Φόρος τιμής σε ανυπόληπτα κινηματογραφικά είδη και στις πιο σκοτεινές από τις σκοτεινές αίθουσες, τα μεταμοντέρνα b-movies των Ταραντίνο και Ροντρίγκεζ έφεραν ξανά στην επικαιρότητα τα μιαρά και περιθωριακά φιλμ των 60s και 70s και τους ανίερους χώρους που τα φιλοξένησαν. Εμείς ξεσκονίσαμε και σας παρουσιάζουμε την κρυφή τους ιστορία, ανοίγοντάς σας την όρεξη για το μεγάλο αφιέρωμα που ετοιμάζουν οι ΝΥΧΤΕΣ ΠΡΕΜΙΕΡΑΣ CONN-X τον Σεπτέμβρη.
Από τον Θανάση Πατσαβό
–grind: [grAind]/ ουσ. τρόχισμα / άλεσμα ρ. ενεργώ ή υφίσταμαι άλεση, αλέθω-ομαι / συνθλίβω, λιανίζω, κονιορτοποιώ / τροχίζω, ακονίζω /προστρίβω ή συνθλίβω (με βία ή θόρυβο).
Αντίθετα με ό,τι πιστεύει ακόμη μια μεγάλη μερίδα του κόσμου, το grindhouse δεν αποτελεί κινηματογραφικό είδος. Στην πραγματικότητα ο όρος περιγράφει μια συγκεκριμένη κατηγορία κινηματογραφικών αιθουσών που άνθισαν στις ΗΠΑ από τη δεκαετία του 60 μέχρι τα μέσα του 80. Φωλιασμένα στις πιο κακόφημες γειτονιές των κέντρων των αμερικανικών μεγαλουπόλεων, τα grindhouse αποτελούσαν την ξεθωριασμένη και βρoμερή κατάληξη των πολυτελών κινηματογράφων του 30 και του 40. Ιδιοκτησία αρχικά των κορυφαίων χολιγουντιανών εταιρειών παραγωγής, δημιουργήθηκαν στο πλαίσιο του μονοπωλίου που επιθυμούσαν να εγκαθιδρύσουν τα στούντιο σε κάθε πτυχή της κινηματογραφικής βιομηχανίας: από την παραγωγή της ταινίας μέχρι τη διανομή και την κατανάλωσή της. Με τους χλιδάτους, τριώροφους εξώστες και τα βελούδινα καθίσματα, αποτελούσαν ένα ακόμη δέλεαρ που προσέφεραν στις μάζες ως ιδανικό -και ενίοτε μοναδικό- τόπο κατανάλωσης των επίσημων προϊόντων του Χόλιγουντ.
Οταν το 1948 το Ανώτατο Δικαστήριο αποφάσισε να σπάσει το μονοπώλιο και απαγόρευσε στα στούντιο την κατοχή κινηματογράφων, η απόφασή του συνέπεσε με μαζικές μετακινήσεις των ανώτερων τάξεων στα προάστια, με αποτέλεσμα οι μειονότητες να αποτελούν πλέον τους βασικούς κατοίκους του κέντρου. Πολλές από τις μεγαλόπρεπες αίθουσες γκρεμίστηκαν. Οσες απέμειναν άλλαξαν χέρια και οι νέοι ιδιοκτήτες αναζήτησαν εναλλακτικούς τρόπους να γεμίσουν τις αχανείς τους σάλες, δημιουργώντας μαζί με τις γειτονικούς, συνοικιακούς κινηματογράφους την περιφέρεια των grindhouse. Οι exploitation, low budget ταινίες έγιναν το φθηνότερο μέσο για να προσελκύσουν το διψασμένο για άγνωστες έως τώρα απολαύσεις κοινό. Απολαύσεις που το Χόλιγουντ πεισματικά του είχε αρνηθεί.
