Για την γενιά που άρχισε να βλέπει κινηματογράφο στις αρχές της δεκαετίας του '80, το όνομα της Λίνα Βερτμίλερ είχε κάτι το βαρύ, κάτι το ήδη ιστορικό όταν το αντιμετωπίζαμε στα νιάτα μας. Ο λόγος ήταν ότι είχε μόλις προηγηθεί η δεκαετία της κλιμάκωσης της καριέρας της, μια εποχή στην οποία σχεδόν κυριολεκτικά το όνομά της είχε γίνει «οικιακό» των σινεφίλ σπιτιών.
Δεν είχαμε δίκιο – όπως καταλάβαμε λίγο αργότερα όταν έξω από το όνομά της είδαμε και τα έργα. Η Λίνα Βερτμίλερ, απόγονος μιας ελβετικής οικογένειας ευγενών με ένα πραγματικό όνομα ακόμα μακρύτερο κι από τους τίτλους των ταινιών της (ένα ακόμα ανάλαφρο γνώρισμα του αγαπημένου χαρακτήρα της – την τοποθετεί και στα ρεκόρ Γκίνες!), είχε «εύκολα» και μαζί επαναστατικά χρόνια, κόντραρε από νωρίς των απολυταρχικό πατέρα της, γούσταρε Φλας Γκόρντον, πήρε τους δρόμους και λίγο αφ' ότου εγκατέλειψε ένα πλανόδιο κουκλοθέατρο, βρέθηκε στο πλατώ του «81/2» βοηθός σκηνοθέτη του Φεντερίκο Φελίνι. «Ήμουν κάκιστη βοηθός, αλλά με πήγαιναν όλοι γιατί ήμουν συμπαθής».
Δείγμα κι αυτό μιας έκτακτης ελαφράδας της, αίτιο κι αυτό που ο Φελίνι της πήγαινε τόσο. Όταν μιλούσε γι' αυτόν περίσσευαν τα υπερθετικά, εντούτοις δεν τον μιμήθηκε όταν λίγο μετά κάθισε εκείνη στην καρέκλα της σκηνοθέτιδας. Κράτησε την ματιά του στην λαϊκή τάξη, κράτησε μια ηφαιστειώδη αγάπη για την Ιταλία, όμως το σινεμά της ήταν διφορούμενα πολιτικό, οξύ, αμφιλεγόμενο, αλλιώς μελωδικό – να 'ναι καλά και ο Έννιο πάντα….

Τον Σεπτέμβριο του '63 λοιπόν βλέπουν το φως «Οι Βασιλίσκοι» της, νεορεαλιστικοί στην καρδιά τους, Βιτελονικοί στην κράση τους. Δεν απέκτησαν ποτέ την φήμη που τους έπρεπε, κέρδισαν ωστόσο ένα βραβείο στο καλοκαιρινό Λοκάρνο εκείνης της χρονιάς. Δύο χρόνια μετά έρχεται το «Ας Μιλήσουμε για Άντρες» με τον μεγάλο του καιρού του Νίνο Μανφρέντι και την Λουτσιάνα Παλούτσι, που την ίδια χρονιά έκανε την πιο σέξι κακιά στο «Thunderball» του 007. Και πάλι ησυχία. Και το ίδιο θα συμβεί με το «Αυτά τα Τρελά Κορίτσια» του '66, ένα σπαγγέτι που ακολούθησε (παίζει όμως η Έλσα Μαρτινέλι, λόγος να το δουν οι λάτρεις του σπαγγέτι) και το οποίο υπεγράφη μετά ψευδωνύμου. Stop και reboot.
Τέσσερα χρόνια μετά, το 1972, η Λίνα φτιάχνει τον «Μίμη τον Σιδερά», έναν από τους κλασικούς τίτλους του '70, τον πρώτο σταθμό της και την πρώτη ευόδωση της γνωριμίας της με τον Τζιανκάρλο Τζιανίνι, έξι χρόνια πριν στα «ανώνυμα» ιταλικά του '60. Η τρίτη τους συνεργασία λοιπόν ταρακουνάει τα νερά και την καλωσορίζει στο ευρωπαϊκό κύκλωμα. Η ιστορία του…Μίμι Μεταλούρτζικο, κράμα δράματος και κωμωδίας που οι Ιταλοί ανέκαθεν έπαιζαν στα δάχτυλα, παίζεται στις Κάννες, κερδίζει Ντονατέλο, «ψηλώνει» τον Τζιανίνι. «Η Ιστορία του Έρωτα και της Αναρχίας» θα πολλαπλασίαζε τον απόηχο, θα έδινε ένα βραβείο ερμηνείας στις Κάννες στον Τζιανίνι, θα επικύρωνε για την ιστορία το τρίδυμο Βερτμίλερ-Τζιανίνι-Μελάτο, αυτή την μεγάλη κυρία που επίσης υπήρξε εξέχουσα της δεκαετίας εκείνης κι έδεσε τόσο καλά με τον Τζιανίνι (συνήθως τον βασανίζει στα έργα, μέχρι να δοθεί μια κάποια λύση).

