Διανύουμε φάση ολικής επαναφοράς των whodunit, ένα υπο-είδος του αστυνομικού φιλμ που ανέκαθεν είχε πέραση (και) στην κινηματογραφική ψυχαγωγία. Από τη μια ο Μπράνα με τον Ηρακλή Πουαρό του, που το κακοποιεί κατά βάση, και από την άλλη ο Τζόνσον με τον Μπενούα Μπλαν που το πειράζει «τόσο όσο», το είδος διαπρέπει εμπορικά. Μην ξεχνάμε και τον Μαιγκρέ του Άτκινσον πριν λίγα χρόνια στο ITV, που ήταν θαυμάσιος, είχε μια χαρά τηλεθέαση και παρ΄ όλ' αυτά τον έκοψαν μετά από τέσσερεις τηλεταινίες.
Ο Τζόνσον αυτή τη φορά αλλάζει εντελώς το περιβάλλον του Μπενούα Μπλανκ του και από τις σκούρες καφέ επαύλεις της Αγγλίας (αν και η ταινία είναι όλο πολύχρωμα μπιχλιμπίδια) έρχεται στην χώρα του γαλάζιου – και των θαλαμηγών της. Ο (εκκεντρικός πάντα) δισεκατομμυριούχος Μάιλς Μπρον (Έντι Νόρτον) καλεί τους φίλους του για ένα πολυτελές και καλοστημένο παιχνίδι φόνου. Παιχνίδι βέβαια όπου κάποιος στ' αλήθεια δολοφονείτα και μόνο ο εκτελεστής του γνωρίζει. Enter Μπενουά – και ολίγον «Murder By Death», βεβαίως.

Ο Τζόνσον μιλά για την πλούσια παράδοση των «whodunit προορισμών» – όπου η Κρίστι μεγαλουργεί, όπως καλά γνωρίζουν οι λάτρεις, αλλά και το «Last of Sheila», που ο Τζόνσον υπεραγαπά, επίσης. «Άντλησα από εκεί», ομολογεί. Και βέβαια είναι η αντίθεση που φέρνει το φυσικό τοπίο που αλλάζει την όψη του έργου. «Γιατί στην Ελλάδα λοιπόν;», ρωτάται ο σκηνοθέτης και σεναριογράφος. «Γιατί το έγραψα το 2020 στη μέση του lockdown. Κι όπως πολλοί από εμάς, καθόμουν σπίτι ονειρευόμενος ότι βρισκόμουν σε κάποιο ελληνικό νησί. Οπότε μάλλον κάποια σχέση θα έχει κι αυτό.» Το σινεμά είναι φαντασίωση, είναι και απόδραση, δεν αλλάζει αυτό.
Η ταινία θα προβληθεί για μία εβδομάδα στις αίθουσες από τις 23 Νοεμβρίου και μετά, περίπου ένα μήνα αργότερα, στις 23 Δεκεμβρίου, θα κοσμήσει ένα εκ των εικονιδίων του Netflix.







