• ΝΕΑ
  • ΤΑΙΝΙΕΣ
  • ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ
  • ΠΡΟΣΕΧΩΣ
  • ΝΥΧΤΕΣ ΠΡΕΜΙΕΡΑΣ
  • ATHENS OPEN AIR
  • ΤΑΙΝΙΟΘΗΚΗ

  • AOAFF 2026
  • ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ
  • ΑΤΖΕΝΤΑ
NEWSLETTER

Gothιc

21 Ιούν 2007 | Θέματα | 0 comments

Νοστάλγησες ποτέ μια βραδιά ατμόσφαιρας και μυστηρίου, σαν αυτές στα παλιά θρίλερ της μεγάλης οθόνης; Πεθύμησες τις ανατριχιαστικές εξιστορήσεις που άκουγες μικρός στην κατασκήνωση, γύρω από τη φωτιά; Τότε κλείσε για λίγο τα μάτια. Φαντάσου ότι βρίσκεσαι με μια παρέα ανθρώπων που συγκεντρώθηκαν σε ένα παλιό αρχοντικό για να περάσουν τη βραδιά και σύντομα θα αρχίσουν να διηγούνται ιστορίες τρόμου. Ιστορίες που θυμίζουν ταινίες, ικανές να σε στοιχειώσουν για πάντα…
Συντάκτης: Cinemagazine Team
ΜΟΙΡΑΣΟΥ ΤΟ

Νοστάλγησες ποτέ μια βραδιά ατμόσφαιρας και μυστηρίου, σαν αυτές στα παλιά θρίλερ της μεγάλης οθόνης; Πεθύμησες τις ανατριχιαστικές εξιστορήσεις που άκουγες μικρός στην κατασκήνωση, γύρω από τη φωτιά; Τότε κλείσε για λίγο τα μάτια. Φαντάσου ότι βρίσκεσαι με μια παρέα ανθρώπων που συγκεντρώθηκαν σε ένα παλιό αρχοντικό για να περάσουν τη βραδιά και σύντομα θα αρχίσουν να διηγούνται ιστορίες τρόμου. Ιστορίες που θυμίζουν ταινίες, ικανές να σε στοιχειώσουν για πάντα…
Από τον Λουκά Κατσίκα


Σκηνικό: ένα απομονωμένο σπίτι στη μέση του πουθενά, στην καρδιά της νύχτας, στην παγωνιά του χειμώνα. Ο άνεμος λυσσομανά έξω από τα παράθυρα, τα κλαδιά των δέντρων μοιάζουν με ζωντανά σκιάχτρα που κουνούν απειλητικά τα χέρια τους, ένα χλομό φεγγάρι παίζει κρυφτό μέσα από τα σύννεφα και μια μυστηριώδης ομίχλη αρχίζει να μαζεύεται γύρω από τις όχθες του κοντινού βάλτου.


Η ατμόσφαιρα στο εσωτερικό του σπιτιού μοιάζει με μυσταγωγία. Κουλουριασμένοι στις πολυθρόνες τους, οι καλεσμένοι προσπαθούν να ζεσταθούν γύρω από το τζάκι. Το ρεύμα έχει κοπεί από νωρίς λόγω της ξαφνικής κακοκαιρίας και, καθώς κοντεύουν μεσάνυχτα, ένα παράξενο παιχνίδι ετοιμάζεται να αρχίσει. Κάθε παρευρισκόμενος θα διηγηθεί από μια ιστορία.Θα φροντίσει να την κάνει όσο πιο υποβλητική γίνεται. Σκοπός του, να τρομάξει όσο γίνεται περισσότερο τους υπόλοιπους.
Δεν χρειάζονται δισταγμοί. Εξάλλου, τι άλλο μπορεί κανείς να κάνει σε ένα τόσο μεγάλο και σκοτεινό σπίτι όπου μοναδική εστία θέρμανσης είναι το τζάκι; Ενα χοντρό κούτσουρο μπαίνει στη ζωηρή φωτιά. Το αμυδρό φως τρεμοπαίζει στα φυτίλια των κεριών και δημιουργεί παράξενες σκιές στους τοίχους. Το κόκκινο κρασί ζαλίζει γλυκά το κεφάλι.
Τα βλέμματα όλων είναι ζωντανεμένα και πονηρά. Ποιος θα αρχίσει πρώτος;
Οποιος κι αν είναι ας περιμένει μοναχά λίγο.
Για τη σωστή ώρα, τη μαγική ώρα. Θα σημάνει όπου να ναι. Ενας χτύπος δίνει το έναυσμα.
Δώδεκα τα μεσάνυχτα…


