* να διαβαστεί μετά την παρακολούθηση της ταινίας.
Απο τον Μανώλη Κρανάκη
Δεν ξεχνάς ποτέ την πρώτη αγάπη
Πόσο υγιές είναι να αγαπάς έναν σκηνοθέτη που έχει δηλώσει πως η μοναδική του ευθύνη απέναντι στο κοινό είναι να κάνει τον θεατή να νιώθει άβολα; Και πόσο αρρωστημένο μοιάζει να συνεχίζεις να αγαπάς έναν σκηνοθέτη που έχει ομολογήσει πως δεν τον ενδιαφέρουν οι ταινίες που σε διασκεδάζουν αλλά οι ταινίες που σου αφήνουν σημάδια;
Μην ψάχνετε άδικα. Σε μια ιστορία αγάπης δεν υπάρχουν απαντήσεις. Τίποτα δεν είναι απλά υγιές, απλά αρρωστημένο, απλά άσπρο ή απλά μαύρο. Σε μια ιστορία αγάπης δεν μπορείς ποτέ να είσαι σίγουρος για το τι είναι αυτό που σε κρατάει ή αυτό που τελικά σε διώχνει μακριά. Και φυσικά δεν ξέρεις ποτέ πώς θα τελειώσει…
Σίγουρα, όμως, θυμάσαι πώς ξεκίνησε και δεν υπάρχει κανείς που να διαφωνεί πως ο έρωτας των φανατικών θαυμαστών του Ντέιβιντ Φίντσερ με τον αγαπημένο τους σκηνοθέτη υπήρξε κεραυνοβόλος. Για τον καθένα από αυτούς, η αφετηρία ήταν διαφορετική. Αλλοι «έπεσαν» τη στιγμή που η Ρίπλεϊ αυτοκτονούσε στο φινάλε του σχεδόν αποκηρυγμένου από τον ίδιο ντεμπούτου του στο «Αlien 3». Αλλοι παραδόθηκαν αμαχητί περίπου είκοσι λεπτά μετά την αρχή του «Se7en», όταν ήταν πια ολοφάνερο πως το θρίλερ που παρακολουθούσαν επέτρεπε σε μερικές από τις πιο μύχιες σκέψεις τους να βρουν έξοδο προς μια άλλη ηθική. Οι τελευταίοι πρέπει να ερωτεύθηκαν τον Φίντσερ λίγο πριν οι Pixies αναλάβουν δράση στο τελικό -αποκαλυπτικό- πλάνο του «Fight Club» ανακηρύσσοντας την ομώνυμη διασκευή του μυθιστορήματος του Τσακ Πάλανιουκ σε συλλογικό μανιφέστο μιας ολόκληρης γενιάς.
Μην βιαστείτε να διεκδικήσετε μια θέση ανάμεσα στους (για πάντα) ερωτευμένους θαυμαστές του Ντέιβιντ Φίντσερ. Αυτός που αγαπάει πραγματικά τον Φίντσερ και τις ταινίες του είναι – ευτυχώς ή δυστυχώς- επωμισμένος με μια ευθύνη: Αγαπώ τον Φίντσερ σημαίνει αγαπώ τις εμμονές του, τον μηδενισμό του, το σκοτάδι στο οποίο πνίγει εξακολουθητικά τις ιστορίες που επιλέγει να κινηματογραφήσει. Αγαπώ τον Φίντσερ σημαίνει ότι αγαπώ με το ίδιο πάθος τις επιτυχίες του μαζί με τις «αποτυχίες» του, προσπαθώντας να ανακαλύψω πώς θα έμοιαζε το directors cut του «Αλιεν 3» που ο Φίντσερ δεν κατάφερε να επιβάλλει ποτέ ή τι ακριβώς έκανε το «Παιχνίδι» να μοιάζει με ένα υπερφίαλο αλλά τόσο σαγηνευτικό λάθος. Αγαπώ τον Φίντσερ σημαίνει ότι θεωρώ το «Ζodiac» την επιτομή του στυλ και της φιλοσοφικής θεώρησής του για το σινεμά και τον κόσμο και μαζί μία από τις σημαντικότερες ταινίες της τελευταίας δεκαετίας. Αγαπώ τον Φίντσερ σημαίνει ότι αναγνωρίζω στο πρόσωπό του έναν μεγάλο καλλιτέχνη ο οποίος καταφέρνει με κάθε του ταινία να παραμένει ίσως η πιο ενδιαφέρουσα περίπτωση Αμερικανού σκηνοθέτη που εργάζεται μέσα στο σύστημα, ακριβώς και μόνο για να μπορεί να οργανώνει τη δική του υπόγεια επανάσταση.
