• ΝΕΑ
  • ΤΑΙΝΙΕΣ
  • ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ
  • ΠΡΟΣΕΧΩΣ
  • ΝΥΧΤΕΣ ΠΡΕΜΙΕΡΑΣ
  • ATHENS OPEN AIR
  • ΤΑΙΝΙΟΘΗΚΗ

  • AOAFF 2026
  • ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ
  • ΑΤΖΕΝΤΑ
NEWSLETTER

IL DIVO

4 Νοέ 2008 | Θέματα | 0 comments

Ο Μάρκος Φράγκος υποβάλλεται από το μεγαλείο ενός τεράστιου σκηνοθέτη και ενός υπεράνθρςπου ηθοποιού
ΜΟΙΡΑΣΟΥ ΤΟ

Μαζεμένος σαν αλεπού  που καιροφυλακτεί, μια καρικατούρα με βήματα πιγκουίνου και λυγισμένους ώμους, ο Τζούλιο Αντρεότι περπατάει μόνος του σε ένα πεζοδρόμιο της Ρώμης, άυπνος και στοχαστικός, ψύχραιμος και κυνικός. Μια απλή σκηνή χωρίς δράση, γίνεται ένα συγκλονιστικό θέαμα, ένα πλανο μεγατόνων από την αντίθεση του ήσυχου βηματισμού του και των παρακείμενων αστυνομικών αυτοκινήτων που γίνονται αγωνιώδεισ φύλακες και σκιές του.


Αντικειμενικά, είναι δύσκολο να υποδυθείς την ισχυρότερη πολιτική προσωπικότητα της Ιταλίας των τελευταίων πενήντα χρόνων. Πέρα όμως από την όποια δυσχέρεια φέρει ο ρόλος από μόνος του (και η φυσική ενσάρκωση ενός ιδιόρρυθμου σωματότυπου αλλά και η ψυχική), το επίτευγμα αρχίζει να παίρνει διαστάσεις μπροστά σου όταν ο Αντρεότι, ο συγκλονιστικά μεταμορφωμένος Τόνι Σερβίλο γίνεται το κινητήριο γρανάζι και ο βασικός μοχλός της δραματικής κατάστασης, του μακελειού, του πολέμου με τη μαφία, της τρομοκρατίας και του ανένδοτου χριστιανοδημοκρατικού συντηρητισμού.


Στην ταινία του (αποτέλεσμα της διεισδυτικότητάς του στην ψυχολογία του Αντρεότι και του θαυμασμού του ταυτόχρονα σε έναν δραματικό πρωταγωνιστή της ζωής της χώρας του), ο Ναπολιτάνος σκηνοθέτης Πάολο Σορεντίνο δημιουργεί ένα κλίμα που κόβει την ανάσα: Σκιαγραφεί με απίστευτη αισθητική δεινότητα τους πρωταγωνιστές του (με επίκεντρο τον Σερβίλο), φωτίζει τα πρόσωπα με δέος, φλερτάρει τις αναγεννησιακές κολόνες στις αυλές, κολακεύει τους εσωτερικούς χώρους σε σπίτια και μέγαρα, δημιουργεί μοιραίους θνησιγενείς στρατηγούς που συχνά δρουν ως μικρότεροι από τη ζωή και πάντα ως αποκυήματα των καταστάσεων. Αν στη Γαλλία το ερώτημα είναι «πώς να αγαπήσει κανείς», στην Ιταλία είναι «πώς να κυβερνήσει». Και ο Αντρεότι, ο Αθάνατος, η Σφίγγα, ο Καμπούρης, ο Βελζεβούλης, η Σαλαμάνδρα, ο Μαύρος Πάπας, ο Ανθρωπος του Σκότους και της Αιωνιότητας δίνει μια δυσάρεστη αλλά σοφή απάντηση – λύση.


Το «Ιl Divo» είναι ένα συγκλονιστικό φιλμ, ουσιαστικά μοντέρνο, όχι μόνο στην επιφάνειά του αλλά και στην ψυχή του, στον βαθύ πυρήνα του, το οποίο- με αφορμή τον Αντρεότι- καταγράφει μια πραγματικότητα που δεν είναι εύκολο να χωνευτεί από τον θεατή: Η αλήθεια πίσω από την πολιτική πράξη δεν είναι ποτέ διαπιστωμένη, κάθε κίνηση των παικτών στο πολιτικό σκάκι δεν είναι προφανής ούτε ξεκάθαρη. Η δράση εξαρτάται από κίνητρα ανθρώπων με συγκεχυμένες μέσα τους, τις ευφυείς πρωτοβουλίες και τους ανόητους παρορμητισμούς. Κι έτσι, η παράνοια με τον ρασιοναλισμό, σφιχτά αγκαλιασμένα δημιουργούν το τσίρκο αυτό που δεν πατάει σε άξονες λογικής. Μόνο σε μια απρόβλεπτη μοίρα.