οι νεκροί περιμένουν
Μια παρέα παιδιών έχει μαζευτεί απόψε στην ακροθαλασσιά. Η άνοιξη έχει έρθει, οι νύχτες παρ όλα αυτά είναι ακόμη κρύες. Εκείνα όμως δεν κάθισαν γύρω από τη ζωηρή φωτιά για να ζεσταθούν. Κάθονται για να ακούσουν με ευλαβική προσήλωση τις ιστορίες που ένας γέρος ναυτικός τους διηγείται με αυτή την αργή, υποβλητική χροιά της φωνής του. «Η ώρα είναι περασμένη 11:55» λέει ο μαυροντυμένος άντρας. «Κοντεύει μεσάνυχτα. Εχουμε χρόνο για μια ακόμη ιστορία. Αλλη μια ιστορία πριν από τις 12 για να μας ζεστάνει. Σε πέντε λεπτά θα είναι 21 Απριλίου. Πριν εκατό χρόνια, στις 21 Απριλίου, στα νερά γύρω από το Ακρωτήρι Σπάιβι, ένα μικρό ιστιοφόρο πλησίασε προς την ξηρά. Ξαφνικά, μέσα από τη νύχτα, ξεπήδησε ομίχλη. Για μια στιγμή, οι ναυτικοί δεν έβλεπαν τίποτα μπροστά τους. Και μετά, είδαν ένα φως. Ηταν μια φωτιά που έκαιγε στην ακτή, αρκετά δυνατή για να διαπεράσει την πυκνή καταχνιά. Αλλαξαν πορεία για να κατευθυνθούν προς το φως. Αλλά ήταν μια φωτιά όπως αυτή που έχουμε ανάψει εμείς τώρα. Το πλοίο τσακίστηκε στα βράχια. Το κύτος κόπηκε στα δύο, το κατάρτι έσπασε σαν μικρό κλαρί. Το πλοίο βυθίστηκε με όλους τους άντρες μέσα του. Στον βυθό της θάλασσας αναπαύεται το «Ελίζαμπεθ Ντέιν» μαζί με όλο του το πλήρωμα, τα πνευμόνια τους γεμάτα με θαλασσινό νερό, τα μάτια τους ορθάνοιχτα να ατενίζουν το σκοτάδι. Και στην επιφάνεια, ξαφνικά όπως ήρθε, η ομίχλη διαλύθηκε, αποτραβήχτηκε στον ωκεανό και δεν επέστρεψε ποτέ. Αλλά οι ψαράδες, από γενιά σε γενιά, λένε πως όταν η ομίχλη επιστρέψει στο Αντόνιο Μπέι, οι άντρες στον βυθό, στα νερά του Ακρωτηρίου Σπάιβι, θα σηκωθούν και θα γυρέψουν τη φωτιά που τους οδήγησε στον σκοτεινό, παγωμένο θάνατό τους». Η καμπάνα της πόλης ηχεί ξάφνου από μακριά για να διακόψει τα λόγια του ναυτικού και να σημάνει το τέλος μιας μέρας. Και την αρχή μιας άλλης. «12 ακριβώς. 21 Απριλίου…». Μια απαλή αύρα φύσηξε απότομα από τον ωκεανό. Αν γυρίσει κανείς να τον κοιτάξει, θα δει μια μυστηριώδη λευκή άχλη να σχηματίζεται σιγά- σιγά από τα βάθη του. Και να σέρνεται αργά προς την ακτή του κοιμισμένου Αντόνιο Μπέι…


το σπίτι με τις μεγάλες σκιές
«Τι να τραγουδήσω του αφέντη μου από το παράθυρό μου; Τι να τραγουδήσω που ο αφέντης μου δεν θα μείνει; Τι να τραγουδήσω που ο αφέντης μου δεν ακούει; Πού να πάω τώρα που ο αφέντης μου έφυγε μακριά; Ποιον να αγαπήσω, όταν το φεγγάρι θα ανατείλει εκεί ψηλά; Χαμένος είναι ο αφέντης μου και ο τάφος είναι η φυλακή του. Τι πρέπει να πω, όταν ο αφέντης με γυρέψει; Τι πρέπει να πω, όταν μου χτυπήσει την πόρτα; Τι να του πω, όταν τα πόδια του αφήσουν τα σημάδια από τον τάφο του στην πόρτα μου; Καλώς όρισες, αφέντη μου. Βγες από τη φυλακή σου. Βγες από τον τάφο σου, γιατί το φεγγάρι ανατέλλει…».