Και αν μια ερωτική σχέση οφείλει πρωταρχικά να βασίζεται στην πίστη, τότε αυτός που αγαπά τον Φίντσερ δεν αμφιβάλλει. Γνωρίζει πως οι πραγματικά μεγάλοι σκηνοθέτες της ιστορίας του κινηματογράφου υπήρξαν αμφιλεγόμενοι, ικανοί για σπουδαία και λιγότερο σπουδαία πράγματα, ακατάτακτοι, με μια φήμη που υπερέβαινε πάντοτε το έργο τους κι ένα φαν κλαμπ που θα τους αποθέωνε (ακόμη και χωρίς λόγο) σε κάθε τους βήμα, θύματα και θύτες της εποχής τους, έτοιμοι ανά πάσα στιγμή να παραδώσουν, εκεί που κανείς δεν το περιμένει, μια εν τη γενέσει της κλασική ερωτική ιστορία. Οπως αυτή του Μπέντζαμιν και της Ντέιζι.
Οταν χάνεις αυτόν που αγαπάς, είσαι μόνος
Οσοι δεν αγαπούν τον Ντέιβιντ Φίντσερ δεν θα μπορέσουν να καταλάβουν ποτέ τις περίεργες διαδρομές που ακολούθησε ένα κατεξοχήν μη κινηματογραφήσιμο υλικό, πριν φτάσει στα χέρια του. Οταν το 1920 ο Φ. Σκοτ Φιτζέραλντ εξέδιδε την «Απίστευτη Ιστορία Του Μπέντζαμιν Μπάτον», ένα διήγημα βασισμένο σε μια τρελή ιδέα του Μαρκ Τουέιν ο οποίος κάποτε είχε πει πως «Θα μπορούσαμε να ήμασταν περισσότερο ευτυχισμένοι αν γεννιόμασταν 80 χρόνων και σταδιακά πλησιάζαμε τα 18», ο Ντέιβιντ Φίντσερ δεν είχε ακόμη γεννηθεί.
88 χρόνια μετά ο Φιτζέραλντ δεν ζει για να δει το 20 σελίδων διήγημα του να μετατρέπεται σε ένα κινηματογραφικό έπος 160 λεπτών με πρωταγωνιστές δύο από τους μεγαλύτερους σταρ της εποχής μας και με έναν προϋπολογισμό που εκτοξεύτηκε στα 150 εκατομμύρια δολάρια, κυρίως λόγω της χρήσης ενός ανυπολόγιστου όγκου ψηφιακών εφέ. Μπορεί να δυσανασχετούσε για τη σεναριακή επιμήκυνση της ιστορίας του αλλά θα χαιρόταν αν μάθαινε πως ο Φίντσερ γλίτωσε τον «Μπάτον» από τον ακαδημαϊσμό του Ρον Χάουαρντ (και τον Τζον Τραβόλτα στον πρωταγωνιστικό ρόλο), από τη χολιγουντιανή έπαρση του Γκάρι- «Seabiscuit» – Ρος και από την αστάθεια του Σπάικ Τζόουνζ, των τριών πιο ισχυρών διεκδικητών της κινηματογραφικής μεταφοράς του διηγήματός του, την τελευταία δεκαετία.
Πιο κοντά στην αστραφτερή απελπισία του Φιτζέραλντ από οποιονδήποτε ομότεχνό του, ο Φίντσερ κρατούσε το σχέδιο στο γραφείο του για περισσότερο από δέκα χρόνια, περιμένοντας απλά τη στιγμή που θα ένιωθε έτοιμος να το κάνει πραγματικότητα. Πολύ πριν ο θάνατος του πατέρα του τον φέρει αντιμέτωπο με το μεγάλο μυστήριο της ζωής, ο Φίντσερ είχε δει στον «Μπάτον» κάτι περισσότερο από ένα φανταστικό παραμύθι για έναν άνθρωπο που γεννιέται γέρος και πεθαίνει μωρό. «Οταν χάνεις έναν άνθρωπο που σε έχει βοηθήσει με τόσους τρόπους, που είναι το σημείο αναφοράς σου, χάνεις την ισορροπία σου. Δεν προσπαθείς να ευχαριστήσεις κανέναν, δεν αντιδράς. Στην πραγματικότητα είσαι πολύ μόνος».
