• ΝΕΑ
  • ΤΑΙΝΙΕΣ
  • ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ
  • ΠΡΟΣΕΧΩΣ
  • ΝΥΧΤΕΣ ΠΡΕΜΙΕΡΑΣ
  • ATHENS OPEN AIR
  • ΤΑΙΝΙΟΘΗΚΗ

  • AOAFF 2026
  • ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ
  • ΑΤΖΕΝΤΑ
NEWSLETTER

«Αρκεί να τραβήξουμε το παραβάν για να περάσουμε εκεί που βρίσκεται το παραμύθι»: Ο Βασίλης Ξηρός μιλά στο ΣΙΝΕΜΑ

24 Φεβ 2022 | Θέματα, Συνεντεύξεις | 0 comments

Mε αφορμή την έξοδο της ταινίας «Μια Μέρα στη Σαγκάη» (A Day in the Life of a Teddy Bear, 2020) στις ελληνικές αίθουσες, κάναμε μια κινηματογραφική συζήτηση με τον σκηνοθέτη Βασίλη Ξηρό.
ΜΟΙΡΑΣΟΥ ΤΟ

Από σήμερα ξεκινά να προβάλλεται στις ελληνικές αίθουσες το «Μια Μέρα στη Σαγκάη» (A Day in the Life of a Teddy Bear, 2020), μια ταινία που ενώνει δύο διαφορετικούς ανθρώπους και δύο διαφορετικούς κόσμους στους δρόμους της κινεζικής μητρόπολης. Ερωτικές στιχομυθίες, ρομαντική διάθεση και ανθρώπινα στιγμιότυπα συνθέτουν μια τρυφερή, διακριτική ταινία που επιχειρεί μια κατάθεση σε ένα είδος, το οποίο δεν προτιμά ιδιαίτερα η ελληνική κινηματογραφία.

Επικοινωνήσαμε με τον Βασίλη Ξηρό, τον σκηνοθέτη της ταινίας, και είχαμε μια πολύ ενδιαφέρουσα, κινηματογραφική συζήτηση γύρω από την ταινία.

Γιατί αποφασίσατε να τοποθετήσετε την ιστορία σας στη Σαγκάη και όχι κάπου αλλού;

Για έναν πολύ πρακτικό λόγο, γιατί ζούσα στη Σαγκάη. Έμεινα και εργάστηκα εκεί για τέσσερα χρόνια. Νομίζω, όμως, ότι έχει μια τέτοια γοητεία αυτή η πόλη που θα την επέλεγα ακόμη και αν είχα στη διάθεσή μου οποιαδήποτε άλλη στον κόσμο. Φυσικά είναι κι αυτή η βιωματική σχέση που χτίζεις με ένα μέρος. Επέλεξα τα μέρη της Σαγκάης που εμφανίζονται στην ταινία ουσιαστικά χάρη στις δικές μου εμπειρίες σ’ αυτά.

Άρα θα μπορούσαμε να ισχυριστούμε ότι το ρεπεράζ της ταινίας σας κράτησε τέσσερα ολόκληρα χρόνια.

(Γελώντας) Ακριβώς, ίσως είναι το πιο μακρύ ρεπεράζ στην κινηματογραφική ιστορία. Αλλά με αυτό τον τρόπο ήταν και πιο αποτελεσματικό.

Τα χρώματα στην ταινία σας είναι ελαφρώς κορεσμένα. Θέλατε να μεταδώσετε την αίσθηση ενός κινηματογραφικού παραμυθιού;

Κοιτάξτε να δείτε, χρησιμοποιήσαμε ένα μικρό φίλτρο στους φακούς, το οποίο δίνει μια πιο νοσταλγική αίσθηση, αλλά είναι και τα χρώματα της πόλης αυτά, ιδίως το φθινόπωρο όταν κάναμε τα γυρίσματα. Προσωπικά, πάντως ,με γοητεύει αυτή η αντίστιξη μεταξύ της πραγματικότητας και μιας εναλλακτικής εκδοχής της που βρίσκεται πάντα εκεί, έστω και αόρατη. Καμιά φορά απλά πρέπει να τραβήξουμε το παραβάν για να περάσουμε εκεί που βρίσκεται το παραμύθι.