Κοινωνία ώρα μηδέν
Η συχνή ταύτιση του grindhouse με το exploitation δεν είναι καθόλου τυχαία, αν και η ύπαρξη του δεύτερου ως κινηματογραφική τάση χρονολογείται από πολύ νωρίτερα. Απλά στην πρώιμη μορφή τους οι -αμιγώς ανεξάρτητες- exploitation ταινίες των 30s και 40s προσπαθούσαν να ξεγελάσουν τους συντηρητικούς κώδικες της εποχής με μια πρόφαση επιμόρφωσης και προειδοποίησης του κοινού και ηθικοπλαστικά κοινωνικά μηνύματα. Χαρακτηριστικό παράδειγμα, το «Reefer Μadness» (1936), μια ξεκαρδιστική σήμερα απόπειρα δαιμονοποίησης της χρήσης ινδικής κάνναβης, η οποία, σύμφωνα με την ταινία, μετέτρεπε τα ανύποπτα αγόρια σε τεντιμπόιδες και λυσσαλέους βιαστές και τις αθώες κορασίδες σε ασυγκράτητα νυμφίδια.
Αλλες ταινίες μεταμφιέζονταν σε εγχειρίδια σεξουαλικής υγιεινής, χρησιμοποιώντας αρχειακό υλικό που φωτογράφιζε παντός είδους αφροδίσια νοσήματα και τρομοκρατώντας τους αφελείς θεατές για τις βλαβερές συνέπειες των εξωσυζυγικών σχέσεων και των συνευρέσεων με πόρνες. Παρά τις ευρηματικές μεθόδους εξαπάτησης, αρκετές από αυτές τις ταινίες, όπως το «Μom And Dad» (1945), το οποίο περιείχε μαγνητοσκοπημένο υλικό από αληθινές γεννήσεις, απέφευγαν τους ελέγχους των αρχών διατηρώντας στους κινηματογράφους, όπου προβάλλονταν με τρομερή επιτυχία, διαφορετικές μορφές της ταινίας, μια «ζουμερή» και μια «αθώα», ή ακόμη διανέμονταν με τη μέθοδο των τσιρκολάνων, περιοδεύοντας από πόλη σε πόλη.
Με την παρακμή ωστόσο των αστικών κέντρων, τα πάντα άλλαξαν. Η φθορά, η σκόνη, οι αρουραίοι και αγνώστου προελεύσεως σωματικά υγρά κυρίευσαν τους πάλαι ποτέ ναούς της 7ης τέχνης, σηματοδοτώντας μια νέα εποχή. Συχνά επικίνδυνες για τη σωματική ασφάλεια των θαμώνων, οι αίθουσες αυτές λειτουργούσαν ουσιαστικά περισσότερο ως καταφύγιο κάθε λογής περιθωριακών και λιγότερο ως χώροι γαλούχησης τρελαμένων σινεφίλ. Ας μην ξεχνάμε άλλωστε ότι ακόμη και ο θαυμασμός του Ταραντίνο και λοιπών σύγχρονων φαν για τα περί ου ο λόγος κινηματογραφικά σκουπίδια καλλιεργήθηκε κυρίως μέσω της επανανακάλυψής τους στο βίντεο, και όχι στον φυσικό χώρο των grindhouse. Μέρα και νύχτα πόρνες, πρεζόνια, νταβατζήδες, άστεγοι, ηδονοβλεψίες ή απλά μοναχικοί τύποι με περίεργα γούστα πλήρωναν το ποταπό εισιτήριο και διάλεγαν τις βδελυρές αυτές αίθουσες για ύποπτες επαγγελματικές συναλλαγές ή απλά ως τόπο διαφυγής από απαιτητικές συζύγους και τα αδιάκριτα μάτια του κόσμου.
Αίμα, σπέρμα και ιδρώτας
Σχεδόν ολόκληρο το 24ωρο, τα grindhouse ενάλλασσαν αδιάκοπα (εξ ου και το όνομά τους) διπλά και τριπλά προγράμματα από ένα εντυπωσιακά πολυσυλλεκτικό ρεπερτόριο. Και τι ρεπερτόριο! Σοκαριστικά ψευδοντοκιμαντέρ και ψεύτικα snuff movies, γυμνόστηθες καλλονές αλλά και hardcore πορνογραφία, εξωτικά τσιμπούσια ανθρωποφαγίας, ανάστατες γυναικείες φυλακές και S&M ναζιστικά πάρτι, ζόμπι και λεσβίες αιματορουφήχτρες, σπαγγέτι γουέστερν και οργίλες καλόγριες, άγριες συμμορίες και ψυχεδελικά τριπάκια, όλα έβρισκαν τη θέση τους στο grindhouse κύκλωμα.