Αυτή η μια κάποια λύση είναι που άρχισε να δημιουργεί τις ενοχλήσεις που ένοιωθε το κραταιό τότε φεμινιστικό ρεύμα (εννοούμε πάντα στο σαλόνι της ιντελιγκέντσιας), που άρχισε να κλωτσάει στις ιστορίες της Βερτμίλερ. Η Πολίν Κέιλ, περίφημη των περιφήμων για τις πολεμικές της (και τις αστοχίες της), την θεωρούσε μια μισογύνισσα που υποδυόταν την φεμινίστρια, μια αντιδραστική. «Η Κυρία και ο Ναύτης» δεν βοήθησαν την φήμη της με τους έτοιμους να αρπαχτούν, η ίδια η Λίνα είχε αποστομωτική απάντηση για το τι συνιστούσε ο ρόλος της (δήθεν) εξημερωμένης Μελάτο στο νησί με τον Τζιανίνι. (Αργότερα, χρόνια μετά, είδαμε και την πλήρως ενοχικά απολαυστική μετάφραση του Γκάι Ρίτσι με την Μαντόνα και τον…γιο του Τζιανίνι).

Η μεγάλη της διεθνής επιτυχία έρχεται ακριβώς στη μέση του '70, με τον «Πασκουαλίνο και τις 7 Καλλονές», ξανά με τον αγαπημένο της πρωταγωνιστή, που φθάνει ως τα Όσκαρ με τρόπο θριαμβικό, αφού της χαρίζει διπλή υποψηφιότητα Σκηνοθεσίας και Σεναρίου, καθώς και άλλες δύο (Τζιανίνι, Καλύτερη Ξενόγλωσση Ταινία – όπως αποκαλούνταν τότε). Ήταν η πρώτη γυναίκα που προτάθηκε για Όσκαρ Σκηνοθεσίας και θα παρέμενε μέχρι να έρθουν τα «Μαθήματα Πιάνου» της Τζέιν Κάμπιον σχεδόν δύο δεκαετίες αργότερα.
Προβλεπόμενα οι Αμερικανοί ενδιαφέρθηκαν αμέσως να παράγουν την επόμενη ταινία της, η Warner προχώρησε, το «Μια Νύχτα Γεμάτη Βροχή» με τον Τζιανίνι και την επίσης «καυτή» τότε Κάντις Μπέργκεν, πήγε άκλαυτο, το συμβόλαιο ακυρώθηκε πάραυτα και η κατάρα των Όσκαρ χτύπησε την δημοφιλία (και την καλλιτεχνική επιτυχία είναι αλήθεια), αλλά όχι και την παραγωγικότητα της Βερτμίλερ. Η «Εκδίκηση» φερ' ειπείν της ίδιας χρονιάς, με Μαστρογιάνι, Λόρεν και Τζιανίνι (την ερωτεύονται κι οι δυο) το πιστοποιούσε.

Στα χρόνια που ακολούθησαν η Βερτμίλερ άρχισε κάπως πρώιμα να μπαίνει στην περίοδο που ενώ εργαζόταν κανονικά και πολύ (και στο σινεμά και στην τηλεόραση), τα βραβεία συνεισφοράς άρχιζαν να πληθαίνουν (προ διετίας πήρε και ένα τιμητικό Όσκαρ συνεισφοράς – απολαυστική), μια αίσθηση ότι ο ρόλος της είχε ολοκληρωθεί διαφαίνονταν. Ξεπεράστηκε από την εποχή δεν σημαίνει ότι η εποχή καλυτέρεψε, σημαίνει όμως ότι ένα σινεμά, ατυχώς και δυστυχώς, παλιοκαίρισε γρήγορα από το βιντεοκλιπάδικο '80 και την έναρξη μιας κρατούσας απολιτικότητας – ως ρεύματος εννοώντας πάντα. Η Λίνα που δεν χωρούσε καν αποκλειστικά στην πολιτικολογία, αλλά την μπόλιαζε με ένα ασύμμετρο, κοφτερό χιούμορ, μια πειραγμένη σεξουαλικότητα και μια εκτροπή του στερεοτύπου (ίσως το αποκορύφωμα αυτού να είναι η «Κυρία και ο Ναύτης»), δεν κατοικούσε σε αυτή την κινηματογραφική εποχή. Ωστόσο η κριτική της (από τον Φασισμό, τον Ναζισμό και την αρρενωπότητα, μέχρι την ίδια την μορφική συνάντηση της σάτιρας με την πολιτική και το σεξ στο σινεμά) δεν έχασε, στις ταινίες της ακμής της, ακόμα την απροσδόκητα ανατρεπτική γεύση της. Σήμερα ειδικά, είναι ίσως ακόμα πιο επίκαιρη.
Ελαφρύ το χώμα.