Ο έρωτας είναι παραμύθι, σε ταξιδεύει, σε πηγαίνει σε ένα άλλο μέρος.

Κι αυτό φαίνεται κι από εκείνη τη φαντασιωτική σεκάνς που έχετε τοποθετήσει περίπου στη μέση της ταινίας. Προσωπικά, υπήρχαν στιγμές που ένιωθα να συνυπάρχει ο ρεαλισμός με το παραμύθι στην ταινία σας κι αναρωτιέμαι αν αυτό έχει να κάνει και με το γεγονός ότι αφηγείστε μια ερωτική ιστορία.

Μα ο έρωτας είναι ούτως ή άλλως παραμύθι. Σε ταξιδεύει, σε πηγαίνει σε ένα άλλο μέρος. Και στο ίδιο μέρος να βρίσκεσαι, νιώθεις ότι ο κόσμος γύρω σου έχει μεταμορφωθεί, ότι έχουν αλλάξει οι συνθήκες. Οπότε αυτό βιώνουν οι δύο ήρωες από ένα σημείο και έπειτα. Μεταβάλλεται όλη η πόλη τριγύρω τους.  Ιδίως για τον Πάνο, ο οποίος αναφέρει στην αρχή της ταινίας ότι η Σαγκάη είναι για εκείνον ένας κήπος των θαυμάτων.

Για να φέρετε κοντά τους δύο ήρωες στην ταινία σας χρησιμοποιήσατε ένα αρκουδάκι. Υπάρχει κάποιος συμβολισμός πίσω από αυτό;

Το αρκουδάκι είναι ένα αντικείμενο με το οποίο συνήθως συνδεόμαστε στην παιδική μας ηλικία. Άρα και ως ενήλικες είναι πιο εύκολο ένα τέτοιο παιχνίδι να λάβει μέσα μας έναν συμβολισμό, μια συναισθηματική αξία. Στην ταινία και οι τέσσερις κεντρικοί ήρωες προβάλλουν πάνω στο αρκουδάκι πολύ διαφορετικά συναισθήματα, που δεν είναι πάντοτε ερωτικά, ούτε καν πάντα θετικά. Ουσιαστικά, το αρκουδάκι χρησιμοποιείται για να εκφράσει πράγματα που δυσκολεύονται να πουν οι ίδιοι. Είναι δηλαδή αγγελιοφόρος, καταλύτης, αλλά και σύμβολο στις σχέσεις μεταξύ τους.

Στην ταινία σας μου άρεσε η σκηνή που συνδέετε τους χαρακτήρες μέσω της μουσικής , αναδεικνύοντας ταυτόχρονα και τις διαφορές τους.

Πιστεύω κι εγώ ότι αυτή είναι η σκηνή που οι δύο ήρωες νιώθουν για πρώτη φορά πως επικοινωνούν με έναν πιο βαθύ και ουσιαστικό τρόπο, πως τους ενώνουν πολλά περισσότερα από όσα τους χωρίζουν. Ιδίως για την κοπέλα, η οποία ως επαγγελματίας μουσικός εκφράζεται μέσα από την μουσική και ξαφνικά την βλέπει πιο ανάλαφρα και παιχνιδιάρικα.Είναι ξέρετε και βιωματική αυτή η σκηνή, μιας και είμαι και ο ίδιος ερασιτέχνης μουσικός και σε όλες τις χώρες που έμενα στο εξωτερικό είχα σχηματίσει μπάντες με μουσικούς που προέρχονταν από πολλές χώρες. Η μουσική δημιούργησε πολύ ισχυρούς δεσμούς μεταξύ μας, ποτέ δεν ένιωσα κάποια πολιτισμική διαφορά παρά τα διαφορετικά μουσικά είδη.

