«Η δεκαετία του '20 είχε τρεις μεγάλους κωμικούς, αλλά μόνο τώρα που γράφω για τους Λόρελ και Χάρντι, τους συνεχιστές τους, πραγματικά γελάω». Όταν διάβαζα αυτή η μικρή πρόταση του Μαρκ Κάζινς στο βιβλίο του The Story of Film, θυμάμαι το συναίσθημα της χαράς να βλέπω γραμμένο σε ένα βιβλίο ιστορίας κινηματογράφου αυτήν ακριβώς την περίεργη ανωτερότητα που ένιωθα για το δίδυμο, βασισμένη όχι μόνο σε χαρούμενες προσωπικές αναμνήσεις αλλά στα μοναδικά χαρακτηριστικά στοιχεία της κωμωδίας τους.
Όπως οι περισσότερες ομάδες στο σινεμά ή την μουσική, ο Σταν Λόρελ με τον Όλιβερ Χάρντι βρέθηκαν στο ίδιο πλατό εντελώς τυχαία και ταίριαξαν σε μια περίοδο που οι καριέρες τους φαίνονταν δύσκολο ότι μπορούσαν να γίνουν λαμπρότερες. Ο πιο φιλόδοξος και ταλαντούχος Λόρελ που έφτασε από την Αγγλία στις ΗΠΑ μαζί με τον Τσάπλιν, δούλεψε ως αντικαταστάτης του στο vaudeville και ήταν γνωστός ως μιμητής του στον κινηματογραφικό χώρο, όμως αδυνατούσε να δημιουργήσει έναν χαρακτήρα αντίστοιχο του Σαρλό και δούλευε υπό τη σκιά της επιτυχίας του συμπατριώτη του. Ο Χάρντι έπαιρνε μικρούς ρόλους σε κωμωδίες, δε λογίζονταν καν ως πρωταγωνιστής και ο παραγωγός τους Χαλ Ρόουτς τους τοποθέτησε μαζί πειραματικά το 1926.
Τα κωμικά δίδυμα ήταν μια φόρμα που δουλεύονταν τότε, οι δυο τους βρήκαν σχεδόν άμεσα χημεία αν και δε βασίζονταν στο μοτίβο του ενός σοβαρού και ενός κωμικού όπως συνηθίζονταν. Ως φουκαράδες φίλοι που αναζητούν μια καλύτερη τύχη, βρίσκουν το κοινό τους, που παραληρούσε για slapstick κωμωδίες, βασισμένοι στο χιούμορ του «οφθαλμός αντί οφθαλμού» απέναντι στον κοινό τους εχθρό. Σε αυτό βασίζεται η πιο πετυχημένη ταινία της βωβής τους περιόδου, το «Big Business» όπου διαλύουν το σπίτι του, μόνιμου συνεργάτη τους, Τζέιμς Φινλέισον, επειδή τους προσβάλλει όταν προσπαθούν να του πουλήσουν ένα χριστουγεννιάτικο δέντρο.

Το κομβικό γεγονός της κοινής τους καριέρας όμως είναι η έλευση του ήχου. Ο Τσάπλιν τον αγνόησε για να μπορέσει να συνεχίσει, ο Κίτον δε βρήκε τρόπο να προσαρμοστεί, όμως οι δυο τους πέτυχαν την τέλεια μετάβαση. Με τη βοήθεια των σκηνοθετών που δούλευαν για τον Ρόουτς (κυρίως του Λίο ΜακΚάρεϊ και του Τζέιμς Χορν), το δίδυμο χαμήλωσε αμέσως τις ταχύτητές του, ενσωμάτωσε το λόγο και απάντησε στην ευρηματικότητα της ξαφνικής αντίδρασης με κάτι εντελώς ξεχωριστό. Το χιούμορ τους αντλεί τη γοητεία του από την προσμονή της καταστροφής, καθώς στις περισσότερες περιπτώσεις το κοινό την βλέπει να έρχεται πριν από αυτούς. Η μοναδικότητα της εκτέλεσης δημιούργησε μια επαναληπτική διαδικασία που όχι μόνο δεν έγινε κουραστική αλλά πέρασε τη λογική του «οφθαλμός αντί οφθαλμού» στο κοινό που ξεκαρδίζονταν με αυτή την ελεγχόμενη κλιμάκωση.