Η μουσική μέσα σε αυτό το θέατρο ακολουθεί την ίδια τελετουργική ανάγκη του Σορεντίνο: είτε οι ήχοι του Σιμπέλιους από την Ισλανδική Συμφωνική και ο Βιβάλντι από τον Εμανουέλ Σανταρομάνα ντύνουν τις σκηνές, είτε η ατμοσφαιρικότητα των Γκάβιν Ράσομ και Ντέλια Γκονζάλεζ («Rise», «Relevee»), η φρενίτιδα στην εξαίρετη σκηνή του μεγαλοαστικού πάρτι με τους Cassius («Τoop Τoop») και η τρυφερότητα της Μπεθ Ορτον («Conceived»), ή η τραχιά αλήθεια των Veils («Νux Vomica») ανεβάζουν ψηλά τους συναισθηματικούς δείκτες της ταινίας. Με κάποιο διαβολεμένο τρόπο, νιώθεις ότι όλη αυτή η απόμακρη δράση του Αντρεότι, σε αφορά προσωπικά. Ο τρόπος με τον οποίο κινεί τα νήματα πίσω από το αιματοβαμμένο σκηνικό είναι καταλυτικός. Και ο Σορεντίνο τον καταγράφει, όχι ως φρικτή διαδικασία ενός ιδιοφυούς κυνικού Μακιαβέλι αλλά ως δράση ενός χαρισματικού γίγαντα που, πίσω από κάθε έμμεση ή άμεση σφαγή, έχει στο νου του την ορθότητα και τη σωτηρία. Ο Αντρεότι στη σκηνή του παραληρηματικού του λογύδριου (σκηνή ανθολογίας) περί αλήθειας και σχέσης λαού – εξουσίας, δίνει ένα συμπαγές κομμάτι σοφίας στους ρομαντικούς και προσφέρει ένα πρότυπο υποκριτικής ικανότητας. «Η δικτατορία που είναι πιο δύσκολο να μισήσεις, είναι η δική σου» είχε πει το 1988 ο Αντρεότι…


Ο Σορεντίνο με τον Σερβίλο έχουν μεταξύ τους μια σχέση εμπιστοσύνης (κατακτημένη οικειότητα και όχι μόνο επαγγελματική σύμπνοια) που αποδίδει τέτοια εξαιρετικά αποτελέσματα – για τρίτη συνεχή φορά, η κινηματογραφική συνεργασία τους βγαίνει λαμπερή και σοκαριστικά λειτουργική. Ο Σερβίλο δεν είδε καν το βίντεο – υλικό που του είχε ετοιμάσει ο Σορεντίνο, με ντοκουμέντα από τη ζωή και την πορεία του Αντρεότι, για να μπει στο ρόλο. Προτίμησε να μείνει στις οδηγίες και την αντίληψη του σκηνοθέτη, προτίμησε να πάρει το αναγκαίο feedback για το ρόλο του Αντρεότι μέσα από αυτά που επέλεξε να του πει ο Σορεντίνο. Η εικόνα λοιπόν του κραταιού μανδαρίνου της ιταλικής εξουσίας που φαίνεται στην ταινία δεν είναι αποτέλεσμα «σχεδιασμού πάνω σε ριζόχαρτo», αλλά η πεμπτουσία της κατανόησης, της βαθιάς επικοινωνίας του Σερβίλο με το αντικείμενο του ρόλου του και τον σκηνοθέτη – καθοδηγητή του. Με κάποιο μαγικό τρόπο, όλη αυτή η λειτουργικότητα διαχέεται σε όλες τις συνιστώσες του φιλμ, σε όλα τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του. Το μοντάζ είναι πάνσοφο, η κίνηση της κάμερας χορευτική και αξιοθαύμαστη, οι ερμηνείες των δευτεραγωνιστών (ιδιαίτερα των μελών του τρομακτικού «κονκλάβιου» που βρίσκεται γύρω του)εύγλωττες, η φωτογραφία ένα κομψοτέχνημα, τα πλάνα,ένα προς ένα, έχουν μια συγκινητική συμμετρία.


Το «Ιl Divo» είναι μια εμβληματική ταινία υπερβατικού ρεαλισμού, ένα αφαιρετικό πορτρέτο ενός ξεχωριστού άντρα. Στα δικά μου τουλάχιστον μάτια αυτό που εννοείται κάτω από την ομπρέλα του ευρωπαϊκού κινηματογράφου, δεν θα ξαναέχει ποτέ την ίδια αίσθηση.

ΜΟΙΡΑΣΟΥ ΤΟ