Εκτός από τη ζωή σας, η μουσική παίζει σημαντικό ρόλο και στην ταινία σας. Δίνετε πρωταγωνιστικό ρόλο στις μελωδίες του συνθέτη Πλατύραχου και αγκαλιάζετε τον συναισθηματισμό, εκεί που αρκετοί συνάδελφοί σας και πολλοί κριτικοί τον θεωρούν αδυναμία.

Καταλαβαίνω αυτό που λέτε, υπάρχει ο φόβος μήπως κάποιος χαρακτηριστεί γλυκανάλατος. Υπάρχει γενικά μια φοβική στάση προς το συναίσθημα, κάτι που αποτυπώθηκε και σε πολλές ελληνικές ταινίες τελευταία – μια αποστασιοποίηση, ίσως και ως αντίδραση προς όλες τις μορφές βίας που μας περιβάλλουν. Από την άλλη, το συναίσθημα ίσως ενοχοποιήθηκε ακριβώς γιατί μας έχει πλασαριστεί πολύ ως κονσερβοποιημένο, ως μη αληθινό. Εγώ δεν είχα τέτοιους φόβους ή ενοχές, γιατί μιλούσα για πράγματα που έχω νιώσει και έχω βιώσει ο ίδιος, οπότε ήξερα ότι αυτό που προσπαθούσα να αποτυπώσω ήταν κάτι αληθινό. Η μουσική υπογραμμίζει πράγματι το συναίσθημα και για μένα είναι πολύ βασικό στοιχείο της κινηματογραφικής τέχνης. Υπάρχουν σκηνοθέτες που χρησιμοποιούν την μουσική πολύ λιγότερο, έχουν μια πιο μινιμαλιστική προσέγγιση. Προσωπικά βρίσκομαι στον αντίποδα. Λατρεύω την μουσική που έκανε ο Νίκος και ήθελα να την εκμεταλλευτώ στο έπακρο. Συνομιλούσαμε διαρκώς, η μουσική και το ντύσιμο των σκηνών ήταν το κομμάτι της δημιουργίας της ταινίας που απόλαυσα περισσότερο. Και μάλιστα δυο σκηνές τις χτίσαμε πάνω στη μουσική.

Δηλαδή η μουσική της ταινίας γράφτηκε πριν ξεκινήσετε γυρίσματα;

Κάποια κομμάτια τα είχα ζητήσει από τον Νίκο πριν ξεκινήσουμε γυρίσματα, για να τα έχουμε ως οδηγό, όπως στη σκηνή που αναφέρατε προηγουμένως. Τα υπόλοιπα γράφτηκαν αφού τα γυρίσματα είχαν ολοκληρωθεί.

Yπήρχε χώρος για αυτοσχεδιασμούς στα γυρίσματα της ταινίας; Eίναι εμπνεύσεις της στιγμής κάποια από αυτά που λένε οι ηθοποιοί σας στο έργο ή ακολουθούσαν πιστά το σενάριο;

Ήταν ελάχιστο το στοιχείο του αυτοσχεδιασμού κατά τη διάρκεια των γυρισμάτων. Το χρονοδιάγραμμα ήταν πολύ σφιχτό, οπότε οι ηθοποιοί έπρεπε να ακολουθούν το σενάριο. Ωστόσο στις πρόβες ήμασταν πιο χαλαροί και εκεί προέκυψαν κάποια πράγματα που ενσωμάτωσα στο σενάριο. Οι διάλογοι εξάλλου παρέμεναν ζωντανοί, τους δούλευα και τους ξαναδούλευα κάθε μέρα επί έξι μήνες. Κάναμε τις περισσότερες πρόβες στο σπίτι μου επί δύο βδομάδες, εγώ και οι δύο πρωταγωνιστές,οπότε ήμουν διαρκώς με τον υπολογιστή αγκαλιά για να καταγράψω οποιαδήποτε αυθόρμητη αντίδραση.

Μιλούσα για πράγματα που έχω νιώσει και έχω βιώσει ο ίδιος, οπότε ήξερα ότι αυτό που προσπαθούσα να αποτυπώσω ήταν κάτι αληθινό.