Στην κριτική του για το διαβόητο «Ι Spit On Your Grave» (1978) του Μέιρ Ζάρχι, στο οποίο η μικρανιψιά του Μπάστερ Κίτον, Καμίλ Κίτον εκδικείται τους βιαστές της με ευνουχισμό, διαμελισμό και παντός είδους ακρωτηριασμό, ο διάσημος Αμερικανός κριτικός Ρότζερ Εμπερτ γράφει: «εγκατέλειψα την αίθουσα νιώθοντας βρόμικος και ντροπιασμένος». Αποκαλεί την ταινία «αηδιαστικό σάκο απορριμμάτων», εκφράζοντας επιπλέον την αποστροφή του για την ενθουσιώδη υποδοχή την οποία επιφύλασσε το κοινό σε κάθε αποτροπιαστική πράξη που εκτυλισσόταν μπροστά στα μάτια του. Ευτυχώς για εκείνον, δεν παρακολούθησε την ταινία σε grindhouse, όπου το αποτρόπαιο θέαμα θα ταυτιζόταν αρμονικά με τη δυσωδία, τα λεκιασμένα χαλιά και τα λιγδιασμένα καθίσματα. Η περιγραφή του, ωστόσο, θα μπορούσε κάλλιστα να αποδοθεί σε δεκάδες z-movies που αποτελούσαν καθημερινή τροφή των μυθικών grindhouse.
Blaxploitation, sexploitation, nunsploitation, dyxploitation και κάθε είδους παραλλαγή του exploitation σινεμά με ή χωρίς τη συνήθη γραμματική κατάληξη είχαν βασικούς στόχους την κατάρριψη κάθε ταμπού και αίσθησης καλού γούστου και εν τέλει την απροκάλυπτη πρόκληση. Βία, σεξ και τρόμος σε κάθε πιθανό συνδυασμό ήταν τα απαραίτητα συστατικά για να χριστεί μία ταινία αναμφισβήτητο grindhouse hit. Οι πρωτοπόροι του ακατέργαστου τρόμου της αμερικανικής suburbia, ο Γουές Κρέιβεν με τα «Τhe Last House On The Left» (1972) και «Τhe Hills Have Εyes» (1977) και ο Τομπ Χούπερ με τον «Σχιζοφρενή Δολοφόνο Με Το Πριόνι» του (1974), αλλά και «Η Νύχτα Των Ζωντανών Νεκρών» (1968) του Ρομέρο, αν και έκαναν την εμφάνισή τους και στο κανονικό κύκλωμα διανομής, ταίριαξαν απόλυτα με την ατμόσφαιρα των grindhouse. Το ίδιο και ο Ρας Μέγιερ με τις προικισμένες με αβυσσαλέα ντεκολτέ πρωταγωνίστριες ταινιών, όπως τα «Faster, Pussycat! Kill! Κill!» (1966) και «Vixen» (1968), ενώ ο Χέρσελ Γκόρντον Λιούις, υπερήφανος πρώτος διδάξας του splatter με το «Βlood Feast» (1963), πλημμύρισε ξανά τις οθόνες με ζωικά εντόσθια και εμπνευσμένους τίτλους, όπως τα «Τhe Wizard Of Gore» (1970) και «Τhe Gore Gore Girls» (1972).
Στην απολύτως μη πολιτικά ορθή και συχνά εξόφθαλμα σοβινιστική στάση πολλών από τα «αριστουργήματα» του είδους απέναντι σε γυναίκες και μειονότητες απάντησαν με αντιστροφή των ρόλων οι blaxploitation ταινίες από Αφροαμερικανούς και όχι μόνο καλλιτέχνες, αρχής γενομένης με το κλασικό «Sweet Sweetbacks Baadasssss Song» (1971) του Μέλβιν Βαν Πιμπλς. Η τεράστια επιτυχία του οδήγησε σε ταινίες όπως τα «Shaft» (1971), «Superfly» (1972), «Foxy Βrown» (1974), «Coffy» και «Cleopatra Jones» (1973), ενώ δεν έλειψαν και ξέφρενες αντιγραφές, όπως το made in Singapore «Τhey Call Her Cleopatra Wong» (1978) του Φιλιππινέζου Μπόμπι Σουάρεζ.
