Και έχει μερικούς καλούς λόγους γι’αυτό, αν μας ρωτάτε.
Kαθώς πλησιάζουν τα βραβεία Όσκαρ και ο μηχανισμός προώθησης και υπενθύμισης της ύπαρξης της «Barbie» υπερλειτουργεί, θα διαβάζουμε όλο και περισσότερες ειδήσεις και δηλώσεις σχετικές με την ταινία. Ο Ρούμπεν Έστλουντ, ο σύγχρονος πρωτοπόρος της μεγάλης των (φεστιβαλικών) προβοκατόρων σχολής, ερωτήθηκε για την ταινία και την κατακεραύνωσε.
«Ναι, την είδα την Barbie. Στα μάτια μου είναι κυνισμός μασκαρεμένος σαν οπτιμισμός και αποδεικνύει την τρέλα των καιρών μας. Ένας κατασκευαστής παιχνιδιών χρηματοδοτεί τις δικές του ταινίες και εξαγοράζει μια Αμερικανίδα δημιουργό, ώστε να κάνει τα παλαιών αρχών παιχνίδια του πιο ευπαρουσίαστα. Κατά τη γνώμη μου είναι τρελό. Το φιλμ αφορά περισσότερο τον ψηφιακό κοσμο, παρά τον πραγματικό. Είναι μια ταινία με δηλώσεις, ατάκες, την ανάγκη να παίρνει διαρκώς θέση ενάντια σε κάτι κτλ. Δεν μου άρεσε. Επίσης, ένα από τα θετικά του καπιταλισμού είναι ότι υπάρχει ανταγωνισμός και δημιουργούνται περισσότερα προϊόντα και προσπαθούμε να τα κάνουμε καλύτερα από τα προηγούμενα. Για αυτό το τελευταίο χρειαζόμαστε το word of mouth από το κοινό. Μια ταινία σαν την Barbie, όμως, υπονομεύει τη διαδικασία, επειδή ξοδεύει έναν τόνο χρήματα στο μάρκετινγκ και στο τέλος υπάρχει ελάχιστος χώρος για word of mouth», κατέληξε ο Έστλουντ.
Με δεδομένο ότι το δεύτερο μισό της ταινίας μας φάνηκε σαν ένα live-action σοσιομιντιακό ποστ, τον καταλαβαίνουμε σε όσα λέει. Βέβαια, το φαινόμενο δεν αφορά μόνο την «Barbie». Εδώ και μερικά χρόνια το promo και το hype μιας ταινίας καταλαμβάνει το 90% της συζήτησης για αυτή και όταν τελικά κυκλοφορεί, ξεχνιέται σχεδόν άμεσα, επειδή έχουμε περάσει ήδη στην επόμενη «πολυαναμενόμενη» παραγωγή που «θέλουμε να δούμε χτες» και «να μας την φέρουν τώρα».