Το μακάβριο ποίημα του μικρού Μάιλς έφερε μια ανατριχίλα στη ραχοκοκαλιά της δεσποινίδος Γκίντενς. Πώς μπορεί ένα ανήλικο αγόρι να ξεστομίζει τέτοιες ενήλικες κουβέντες; Μπορεί το τρυφερό μυαλουδάκι του να συλλάβει όλες αυτές τις ακρότητες που περιγράφουν οι στίχοι; Ολη αυτή τη θλίψη του θανάτου; Κάτι μέσα της την πείθει πως ο Μάιλς ξέρει πολύ καλά. Ή μήπως είναι ιδέα της; Τελευταία, η εύθραυστη γκουβερνάντα έχει χάσει τον ύπνο της, βλέπει πράγματα που δεν υπάρχουν, ακούει φωνές και φαντάζεται διάφορα. Από τη μέρα που πάτησε το πόδι της σε αυτό το επιβλητικό βικτοριανό οικοδόμημα με τα ατέλειωτα δωμάτια, τους κήπους και την πανέμορφη λίμνη, το δάσος και τα πολλά παράθυρα που κοιτάζουν τη νύχτα προς τις όχθες. Από την ώρα που πρόσεξε εκείνο τον άγνωστο μαυροντυμένο άντρα να την κοιτάζει με αυτά τα σατανικά μάτια του από το ψηλότερο μπαλκόνι του σπιτιού. Τη μια στιγμή βρισκόταν εκεί. Και την άλλη είχε ξαφνικά εξαφανιστεί. Μια παλιά φωτογραφία, καταχωνιασμένη σε ένα μικρό μουσικό κουτί στη σοφίτα, απεικόνιζε έναν άντρα με τα ίδια ακριβώς χαρακτηριστικά. Δεν μπορεί να είναι εκείνος, όμως, ο επιστάτης κύριος Κουίντ. Ο Κουίντ είναι από καιρό νεκρός. Πέθανε λίγο πριν φύγει μυστηριωδώς από τη ζωή και η μις Τζέσελ, η προηγούμενη γκουβερνάντα των παιδιών. Την είδε κι εκείνη. Της φάνηκε πως ήταν καθισμένη χθες το πρωί σε κάποια γωνιά γύρω από τη λίμνη και σιγοψιθύριζε ένα νανούρισμα. Το ίδιο νανούρισμα που μουρμουρά η μικρή Φιόνα από την πρώτη στιγμή που την γνώρισε. Η ιστορία του Κουίντ και της Τζέσελ είναι σε όλους γνωστή, αλλά κανείς δεν τολμά να την πει. Και προς θεού, δεν πρέπει να γίνει καμιά αναφορά στα δυο παιδιά. Τόσο η Φιόνα, όσο και ο Μάιλς αγαπούσαν πάρα πολύ την νεαρή γκουβερνάντα τους και τον κυκλοθυμικό, σχεδόν αγροίκο εραστή της. Τόσο που ο χαμός τους προκάλεσε σοκ στις ευαίσθητες παιδικές ψυχές τους και μοιάζει να τα τραυμάτισε. Η δεσποινίς Γκίντενς, όμως, ξέρει ότι τα παιδιά γνωρίζουν και θυμούνται καλύτερα από τον καθένα. Εξακολουθούν να ψιθυρίζουν τις ανίερες προτάσεις του Κουίντ στη μις Τζέσελ. Χασκογελούν με τις ακολασίες που άθελά τους χρειάστηκε να δουν τα αθώα ματάκια τους. Βλέπουν τους διεφθαρμένους παιδαγωγούς τους να σέρνουν τις σκιές τους ακόμη μέσα κι έξω από το σπίτι. Τους αφήνουν να ρυπαίνουν κι άλλο τις παιδικές τους ψυχές. Η δεσποινίς Γκίντενς δεν μπορεί όμως να κάνει τίποτα. Είναι μόνη και κανείς δεν θα πιστέψει ότι η ιστορία της δεν είναι κάποια δική της παράκρουση ή νεύρωση. Οτι δεν είναι αθώα τα δυο μικρά που ανέλαβε να νουθετήσει. Οτι δεν είναι αποκύημα του μυαλού της οι φωνές σε άδεια δωμάτια. Τα ανησυχητικά τριξίματα από βήματα νύχτα στις σκάλες. Τα πνιχτά γέλια και οι αναστεναγμοί έξω από την πόρτα της. Ο Μάιλς και η Φιόνα είναι στοιχειωμένοι. Από τα πνεύματα των δυο ενήλικων φίλων τους που δεν λένε να βρουν τον δρόμο τους προς τον κόσμο των νεκρών. Αλλά ρίχνουν βαριά τη σκιά τους στους ζωντανούς. Η φλόγα του κεριού ξαφνικά σβήνει. Η ανάσα της Γκίντενς κόβεται. «Ηταν μόνο ο άνεμος, αγαπητή μου», της ψιθυρίζει μ ένα σκοτεινό χαμόγελο ο Μάιλς. «Αυτός έσβησε το κερί…».