Υπάρχει, πάντως, κάποιες φορές η αίσθηση ότι αξιοποιήσατε το αναπάντεχο της στιγμής, όπως στη σκηνή στη γέφυρα, όπου η Τζίνσι μιλάει στο τηλέφωνο, ο Πάνος πλησιάζει έναν ψαρά κι εκείνος πιάνει ένα ψάρι.

Υπάρχει μια αστεία ιστορία πίσω από αυτό το στιγμιότυπο. Στο σενάριο δεν προβλεπόταν να πιάσει ο ψαράς κάτι, κάποιοι μάλιστα από το συνεργείο με κορόιδευαν που έβαλα τον ψαρά στην σκηνή, λέγοντας ότι τα νερά είναι τόσο μολυσμένα που δεν θα μπορούσε να επιβιώσει τίποτα. Εγώ, όμως, είχα δει παλαιότερα ψαράδες εκεί. Και τα έφερε έτσι η τύχη ώστε, την ώρα που γυρίζαμε και πλησιάζει να του μιλήσει ο Μοθωναίος, ο ψαράς να βγάλει ένα ψάρι και μάλιστα αρκετά μεγάλο. Ευτυχώς ο Μοθωναίος έμεινε εντός χαρακτήρα και το συνέχισε. Γελάσαμε όλοι και τελικά μας άρεσε και το κρατήσαμε.

Επίσης στο τελευταίο πλάνο της ταινίας σας αναγράφεται σε μια πέτρινη κολώνα το όνομα του «Γκοντό» και είναι μια ενδιαφέρουσα λεπτομέρεια, καθώς στο σημείο εκείνο αφήνετε τους χαρακτήρες σας σε μια αναμονή για το τι θα φέρει το μέλλον. Είχατε δει το γκράφιτι από πριν ή έτυχε να βρίσκεται εκεί;

Ήταν μια ευτυχής συγκυρία, πήγαμε εκεί για να τραβήξουμε τη σκηνή, το είδα και μου άρεσε, οπότε φροντίσαμε να φαίνεται και στο πλάνο. Σας υπόσχομαι, πάντως, ότι δεν το έκανα εγώ το γκράφιτι, δεν θα το διακινδύνευα ποτέ, υπήρχε ήδη. (Γέλια)

Και μια τελευταία, γενικότερη ερώτηση. Η ταινία σας  αφηγείται κατά κύριο λόγο μια ερωτική ιστορία. Παρατηρούμε ότι τα τελευταία χρόνια οι κινηματογραφιστές και ειδικότερα τα μεγάλα στούντιο επενδύουν όλο και λιγότερο σε ερωτικές ιστορίες. Γιατί πιστεύετε ότι συμβαίνει αυτό;

Την ίδια απορία την έχω κι εγώ. Ξέρετε, το συναίσθημα είναι κάτι ευαίσθητο και είναι δύσκολο να επιβιώσει στις συνθήκες παραγωγής των μεγάλων στούντιο, όπου εμπλέκονται εκατοντάδες άτομα στην δημιουργική διαδικασία, συνήθως ακολουθώντας την πεπατημένη συνταγή για σίγουρες εισπράξεις. Μπορεί γι’ αυτό να μην έκαναν μεγάλη επιτυχία οι ταινίες του είδους τελευταία. Από την άλλη, ίσως για τους ανεξάρτητους δημιουργούς να υπάρχει ο φόβος μήπως κατηγορηθούν ότι επιχειρούν κάτι πιο εμπορικό και λιγότερο καλλιτεχνικό, αν επενδύσουν σε μια ερωτική ιστορία. Είναι και δύσκολο να πρωτοτυπήσεις σε αυτό το είδος.

INFO
H ταινία «Μια Μέρα στη Σαγκάη» προβάλλεται στις αίθουσες από την Feelgood Entertainment.

ΜΟΙΡΑΣΟΥ ΤΟ