Το απίστευτο χωνευτήρι των grindhouse άντλησε το υλικό του από κάθε γωνιά του κόσμου: ζόμπι, shockumentaries, όπως το «Faces Of Death» (1978), και φανταχτερά giallo από την Ιταλία, αντισυμβατικά samurai films και στυλιζαρισμένες ιστορίες θηλυκής εκδίκησης («Lady Snowblood», 1973) και γυναικείων φυλακών («Female Prisoner 701 Scorpion», 1972) από την Ιαπωνία. Τέλος κάποιες από τις πιο εμετικές προσθήκες περιλάμβαναν το υποτιθέμενα αυθεντικό «Snuff» (1976) των Μάικλ και Ρομπέρτα Φίντλεϊ και όργια κανιβαλισμού ιταλικής κυρίως προέλευσης, όπως το «Cannibal Ηolocaust» (1980) του Ρουτζέρο Ντεοντάτο και το «Cannibal Ferox» (1981) του Ουμπέρτο Λένζι.
Θάνατος στο grindhouse
Στις αρχές της δεκαετίας του 80 τα grindhouse είχαν πλέον προβάλει μερικές από τις πιο ακραίες, ωμές και σοκαριστικές ταινίες από καταβολής κινηματογράφου. Και σαν φυσική κατάληξη, αφού είχαν εκπληρώσει το βλάσφημο έργο τους, ήρθε το τέλος. Οπως ακριβώς συνέβη με την παράλληλη, ανθηρή πορνοβιομηχανία, η έλευση του βίντεο αποκαθήλωσε τα απολαυστικά ανοσιουργήματα των grindhouse από τις μεγάλες οθόνες. Οι αρρωστημένες δημιουργίες πήραν το δρόμο για τη βιντεοκασέτα και την κατ οίκον διαφθορά νεότερων γενιών, αποτελώντας τον πυρήνα των διαβόητων video nasties και υποφέροντας από βάναυσες περικοπές. Οι σταδιακές προσπάθειες αναμόρφωσης των κέντρων έδωσαν τη χαριστική βολή: η αναπαλαίωση της Times Square της Νέας Υόρκης αχρήστευσε την αφρόκρεμα των grindhouse, ενώ στο Λος Αντζελες οι αμαρτωλοί κινηματογράφοι μετατρέπονταν σε εκκλησίες! Μονάχα οι απειράριθμες επιρροές που άσκησαν στο mainstream σινεμά και λατρευτικοί φόροι τιμής όπως το «Deathproof» και το «Ρlanet Τerror» μένουν για να μας θυμίζουν τις εποχές της δόξας τους. Rest In Peace.
9 Grindhouse classics
Coffy (1973)του Τζακ Χιλ
Η Παμ Γκριρ γ**άει και δέρνει στον ρόλο μιας νοσοκόμας που γίνεται οπλισμένος εκδικητής ενάντια στους εμπόρους ναρκωτικών που σπέρνουν τον θάνατο στο γκέτο και έσπρωξαν την αδελφή της σε υπερβολική δόση. Το blaxploitation αποκτά τον πρώτο και καλύτερο θηλυκό ήρωά του. Τα υπόλοιπα είναι ιστορία.
llsa, She Wolf Of The S.S. (1975) του Ντον Εντμοντς
Από τις πιο διαβόητες δημιουργίες των 70s, η μητέρα όλων των kinky ταινιών, με έμφαση στον συνδυασμό σεξ, σαδομαζοχιστικής βίας και αποκρουστικών βασανιστηρίων, έφερε τα χαρακτηριστικά της Ντιάν Θορν και γέννησε ένα ολόκληρο κινηματογραφικό υπο-είδος για όσους μπορούσαν να το αντέξουν: ονομάστηκε nazisploitation!
Sword Of Vengeance (1972) του Κένζι Μισούμι
Ρονίν σαμουράι περιπλανιέται με τον μικρό του γιο, γυρεύοντας εκδίκηση για τον χαμό της γυναίκας του. Η πρώτη μιας εξαιρετικά δημοφιλούς σειράς έξι ταινιών με τον ίδιο ήρωα επέκτεινε τη μανία των βίαιων ασιατικών επών σε όλο τον κόσμο, βαφτίζοντάς την πρώτα σε ένα φοβερό λουτρό αίματος με σκηνές που προκαλούν μέχρι σήμερα εντύπωση. Ο Ταραντίνο εξακολουθεί να δηλώνει έκθαμβος.