Η άμεση επιτυχία γιγάντωσε τη θέση του Λόρελ που παρέμεινε για χρόνια ως ο ουσιαστικός σκηνοθέτης τους, καθώς οποιαδήποτε ιδέα του επίσημου σκηνοθέτη η σεναριογράφου δεν μπορούσε να περάσει αν δε την ενέκρινε ο ίδιος. Στις περιπέτειες των δύο, ο Λόρελ βρήκε την ευκαιρία να μεγαλουργήσει δημιουργικά, φτιάχνοντας ρουτίνες που ενσωματώνονταν στις μικρές ιστορίες αλλά και δίνοντας υπόσταση και διακριτά χαρακτηριστικά στους δυο ήρωες. Οι Λόρελ και Χάρντι είναι συνήθως φοβισμένα αγόρια που δε μεγάλωσαν ποτέ, ευγενικοί ακόμη και αν είναι κλέφτες, ανθρωπάκια μπροστά στις γυναίκες τους, τυχοδιώκτες που θα σκοτωθούν για ένα πιάτο φαγητό. Η σύλληψη της σκηνικής τους περσόνας έγινε άλλωστε την εποχή του κραχ και στις πρώτες τους ταινίες τους βλέπουμε συχνά στους δρόμους («Below Zero», «Night Owls») να μάχονται για την επιβίωση.
Τον πρώτο καιρό του ήχου πρωτακούμε το «why don't you do something to help me» και κυρίως το «here's another nice mess you 've gotten me into», φράσεις-κλειδιά του Χάρντι όταν όλα πηγαίνουν στραβά και κερασάκια στην τούρτα αυτής της επαναληπτικής διαδικασίας. Ο Λόρελ γράφει ακατάπαυστα, ο Χάρντι πέφτει από καμινάδες, σκεπές και εργοστάσια, οι δυο τους γυρίζουν κυρίως ταινίες μικρού μήκους (από 20 ως 30 λεπτά), ενώ οι λιγοστές μεγάλου μήκους δε ξεπερνούν τη μία ώρα και είναι ή ένωση περιστατικών που θα μπορούσαν να γυριστούν και χωριστά ή ένα χρονικό «τράβηγμα» των ρουτινών τους. Τα «Pardon Us», «Pack Up your Troubles» και το περίφημο «Sons of Desert» που γέννησε και το ομώνυμο fan club, τέλειες κωμωδίες στη μνήμη μου, υπόδειγμα ρυθμού και διαχείρισης υλικού γίνονται τεράστιες επιτυχίες, μαζί με τις μικρού μήκους που εξακολουθούν να γυρίζονται. Μία από αυτές μάλιστα φτάνει ως τα Όσκαρ, το «Music Box», που διηγείται τις περιπέτειές τους ως μεταφορείς στην τοποθέτηση ενός πιάνου στο σπίτι του πελάτη τους.

Οι ταινίες τους, λόγω και της διάρκειας, είναι σχεδόν αδύνατο να κάνουν κοιλιά, ενώ οι ίδιοι δοκιμάζουν οποιοδήποτε σενάριο βασίζεται στο περιεχόμενο των δύο φίλων που θα πρέπει να συνεργαστούν για να αντιμετωπίσουν μικρά ή μεγαλύτερα προβλήματα. Ως χαρακτήρες μοιάζουν να μην προοδεύουν καθόλου και φροντίζουν απλά να εκτελούν εις πέρας κωμικά περιστατικά βγαλμένα από μια ανεξάντλητη χοάνη ιδεών που βρίσκονται στην κούτρα του Λόρελ, όμως βλέποντας κάποιος σήμερα το σύνολο των φιλμ εκείνης της περιόδου, παρατηρεί σημειολογικές υπερβάσεις. Η εντός κάμερας αλληλεξάρτησή τους έχει μέχρι και ομοφυλοφιλικές προεκτάσεις, σε περιπτώσεις όπως το «Their First Mistake» που από σειρά παρεξηγήσεων καλούνται να μεγαλώσουν ένα παιδί, λειτουργώντας ως ζευγάρι.
