Στο πάνθεον τον αγωνιστών μιας Αμερικής και μιας ανθρωπότητας που η δεκαετία του ’60 ονειρεύτηκε ορμητικά, ο Χάρι Μπελαφόντε, πρώτος μεταξύ ίσων, κρατά αβίαστα μια αίγλη μυθική. Δεν είναι ο λόγος μας από το κινηματογραφικό μετερίζι, αλλά εκείνο που δεν μπορεί από κανέναν να παραλειφθεί είναι ο ρόλος που διαδραμάτισε κατά την περίοδο που τα ανθρώπινα δικαιώματα είχαν την καλύτερή τους τύχη να αποκτήσουν μια υπόσταση που μόνο σήμερα, πάνω από μισό αιώνα μετά, έχουν την πιθανότητα να κατακτήσουν. Τότε όμως, ειδικά για τα δικαιώματα των Μαύρων, ο Χάρι Μπελαφόντε, πολυσχιδής και ηθικά άκαμπτος, είναι μια μυθική φυσιογνωμία.

Με τον Σίντνεϊ Πουατιέ (αριστερά) και τον Τσάρλτον Ίστον (δεξιά)
Ένα παράδειγμα από το σινεμά, ίσως, λέει κάτι. Όταν του πρότειναν τον ρόλο του Πόργκι στο «Porgy and Bess» (1959), αρνήθηκε στον Όττο Πρέμιντζερ για τον λόγο ότι έβρισκε τον ρόλο μειωτικό για τους μαύρους. Ο ρόλος, μετά από δυσκολίες και αρχική άρνηση επίσης, πήγε στον Σίντνεϊ Πουατιέ. Δεν ήταν απαραίτητα μια σωστή απόφαση για τον Μπελαφόντε. Ήταν όμως ενδεικτική της τόλμης που του χάριζε η ιδεολογία του. Την ίδια χρονιά, πάντως, έβγαλε με την Λίνα Χορν έναν ομότιτλο δίσκο. Δεν ήταν αριστούργημα, εξακολούθησε όμως την λίαν επιτυχή ως τότε τραγουδιστική του καριέρα.
Να τα δούμε όμως εν συντομία με την σειρά: Ο Μπελαφόντε γεννήθηκε στη Νέα Υόρκη από πάμπτωχους Τζαμαϊκανούς γονείς και λίγο αργότερα έζησε και οκτώ ενδεή χρόνια στην χώρα της καταγωγής του. Επιστρέφοντας στις ΗΠΑ κατετάγη στο Ναυτικό την περίοδο του 2ου ΠΠ. Ακολούθως διαφόρων δουλειών για τα προς το ζην, γοητεύθηκε από την ιδέα της showbiz, θέλησε να γίνει ηθοποιός και παρακολούθησε μαθήματα που τον έβαλαν συμμαθητή του Μπράντο, του Ματάου και του Τόνι Κέρτις. Ταυτόχρονα τον κέρδιζε η μουσική. Προτού μεγαλουργήσει εμπορικά στον calypso ήχο της πατρίδας του, εμφανίστηκε σε jazz club με την μπάντα πίσω του να περιέχει έναν Τσάρλι Πάρκερ κι έναν Μάιλς Ντέιβις. Η ανθρωπογέφυρα που συνιστούσε και μόνο από κάτι τέτοιο είναι ήδη κάτι το συναρπαστικό.
Αργότερα μυείται στην ιδεολογία από τον ιστορικό ακτιβιστή Πολ Ρόμπσον και τον Μάρτιν Λούθερ Κινγκ. Πρωτοστάτησε στην αποφυλάκιση του τελευταίου από την Αλαμπάμα το 1961, οδήγησε την θρυλική πομπή που έφτασε στην Ουάσινγκτον το 1963. Πλήρωνε ακόμα και την μπέιμπι-σίτερ της κόρης του Κινγκ και ήταν πρώτος στην κηδεία του. Όλη του η ζωή ήταν μια τιμή της ιδεολογίας του, ενώ ήταν κριτικός ακόμα και απέναντι στον Μπάρακ Ομπάμα επί ζητημάτων ηθικής πολιτικής αρχής. Ήταν κι αυτό ένα μέτρο της ακεραιότητάς του. Υπήρξε επί δεκαετίες Πρεσβευτής Καλής Θελήσεως της UNICEF.

