Ταινία-τοτέμ και ταυτόχρονα μνημείο μιας αδιανόητης (με τωρινά δεδομένα) εποχής για το σινεμά, όταν το ευρύ κοινό συνέρρεε στις αίθουσες για να παρακολουθήσει αδιαπραγμάτευτα καλλιτεχνικές δημιουργίες και να τις αναγορεύσει σε επιτυχίες αντίστοιχες των εισπρακτικών επιδόσεων που σημειώνουν τα σημερινά blockbusters, το «Τανγκό» εξακολουθεί και αφήνει, 47 χρόνια μετά την πρώτη του κυκλοφορία, μια πολύ πικρή επίγευση.
Κάποιοι θα ισχυριστούν ότι οι σκανδαλιστικές για την εποχή ερωτικές σκηνές ίσως να στάθηκαν ο καθοριστικός παράγοντας για την τεράστια απήχηση που συνάντησε το φιλμ. Ή εκείνος ο θρυλικός πανηγυρικός της Πολίν Κέιλ, επιδραστικότερης των επιδραστικών στον τομέα της αμερικανικής κριτικής, η οποία διακήρυττε με ένα κείμενο εκστατικό ότι «η πρώτη προβολή της ταινίας θα πρέπει να θεωρηθεί ορόσημο στην ιστορία του κινηματογράφου». Ίσως πάλι, πολύ απλά, οι θεατές της δεκαετίας του '70 ανταποκρίθηκαν στο απελευθερωτικό κάλεσμα που επιχειρούσε η ταινία απέναντι σε κραταιά κινηματογραφικά και προσωπικά ταμπού. Γιατί πληρώνοντας κάποιος εισιτήριο για να δει το «Τανγκό», βρισκόταν στην εξαιρετικά άβολη θέση του να αναμετριέται με αθέατες πλευρές του, τις οποίες πιθανόν να μην είχε θελήσει ποτέ να αντιμετωπίσει ανοιχτά.

Κάθε φορτισμένη περίπτυξη δεν μοιάζει με ανακουφιστική εκσπερμάτωση, αλλά με κραυγή αγωνίας.
Σε κάθε περίπτωση, το «Τελευταίο Τανγκό» είναι μια ταινία με την οποία δεν ξεμπερδεύει κανείς εύκολα. Πόσω μάλλον ο ίδιος της ο δημιουργός: ο Μπερτολούτσι μετέφερε τις εμπειρίες του από το ντιβάνι του ψυχαναλυτή κατευθείαν στην οθόνη, δημιούργησε στο πρόσωπο του Μπράντο ένα μακρινό αντικατοπτρισμό του εαυτού του και μετέτρεψε το παρισινό διαμέρισμα όπου συνευρίσκονται για ανώνυμο σεξ ένας μεσήλικας χήρος και μια αρκετά μικρότερή του γυναίκα σε ένα πεδίο μάχης.
Εκεί ο θάνατος συναντά τον έρωτα σε κυκλική πορεία, η ερωτική πράξη ταυτίζεται με την ψυχολογική απόγνωση, το υπαρξιακό άχθος, τη βίαιη εκτόνωση και κάθε φορτισμένη περίπτυξη δεν μοιάζει με ανακουφιστική εκσπερμάτωση, αλλά με κραυγή αγωνίας. Εκεί μια γυναίκα παραδίδεται οικειοθελώς σε μια ανεξήγητη υποταγή, προτού αποβεί στη δική της σπασμωδική χειρονομία εξέγερσης. Εκεί ένας άντρας καταρρέει και σπαράζει, όπως ένα πληγωμένο αγρίμι που μυρίζεται τον επικείμενο χαμό του.

Πληρώνοντας κάποιος εισιτήριο για να δει το «Τανγκό» βρισκόταν στην άβολη θέση του να αναμετριέται με αθέατες πλευρές του.
Ο Μπερτολούτσι κλειδώνει τους δυο ήρωές του σε μια ασφυκτική συναισθηματική σύμβαση και τους σερβίρει δηλητήρια που ο ίδιος ουδέποτε τόλμησε να πιει. Η ταινία του αναστατώνει, όχι για τον σκληρό τρόπο με τον οποίο αντιλαμβάνεται την οδύνη της μοναξιάς και την απελπισμένη ανάγκη για επαφή, αλλά γιατί ζωντανεύει στην οθόνη κάτι περισσότερο από ένα αφήγημα. Μεταχειρίζεται ένα βίωμα.
Γι' αυτό και οι πολυσυζητημένες σκηνές σεξ του φιλμ δεν επιχειρούν και δεν πετυχαίνουν ποτέ τον ερεθισμό, αλλά ένα σφίξιμο στο στομάχι. Γι' αυτό ίσως και η κατάβαση του Μπράντο – Ορφέα στην εσωτερική του κόλαση γίνεται τόσο επώδυνη. Όχι επειδή εκεί δεν τον περιμένει κάποια Ευρυδίκη. Αλλά γιατί στο τέλος της διαδρομής η αναπόδραστη κόλαση είναι ο ίδιος. Το «Τελευταίο Τανγκό στο Παρίσι» είναι το κινηματογραφικό αντίστοιχο ενός εξορκισμού.
Διαβάστε ακόμη
Μπερτολούτσι x5: Ο Γιάννης Μπακογιαννόπουλος γράφει για τη «Στρατηγική της Αράχνης»
Μπερτολούτσι x5: Πώς ο Ιταλός σκηνοθέτης έγινε ο «Τελευταίος Αυτοκράτορας» των ιστορικών επών
Μπερτολούτσι x5: Πώς ο Ιταλός σκηνοθέτης υπέγραψε με τον «Κονφορμίστα» το αριστούργημά του