Η εκτός κάμερας αλληλεξάρτησή τους όμως δεν τους βγήκε σε καλό. Μπορεί οι δυο τους να αμείβονταν πολύ καλά ανά ταινία και να απολάμβαναν πλέον μια άνετη ζωή, δε φρόντισαν ποτέ όμως να κάνουν κοινό συμβόλαιο με τον Ρόουτς ούτε να διεκδικήσουν δικαιώματα ως παραγωγοί. Λειτούργησαν αδέξια ως καλοπληρωμένοι εκτελεστές και ήδη από τα μέσα της δεκαετίας του 30 είδαν την καριέρα τους να εκτοξεύεται στο εξωτερικό, όπου πήραν διάφορα ονόματα με πιο χαρακτηριστικό το «Χοντρός και Λιγνός» που κρατήσαμε και εμείς στην Ελλάδα, αλλά και τις πρώτες ταινίες τους να ξαναπαίζονται οργανωμένα στα σινεμά των ΗΠΑ (θυμηθείτε πως δεν υπήρχε ακόμη τηλεόραση) χωρίς οι ίδιοι να μπορούν να αποκομίσουν κέρδη. Ο Λόρελ, που πληρώνονταν περισσότερο λόγω της δημιουργικής του ικανότητας, έφτασε σε οριστική ρήξη κάποια στιγμή με τον Ρόουτς, ο Χάρντι άργησε λίγο να τον ακολουθήσει, όμως το ξεκίνημα της δεκαετίας του 40 τους βρίσκει στη Fox, με όνειρα για μια νέα καριέρα.
Το πρώτο πλάνο της πρώτης τους ταινίας στη Fox, το «Great Guns», χωρίς να έχει κάποιο προφανές σφάλμα, μπορεί με τη δύναμή του να εξηγήσει τί πήγε στραβά τα επόμενα χρόνια. Ο Λόρελ κάθεται σε έναν κήπο, η κάμερα βρίσκεται χαμηλά ανάμεσα στα πόδια του, γιγαντώνοντας τις πατούσες του και μικραίνοντας το ανάστημά του. Η εικόνα είναι τόσο διαφορετική σε σχέση με ό,τι άλλο έχουν κάνει ως τότε και προδίδει αμέσως τη νέα τάξη πραγμάτων. Το δίδυμο είναι πια σκηνοθετημένο από άλλους και η μετάβαση από τη δημιουργική ελευθερία στο στρίμωγμα των προσωπικοτήτων τους σε ένα έτοιμο προϊόν γίνεται πιο δύσκολη και από την αντίστοιχη μεταξύ βωβού και ομιλόντος σινεμά. Και δεν ήταν μόνο το περιεχόμενο. Στο μικρό στούντιο του Ρόουτς, που συχνά δούλευε με συνθήκες σχεδόν ερασιτεχνικές κλείνοντας όμως καλές συμφωνίες με μεγαλύτερα στούντιο για ευρεία διανομή των ταινιών του, υπήρχε μια σχεδόν οικογενειακή ατμόσφαιρα, με επισκέπτες και χαλαρά ωράρια στα γυρίσματα, συνθήκες που λειτούργησαν υπέρ των ταινιών του διδύμου. Στη Fox (και την MGM λίγο μετά), οι δυο τους αντιλήφθηκαν πως ήταν απλά δυο τύποι που χτυπούσαν κάρτα σε ένα μεγάλο εργοστάσιο και η σημασία τους στον εργασιακό χώρο είχε υποβιβαστεί. Την επόμενη πενταετία εμφανίστηκαν στις ταινίες τους παιδάκια, νεαρές στάρλετς και γκάνγκστερς που ονειρεύονταν να μεταβούν στο φιλμ νουάρ, όλοι τους πειράματα του στούντιο σε μια γραμμή παραγωγής που λειτουργούσε γρήγορα, άψυχα και διεκπεραιωτικά.