"King of Calypso"
Ωστόσο εμείς πρέπει να δούμε περιληπτικά τη δράση του στην Ψυχαγωγία – με κεφαλαίο το Ψι μιας και υπήρξε και παρολίγο EGOT, πήρε Έμμι, Γκράμι (τρία κιόλας) και Τόνι, το Όσκαρ του διέφυγε, πήρε ένα τιμητικό Jean Hersholt. Εμείς θα τον δούμε πέρα από την μουσική (όπου πραγματικά διέπρεψε περίπου μέχρι τα μέσα του ’60 – όταν δηλαδή οι πολιτικές κρίσεις από τη μια και η έλευση των Beatles από την άλλη τον περιθωριοποίησαν), στον κινηματογράφο. Δεν έπαιξε σε πολλές ταινίες, μετά βίας κάποια θα την αποκαλούσε κανείς αναγκαία θέαση για κάποιον αμύητο σινεφίλ. Επειδή όμως όσοι έχετε φτάσει ως εδώ μάλλον δεν πιάνεστε για αμύητοι, υπάρχει μια χούφτα ταινιών που ανήκουν στις λίστες σας.
Με την Νανά Μούσχουρη, την οποία και βοήθησε ιδιαίτερα στην γνωριμία της με το κοινό των ΗΠΑ
Η καλύτερη όλων είναι το «Odds Against Tomorrow» του Ρόμπερτ Γουάιζ, η ταινία που ο Ζαν-Πιερ Μελβίλ έλεγε πώς είχε δει 80 φορές. Μια ταινία για τον ρατσισμό με τη φορεσιά του θρίλερ, ένα έργο βασικό, στο μαγεμένο 1959 που το σινεμά για κάποιους έφτασε στον κολοφώνα του. Πολύ ωραίο είναι επίσης το «Ο Κόσμος, η Σάρκα και ο Διάβολος», της ίδιας χρονιάς, που διαβάζεται σαν ένα μεγάλου μήκους επεισόδιο Twilight Zone πάνω στον πυρηνικό τρόμο. Σε άλλο κλίμα είναι δύο βασικές επιτυχίες της αρχής της καριέρας του. Αμφότερες πατούν στο προ-πολιτικής προφίλ του, στην περσόνα των τρελών μουσικών επιτυχιών – ήταν άλλωστε ο πρώτος μαύρος που έφτασε δίσκο στο 1 εκατομμύριο πωλήσεων. Το ένα είναι η «Carmen Jones» του Πρέμιντζερ δίπλα στην Ντόροθι Ντάντριτζ-Κάρμεν και το άλλο είναι το «Island in the Sun», με την ομώνυμη επιτυχία μέσα, τίποτα μνημειώδες αλλά εξίσου απολαυστικό για τον σινεφίλ, με ένα καστ-όνειρο (Τζέιμς Μέισον, Τζόαν Φοντέν, Ντόροθι Ντάντριτζ και Τζόαν Κόλινς – υπήρξε και ένα αμόρε εδώ μεταξύ τους).

«Odds Against Tomorrow» (1959, του Ρόμπερτ Γουάιζ)
Παρότι περιέχον το όνομα του δαίμονα, πανάξιο αναφοράς είναι και το «Uptown Saturday Night», με Μπιλ Κόσμπι, Πουατιέ, Πράιορ και τον ίδιο πρωταγωνιστές (και Πουατιέ στην σκηνοθεσία), τρισχαριτωμένο και άγνωστο, ελαφρολαϊκό, αγωνιώδες, φαρσικό και πλακαδόρικο. Μου διαφεύγει το «White Man’s Burden» (1995) με τον Τραβόλτα, που περιέχει μια ενδιαφέρουσα σεναριακή ανατροπή, ενώ στέκει να αναφερθεί και μόνο για την συνύπαρξη Πουατιέ-Μπελαφόντε, το «Αυτοί Που Δεν Νικήθηκαν Ποτέ», ένα δευτεροκλασάτο γουέστερν, που συνυπογράφει και πάλι ο πρώτος. Δήλωσε παρών και σε τρεις Όλτμαν της δύσεως, αλλά όχι της παρακμής, στον «Παίκτη» και το «Prêt-à-Porter» με περάσματα και στο αξιαγάπητο «Kansas City» με ρόλο.

Με τον Σίντνεϊ Πουατιέ – αδέλφια από τα χρόνια της ασημότητας
Είναι σπουδαίος ο Μπελαφόντε, και σκόπιμα δεν μιλάμε στον παρατατικό. Το παράδειγμα του, με την καθαρότητα και το ανθρώπινο βάρος, δείχνει έναν σαφή δρόμο, σε καιρούς ομολογουμένως σκοτεινούς και δρόμους (ακόμα πιο) δύσβατους. Υπό άλλες συνθήκες, ένας λευκός του 2023 θα μπορούσε ακόμα και να δηλώσει αναρμοδιότητα, όμως η εμβληματικότητα είναι σαφής, η (οφειλόμενη) υπερφυλετικότητα του ανθρώπου διαμαντένια. Τέτοιοι άνθρωποι λείπουν κι όταν υπάρχουν. Όταν φεύγουν η απουσία κάνει κρότο.

Σε δημόσια ομιλία (Φωτογραφία από τους New York Times)