Στο ελλειπτικό και σουρεαλιστικό διήγημα του Φιτζέραλντ, ο Φίντσερ είχε «δει» μια ακόμη σπουδή πάνω στην ανθρώπινη κατάσταση, το αναπόφευκτο της μοίρας, το αδυσώπητο πέρασμα του χρόνου, τον έρωτα που δεν μπορεί παρά να διαρκεί για πάντα. Είχε δει πως «στο σώμα του Μπέντζαμιν υπάρχουν σημάδια από όλους τους ανθρώπους με τους οποίους συναναστράφηκε. Ετσι είναι η ζωή. Μια συλλογή από μώλωπες και γρατσουνιές. Και είναι αυτές οι γρατσουνιές που τον κάνουν να είναι αυτός που είναι και όχι κάποιος άλλος».
Οσοι δεν αγαπούν τον Ντέβιντ Φίντσερ, όμως, δεν κατάφεραν έτσι κι αλλιώς ποτέ να αντιληφθούν τον υπόγειο ρομαντισμό των ταινιών του. Το τέλος μιας σχέσης (με τον χειρότερο τρόπο) στο «Se7en», το σεξ σαν ψυχοθεραπεία στο «Fight Club», το «Ρanic Room» ως μια -την πιο αδύναμη της φιλμογραφίας του- ταινία τρόμου μετά από ένα διαζύγιο, την εμμονή ως ερωτικό αντικείμενο του πόθου σχεδόν σε όλο το έργο του.
Και έτσι δεν θα καταλάβουν ποτέ πως, δύο μόλις χρόνια μετά το σκοτεινό και εγκεφαλικό «Ζodiac», ο Φίντσερ υπογράφει ένα απροκάλυπτα αμερικανικό, ρομαντικό και δακρύβρεχτο έπος για έναν λίγο πιο έξυπνο και αρκετά πιο όμορφο Φόρεστ Γκαμπ. Ο Μπάτον του Φίντσερ (και του Μπραντ Πιτ) δεν είναι όμως ένας all american hero. Και ο Ντέιβιντ Φίντσερ το επιβεβαιώνει: «Ο Φόρεστ Γκαμπ είναι ένας κανονικός άνθρωπος που ζει σε μη κανονικές συνθήκες. Ο Μπέντζαμιν Μπάτον είναι ακριβώς το αντίθετο, ένας μη κανονικός άνθρωπος που βιώνει τις πιο συνηθισμένες στιγμές της ανθρώπινης ζωής».
Για τον Φίντσερ ο Μπέντζαμιν Μπάτον είναι ήρωας μόνο της δικής του ιστορίας. Και δεν διαφέρει στο ελάχιστο από τον Ρόμπερτ Γκρέισμιθ του «Ζodiac» και τον Ντέιβιντ Μιλς του «Se7en». Οπως και αυτοί, ζει στο περιθώριο της ίδιας του της ζωής. Η αδυναμία του είναι ταυτόχρονα η δύναμή του. Αμέτοχος απέναντι στα παιχνίδια της μοίρας θα διατρέξει τον αιώνα της δικής του ζωής με μοναδική διαφορά πως αυτός μετράει απλά αντίστροφα το χρόνο. Τίποτα δεν χωρίζει έναν άνθρωπο που ξεκινά τη ζωή του με την ομολογία ότι γεννήθηκε «κάτω από περίεργες συνθήκες» όπως ο Μπάτον με τον αφηγητή του «Fight Club», όταν αποχαιρετά αυτόν τον κόσμο με την παραδοχή ότι «με πέτυχες σε μια περίεργη φάση της ζωής μου».