Η περίοδος αυτή κλείνει το 1945 με το «Bullfighters» και αν και χαρακτηρίζεται με ήσσονος σημασίας ταινίες, απέφερε κέρδη στους ίδιους και στο στούντιο, καθώς οι περισσότερες από αυτές γίνονται εμπορικές επιτυχίες – είμαστε άλλωστε και στα χρόνια του πολέμου και οι κωμωδίες εκτιμώνται ιδιαίτερα. Η μπογιά των δύο όμως μοιάζει να έχει περάσει, ο Άμποτ και ο Κοστέλο είναι το νέο act της εποχής και το δίδυμο κλείνει την κινηματογραφική του καριέρα με μια καταστροφική παραγωγή, το συμπαθές «Atoll K» του 1951, στα γυρίσματα του οποίου αντιμετωπίζουν και οι 2 προβλήματα υγείας. Ο Λόρελ πάντως εξακολουθεί να κάνει αυτό που έκανε πάντα, να γράφει σκετς για τους κινηματογραφικούς Λόρελ και Χάρντι, έχοντας εκπαιδεύσει τον εαυτό του να κάνει το ίδιο πράγμα τα τελευταία 25 χρόνια σε σημείο αυτισμού. Η τελευταία τους τουρνέ στη Βρετανία, από την οποία εμπνεύστηκε και το φιλμ «Stan & Ollie» έγινε με παράλληλα όνειρα της επιστροφής για μια ακόμη ταινία και ουσιαστικά μόνο ο θάνατος έπεισε τον Λόρελ πως οι δυο τους είχαν τελειώσει ως δίδυμο. Λίγες μέρες μετά τον θάνατο του Χάρντι το 1957, στη δήλωση που έστειλε ο Λόρελ για να εκφράσει τη θλίψη του για τον χαμό του φίλου και συνεργάτη του ανακοίνωνε και τυπικά το τέλος των Λόρελ και Χάρντι, σαν να περίμενε ως την τελευταία στιγμή ότι κάτι μπορεί να άλλαζε τη διαγραφόμενη μοίρα τους
Με τον Λόρελ να μένει πεισματικά εκτός οθόνης αλλά να βοηθά με τον τρόπο του νέους κωμικούς της εποχής, η τηλεόραση ξανάκανε μόδα τις ταινίες του διδύμου και το επανασύστησε στις επόμενες γενιές. Ενώ στις ΗΠΑ οι ταινίες της δεύτερης περιόδου (στη Fox) παρέμειναν δημοφιλείς, στην τηλεόραση της χώρας μας είχαμε την τύχη να δούμε σε πολύ γενναίες δόσεις το σύνολο σχεδόν της φιλμογραφίας τους στον Χαλ Ρόουτς. Οι «Χοντρός και Λιγνός» ήταν μια συχνή λύση για την ΕΡΤ, ενώ τη δεκαετία του 90 τα επίμονα αφιερώματα του Αλέξη Δερμεντζόγλου στην ΕΡΤ3 , που περιείχαν συνήθως τριάδες των καλύτερων μικρού μήκους ταινιών τους, έγιναν ένα από τα αγαπημένα προγράμματά μου. Στη σύγχρονη ψηφιακή εποχή βρίσκονται μέχρι και ταινίες τους με ενσωματωμένους ελληνικούς υπότιτλους στο YouTube, δείγμα μιας δημοφιλίας που ξεκίνησε σχεδόν παράλληλα με τις ΗΠΑ (οι ταινίες τους ήταν μόνιμα πετυχημένες στους εδώ κινηματογράφους) και δείχνει να συνεχίζεται.
Μιλώντας προσωπικά, το δίδυμο αποτέλεσε για χρόνια την καλύτερη συντροφιά μου στην αναζήτηση της τέλειας κωμωδίας, ενώ ένα κουτί με τις ταινίες τους υπάρχει πάντα διαθέσιμο δίπλα μου για κάθε στιγμή. Δε θα μπορούσα να γράψω το ίδιο με τον Κάζινς, καθώς μάλλον θα γελούσα γράφοντας και για άλλους κωμικούς, όμως οι Λόρελ και Χάρντι είναι κάτι περισσότερο από χαρούμενες αναμνήσεις. Με μια τεράστια για τα σημερινά μεγέθη φιλμογραφία, που είναι αδύνατο να αποτυπωθεί μόνιμα σε ένα μυαλό, η γοητεία της εκ νέου ανακάλυψης μίας νέας σκηνής και ενός νέου ευρήματος δε θα σταματήσει ποτέ, σαν να έγινε πραγματικότητα το όνειρο του Λόρελ και να εξακολουθούν ακόμη να γυρνούν καινούρια πράγματα, ακόμη και μετά θάνατον.