Ι Drink Your Blood (1970) του Ντέιβιντ Ε. Ντέρστον
Λυσσασμένοι χίπηδες, λάτρεις του σατανά, σκορπίζουν τον τρόμο και τον θάνατο σε σκηνές δωρεάν και εξωφρενικού gore. Ολα αυτά σε ένα από τα πιο περίφημα δείγματα exploitation, με σοβαρά ιδεολογικά προβλήματα στο κεφάλι του και μια αδυναμία στους σωματικούς ακρωτηριασμούς.
Τhe Lady In Red (1979) του Λούις Τιγκ
Η Φάλον της «Δυναστείας» πρωταγωνιστεί ως σκληροτράχηλη φιλενάδα του Τζον Ντίλινγκερ σ’ ένα γκανγκστερικό φιλμ βγαλμένο από τη σχολή Κόρμαν, γραμμένο από τον Τζον Σέιλς και πλήρως εναρμονισμένο στις ευαισθησίες του grindhouse κοινού. Πράγμα που σημαίνει έντονη βία και άφθονο δωρεάν γυμνό.
Τhe Candy Snatchers (1973) του Γκέρντον Τρούμπλαντ
Διηγείται την εξαιρετικά δυσάρεστη ιστορία απαγωγής ενός ανήλικου κοριτσιού, παρέμενε για πολλά χρόνια εξαφανισμένο, διατηρούσε σταθερό τον κακόφημο μύθο του και συγκρίνεται μόνο με το «Last House On The Left» στο πόσο ενοχλητικό είναι. Ενα πραγματικά θρυλικό φιλμ.
Ginger (1971) του Ντον Σκέιν
Φλογερή ξανθιά κατάσκοπος (η Τσέρι Καφάρο με το φοβερό ονοματεπώνυμο) χρησιμοποιεί τα ερωτικά θέλγητρα και τον τσαμπουκά της προκειμένου να εξαρθρώσει κύκλωμα μαστροπείας και ναρκωτικών. Από τις ταινίες που, αν γυρίζονταν σήμερα, θα είχαν αποκτήσει στο λεπτό τον χαρακτηρισμό του «Αυστηρώς Ακατάλληλο», το sexploitation classic γνώρισε τόση επιτυχία, ώστε παρήγαγε άλλες δυο συνέχειες. Ισως επειδή τα είχε όλα. Εμπρόσθιο γυναικείο και αντρικό γυμνό, λεσβιακές περιπτύξεις, ευνουχισμό με… χορδή πιάνου και άλλες βρoμερές λεπτομέρειες που εξασφάλισαν σχετικά εύκολα την απήχησή του.
Fight For Your Life (1977)του Ρόμπερτ Α. Εντελσον
Τρεις επικίνδυνοι κακοποιοί που μόλις απέδρασαν από τη φυλακή εισβάλλουν στο σπίτι ενός μαύρου ιερέα και υποβάλλουν την οικογένειά του σε μια σειρά από βασανισμούς. Μόνο που, στο τελευταίο μέρος του φιλμ, οι ρόλοι αντιστρέφονται και η φαμίλια παίρνει κυριολεκτικά το αίμα της πίσω. Εχουν προηγηθεί σκηνές βιασμών, ξυλοδαρμών, ο φόνος ενός μικρού παιδιού και άλλες ακρότητες που έδωσαν στο φιλμ τον χαρακτηρισμό μίας από τις πιο λιγότερο ορθές πολιτικά δημιουργίες του αμερικανικού σινεμά. Οχι άδικα, ίσως.
Thriller: Α Cruel Picture (1974) του Μπο Αν Βιμπένιους
Μια ισχυρή δόση μηδενισμού και νοσηρότητας από τη Σουηδία, το ισόβια καταδικασμένο στην κατηγορία του «διαβόητου» δημιούργημα ενός πρώην συνεργάτη του Μπέργκμαν μπήγει μια ισχυρή ένεση μισανθρωπισμού στην μαρτυρική ιστορία μιας κοπέλας που περνά τα πιο αποτρόπαια πάθη, προτού επιδοθεί σε μια λυσσαλέα εκδίκηση. Με όλες τις αντιρρήσεις που μπορεί να έχει κανείς για το ακραίο περιεχόμενο του φιλμ, το «Τhriller» κατάφερε να επηρεάσει ένα σωρό μετέπειτα ταινίες, με διασημότερη απ όλες το «Κill Βill».