Η «Απίστευτη Ιστορία Του Μπέντζαμιν Μπάτον» δεν είναι στην πραγματικότητα παρά μια ακόμη ιστορία για έναν outsider που επιβιώνει με τον δικό του τρόπο σε έναν κόσμο που προτιμά να απομονώνει το «διαφορετικό». Η κορύφωση της εξτραβαγκάντζας και της ματαιοδοξίας του έργου του Φίντσερ, εδώ για πρώτη φορά σε ύψη που επιβεβαιώνουν ακόμη και αυτό που πολλές φορές έχει ειπωθεί: «πως ο Ντέιβιντ Φίντσερ είναι ο μόνος που μπορεί να κάνει αυτά τα πράγμα τα, τις περισσότερες φορές ακόμη και αυτά που ούτε ο ίδιος δεν είναι ικανός να φέρει εις πέρας».
Ανοίγοντας το σινεμασκόπ τόσο ώστε να χωρέσει όλη την απιθανότητα του ήρωα του και της διαδρομής του από τη γέννηση στον θάνατο ( ή αντίστροφα;), ικανοποίησε το αίτημα του Μπραντ Πιτ να παίξει ο ίδιος όλες τις ηλικίες του ήρωα, στερώντας του μόνο τη χαρά να παίξει το παιδί («επειδή τέλειωσαν τα χρήματα», αστειεύεται ο Φίντσερ) και καθοδήγησε τον διευθυντή φωτογραφίας σε ένα παραισθησιογόνο κομμάτιασμα κάθε βινιέτας της ζωής του Μπάτον, έτσι ώστε να μοιάζει κάθε σκηνή με έναν φόρο τιμής σε διαφορετικές τεχνοτροπίες ζωγραφικής και κινηματογραφικό είδος. Πείραξε τα πρόσωπα του Πιτ και της Κέιτ Μπλάνσετ, έτσι ώστε να μοιάζουν ανατριχιαστικά όπως έμοιαζαν στα 15 τους και όπως θα μοιάζουν στα 80, και τόλμησε να οδηγήσει στα άκρα την συνύπαρξη των ψηφιακών εφέ με έναν νατουραλισμό που έκανε ανέκαθεν το έργο του να μοιάζει τόσο ανησυχητικά μοντέρνο.
Και «βύθισε» κυριολεκτικά την ιστορία του, τοποθετώντας τη δράσηστη Νέα Ορλεάνη λίγο πριν αυτή σβηστεί από τον χάρτη χτυπημένη από την φονική Κατρίνα, συνεπής προς την εμμονή του στο ήδη συμβαίνον τέλος του κόσμου.
Οσο μεγαλύτερη η αγάπη, τόσο μεγαλύτερη η απώλεια
Η αμερικάνικη κριτική δεν αγάπησε ποτέ τον Φίντσερ. Τον θεωρούσε πάντοτε περισσότερο ταλαντούχο από ό,τι αποτελεσματικό. Περισσότερο σκοτεινό από όσο αντέχει η όποια έννοια του entertainment. Στην πραγματικότητα τού συμπεριφέρθηκε μέσα στα χρόνια σαν ένα αναγκαίο κακό που θα μπορούσε να το απορρίψει αλλά ποτέ να αγνοήσει.
Και με αυτήν την εξουσία θα χτυπούσε ανελέητα το «Fight Club», κατηγορώντας το για όλα αυτά που στην πραγματικότητα υπερασπιζόταν, αφήνοντας στους φανατικούς θαυμαστές του να το ανακηρύξουν σε cult classic. Θα στεκόταν αμήχανη απέναντι στη βραδυφλεγή δύναμη του «Ζodiac», παραβλέποντας τη χειρουργική κριτική του πάνω στο δυτικό πολιτισμό. Θα κατέτασσε αμαχητί τον Φίντσερ σε μια κατηγορία δημιουργών που, μέσα στην ιστορία του κινηματογράφου, χρειάστηκαν τη βοήθεια του χρόνου και την ανιδιοτελή αγάπη των λίγων οπαδών τους για να αναγνωριστούν.
Και όχι αδικαιολόγητα θα έμενε σχεδόν ασυγκίνητη από την «Απίστευτη Ιστορία Του Μπέντζαμιν Μπάτον». Την ίδια στιγμή που μερίδα θεατών πνίγει μέσα σε ποταμούς δακρύων μια τραγική ερωτική ιστορία, υπήρξαν λίγοι κριτικοί που θα χάριζαν στον Φίντσερ τη δικαίωση πως με αυτό το φιλμ υπογράφει κάτι περισσότερο από ένα βαρυφορτωμένο παραμύθι που φτάνει πανηγυρικά στα Οσκαρ γιατί απλά δεν μπορεί να φτάσει πουθενά αλλού.
