χρόνια με τον σημερινό πρωθυπουργό της χώρας, Τζάστιν Τριντώ), οδηγήθηκε από νωρίς στην κατάχρηση, θυμίζοντας κάπως την περίπτωση της Ντρου Μπάριμορ (ακόμα νωρίτερα αλκοολική), η οποία όμως απεδείχθη η φωτεινή πευρά του φεγγαριού. Ο Πέρι είχε φαίνεται χαρακτήρα ευάλωτο στον εθισμό και ο οργανισμός του πέρασε μνημειώδη ταλαιπωρία τα τελευταία 25 χρόνια ειδικά.
Βρέθηκε από νωρίς στον κόσμο του θεάματος, έχοντας σύμφωνα ακόμα και με δικά του λόγια πάθος με την διασημότητα, με την διακαή φιλοδοξία της επίτευξης. Πέρασε από αριθμό σίριαλ, ακόμα και από τα «Χτυποκάρδια στο Μπέβερλι Χιλς», μέχρι που η τύχη και το αξιόλογο κωμικό ταλέντο του έδεσαν στις οντισιόν για ένα κάποιο σίριαλ «Six of One». Ήταν ο νεότερος της παρέας. Και η σειρά θα μετονομαζόταν σε «Friends».
Τα 10 επόμενα χρόνια είναι αντικείμενο συλλογικής εμπειρίας και μνήμης, σε βαθμό πλησίον του πρωτόγνωρου για τα τηλεοπτικά δεδομένα των τελευταίων 50 χρόνων. Υπάρχουν σειρές λαοφιλείς, υπάρχουν σειρές που άφησαν εποχή και άλλες που αποτύπωσαν μια cult λατρεία ανεξίτηλη. Ίσως καμμία όλα αυτά μαζί όπως τα «Φιλαράκια». Μιλώντας για sitcom οπωσδήποτε υπάρχει το «Seinfeld», οι Βρετανοί δεν θα έβαζαν ποτέ τίποτα αντάξιο δίπλα στο «Fawlty Towers», όμως τα «Φιλαράκια» αποτελούν σήμερα, 20 χρόνια μετά την ολοκλήρωσή τους, ένα γενεαλογικό φαινόμενο όχι μιας αλλά δύο (και βάλε) γενεών της οικουμένης. Ο Μάθιου Πέρι είχε την ειδική του θέση στο σύμπαν αυτό.
Επιχείρησε και κάποιες κινηματογραφικές προσπάθειες (Τhree to Tango, Fools Rush In, Serving Sara και τα Whole Nine Yards με την συνέχειά του), όλα όμως γνώρισαν κριτική κακοποίηση και ασήμαντες εισπράξεις (πλην του πρώτου Yards, που είχε όμως Μπρους Γουίλις), πιστοποιώντας δύο κλασικούς κανόνες: Ο ένας ότι άλλο κοινό η τηλεόραση, άλλο το σινεμά και ο άλλος ότι όπως στην ιστορία της ποπ η μπάντα υπερτερεί των μελών της.έτσι και στο θέαμα το brand υπερσκελίζει κάθε προσπάθεια που αυτονομείται. Πώς μπορεί η αποτυχία αυτή να έγραψε στον Πέρι ίσως αναφέρεται στην αυτοβιογραφία του, «Friends, Lovers and the Terrible Big Thing». Πάντως, στην τηλεόραση είχε ευτυχή εγχειρήματα («The Ron Clark Story») και πέρα από τα «Φιλαράκια».
Με το προνόμιο μιας αποστασιοποίησης ας πούμε ένα «ησύχασε το παιδί». Ο δρόμος της ζωής του περιείχε αχανή υλική ανταμοιβή και λίγα άλλα – ο άνθρωπος παραείναι περίπλοκο ον για να αρκείται σε τόσα λίγα. Μένει όμως κι ένας κόμπος στο στομάχι. Γιατί όλα κράτησαν μια ανάσα χρόνου για τον ίδιο, γιατί ο Τσάντλερ εκατομμυρίων ζωών δεν μπόρεσε τελικά να μολύνει λίγο περισσότερο τον Μάθιου σώζοντάς του εν τέλει τη ζωή.






