Η επόμενη και δεδομένα πιο «προσωπική» ταινία της φιλμογραφίας του Καναδού δημιουργού, φέρνει αμηχανία στους διανομείς και δεν έχει αγοραστεί καν ακόμα στην Βόρεια Αμερική.
Εισαγωγικά για τον χαρακτηρισμό της προσωπικής για δύο λόγους: Κάθε και καμμιά ταινία δεν είναι προσωπική. Όλες το πνεύμα μιας συνεργασίας αποτυπώνουν, αν και δεκτό βέβαια ότι στις περιπτώσεις δημιουργών, όπου σενάριο και σκηνοθεσία ανήκουν στο ίδιο πρόσωπο, ένας πάραπανω λόγος προσωπικής σχέσης διατυπώνεται. Ο δεύτερος λόγος είναι ότι ο Κρόνενμπεργκ ειδικά δεν πρέπει να έχει ούτε μια ταινία που να μην μπορείς να χαρακτηρίσεις «προσωπική», καθώς αναφορές, θέματα και τρόπος γραφής δεν έχουν ανάλογο στην ιστορία. Οπότε πάμε σε κάτι πιο ακριβές.
Το «Shrouds» φαίνεται να πηγάζει από την επώδυνη ψυχικά κατάσταση στην οποία περιήλθε ο Καναδός μετά τον θάνατο της συζύγου του, έπειτα από σχεδόν 40 χρόνια γάμου. Άρα φαίνεται να πηγαίνουμε προς το «εξομολογητική». Η μυθοπλασία της ταινίας αφορά σε έναν καινοτόμο επιχειρηματία και θλιμμένο χήρο που φτιάχνει μια συσκευή μέσω της οποίας επικοινωνείς με τον ενταφιασμένο νεκρό. Καθαρό Σινεάκ, και δεν μένουν αμφιβολίες για τα αίτια της επιφυλακτικότητας των διανομέων,
Η πρωταγωνίστρια Νταϊάν Κρούγκερ (που αντικατέστησε την Λεά Σεντού) λέει: «Πρέπει να είναι η πιο προσωπική του ταινία διότι μιλά για τον ίδιο και τον θάνατο της γυναίκας του. Στην διάρκεια των γυρισμάτων το ένοιωθες αυτό και ήταν ίσως και κάπως αποστασιοποιημένος για τον ίδιο λόγο. Τον ένοιωθα πολύ ευάλωτο.»
Εκτός της Κρούγκερ, η οποία ερμηνεύει πολλαπλούς ρόλους, στην ταινία παίζει ο Βενσάν Κασέλ, στον ρόλο του αδελφού της, «ένα άβαταρ και προσωπικός βοηθός».
Για τους πιο πολλούς δεν είναι πια κινηματογραφικό γεγονός η επιστροφή Κρόνενμπεργκ, θα ζήσουμε με αυτό. Όμως για τους λοιπούς έως και χάσαμε πολλά χρόνια δίχως αυτόν με την (δικαιολογημένη) διακοπή που πήρε από το ’14 και μετά. Στο «Crimes of the Future», λέει ο ίδιος, «διερωτήθηκα πάνω στον ρόλο του καλλιτέχνη, αν η συμβολή του είναι καρποφόρα ή κακοήθης.»
Περιμένουμε πολύ το «Shrouds». Είναι ο τίτλος, είναι το θέμα, είναι ο ίδιος βέβαια, είναι και ότι θα έχει ξαναβρεί τα πατήματά του στο πλατώ. Πάνω απ’ όλα όμως είναι μια προαίσθηση, με έκτακτες πιθανότητες να αστοχήσει υπό μια έννοια, ότι όταν ένας ψυχοσωματικός δημιουργός «εγκαταλείπεται» ηθελημένα στην αυτοβιογραφία, κάτι πολύ μεγάλο ενδέχεται να γεννηθεί.