Η «Απιστευτη Ιστορία Του Μπέντζαμιν Μπάτον» είναι, όμως, ήδη από την σύλληψή της μια ταινία για τον χρόνο. Για όσα φέρνει και όσα παίρνει ο τελευταίος με την ίδια αδίστακτη εξουσία που του έχει δοθεί, πριν από όλους, από τους ίδιους τους ανθρώπους. Ενα εν δυνάμει κλασικό αμερικανικό φιλμ για το μεγάλο μυστήριο της απώλειας. Των φίλων, της οικογένειας, των παιδιών, της νεότητας…
Ενός φιλμ – το πρώτο του Φίντσερ – που φτάνει στα Οσκαρ, αφού ανέβηκε πρώτα στο top 5 του αμερικανικού box office, ως το πρώτο κατάλληλο άνω των 13 φιλμ του δημιουργού του, απλά και μόνο επειδή κανείς δεν αντιλήφθηκε νωρίτερα πως στην πραγματικότητα δεν διαφέρει σε τίποτα από το πηχτό σκοτάδι στο οποίο ζει και αναπνέει η μέχρι σήμερα φιλμογραφία του δημιουργού του.
Μπορεί τα ματωμένα πρόσωπα στο «Fight Club» να μοιάζουν απείρως πιο βίαια και τα εγκλήματα του Τζον Ντο στο «Se7en» φρικιαστικά, αλλά ποιος θα μπορούσε να αρνηθεί το ποσοστό της βίας σε μια ιστορία ενός ανθρώπου που είναι υποχρεωμένος από τη φύση του να βιώσει την απώλεια αντίστροφα; Να χάσει τη μητέρα του όταν είναι ακόμη παιδί, να αποχαιρετήσει τους φίλους του όταν ο ίδιος ξέρει πως θα ζήσει ακόμη μια ολόκληρη ζωή, να αποχαιρετήσει αυτήν που αγάπησε περισσότερο κι από τη ζωή του, όταν εκείνος είναι ένα μωρό που δεν μπορεί να καταλάβει, να αισθανθεί, να πει το όνομα της;
Η «Απίστευτη Ιστορία Του Μπέντζαμιν Μπάτον» είναι για τον Φίντσερ ακόμη ένα κομμάτι σπουδαίου σινεμά στην, κατά τον ίδιο, «ασήμαντη» φιλμογραφία του. Ενα φιλμ που σε κάνει να νιώθεις άβολα και σίγουρα σου αφήνει σημάδια. Μια ταινία που, για όσους τον αγαπούν, τους χρεώνει με την ίδια ακριβώς βαριά ευθύνη: να παραδοθούν αμαχητί στη μεγαλομανία του, την ανικανότητα του να υποταχτεί σε κάτι μικρότερο από το μεγαλεπήβολο, την αδυναμία του (και ταυτόχρονα ανυπολόγιστη δύναμη του) να σκηνοθετήσει με κάθε τρόπο και με κάθε κόστος αυτήν την ερωτική ιστορία, σαν την μεγαλύτερη και την πιο απίστευτη που κινηματογραφήθηκε ποτέ.
Σε ένα Χόλιγουντ που θα προτιμούσε ο Φίντσερ να αποτυγχάνει συνεχώς να συγκινήσει τα πλήθη, αυτός επιμένει να κυνηγάει το «απίστευτο». Και σε μια βιομηχανία που θα ήθελε να εξορίσει κάθε ταραχοποιό στοιχείο το οποίο εμποδίζει την απρόσκοπτη εργολαβία σκηνοθετών να παράγουν ταινίες για όλη την οικογένεια, αυτός συνεχίζει να κερδίζει την εμπιστοσύνη και τα χρήματα των στούντιο για να ικανοποιήσει όσους τον αγαπούν.
Οσοι δεν τον αγάπησαν ποτέ, μπορεί να έρθει μια στιγμή που θα το(ν) καταλάβουν.