μάτια μέσα στη νύχτα
Από τότε που είδε τους γονείς της να καίγονται ζωντανοί σε μια φρικτή πυρκαγιά, μικρό κοριτσάκι ακόμη, η Ελεν έχασε τη φωνή της. Μέχρι σήμερα που έχει γίνει μια πανέμορφη δεσποινίδα, δεν έχει καταφέρει να αρθρώσει λέξη. Η Ελεν φροντίζει την ηλικιωμένη, άρρωστη κυρία Γουόρεν, στην πελώρια κατοικία της οικογένειας με τα πολλά δωμάτια, το παγωμένο κελάρι και τις αμέτρητες σκοτεινές γωνιές. Σε μία από αυτές καιροφυλακτεί απόψε ένας δολοφόνος. Παρακολουθεί κάθε κίνηση της Ελεν, γιατί είναι ο επόμενος στόχος του. Εχουν προηγηθεί ένα σωρό αθώα κορίτσια που έπεσαν νεκρά, χωρίς να προλάβουν να μάθουν έστω το γιατί. Ολα τους, διαπιστώνει η αστυνομία, είχαν κάποιου είδους αναπηρία η οποία ενδέχεται να προσέλκυσε το αρρωστημένο μυαλό του αγνώστου σφαγέα. Εκείνου που απόψε καραδοκεί για την Ελεν. Τη βουβή Ελεν. Οι συνθήκες είναι ιδανικές. Η καταιγίδα λυσσομανά έξω από το επιβλητικό ανάκτορο των Γουόρεν, αφήνοντας τους ελάχιστους διαμένοντες στην καρδιά αυτού του τεράστιου σπιτιού χωρίς ρεύμα και χωρίς τηλέφωνο. Η Ελεν διαισθάνεται ότι κάτι την απειλεί, επιμένει ωστόσο πεισματικά να αγνοεί τα παράξενα μουρμουρητά της γριάς κυρίας της που την παρακαλούν να φύγει αμέσως από το σπίτι, γιατί ο κίνδυνος δεν βρίσκεται κάπου έξω, αλλά κρύβεται εκεί μέσα. Η Ελεν υποψιάζεται την ταυτότητα του δολοφόνου. Μόνο που θα πέσει έξω στις εικασίες της. Λίγο πριν ο πραγματικός φονιάς φορέσει τα μαύρα γάντια του (ποιος να το φανταζόταν πως ήταν αυτός εξαρχής!) και απλώσει τα χέρια απειλητικά επάνω της, θα της πει μοναχά αυτό: «Δεν υπάρχει χώρος σε καμιά γωνιά του κόσμου για την ατέλεια». Λίγο πριν δει τον θάνατο να την πλησιάζει, εκείνη θα ψελλίσει την πρώτη της λέξη ύστερα από χρόνια: «Βοήθεια».


κράτα μου το χέρι
Η Ελινορ χρειάζεται μια διαφυγή. Ενα ταξίδι. Κάτι να την βγάλει από το μίζερο σπίτι που αναγκάζεται να μοιραστεί με την αδελφή της. Κάτι να την κάνει να ξεχάσει τον πρόσφατο χαμό της μητέρας της, την οποία φρόντιζε μόνη τα τελευταία χρόνια. Η αρρώστια είχε κάνει δύστροπη και απαιτητική τη μητέρα. Ακόμη ηχούν στ αυτιά της τα χτυπήματα στον τοίχο με το μπαστούνι της. Εκείνα που την κρατούσαν άγρυπνη τα βράδια. Χτυπούσε τον τοίχο από το διπλανό δωμάτιο και την φώναζε κάθε λίγο και λιγάκι. Αν μόνο είχε κι αυτή κάποιον να τη βοηθήσει. Εναν άνθρωπο να της σταθεί. Εναν δικό της άνθρωπο. Τόσα χρόνια μόνη, βέβαια, συνήθισε. Δεν είναι αυτός τώρα ο καημός της. Ο καημός της είναι να φύγει. Οσο πιο μακριά γίνεται. Και να που οι προσευχές της εισακούστηκαν. Θα συμμετάσχει μαζί με τρία ακόμη άτομα σε μια ερευνητική αποστολή που θα λάβει μέρος στο εσωτερικό ενός χρόνια ερημωμένου παλιού αρχοντικού. Το οίκημα συνδέεται με μια μακάβρια και άκρως τραγική ιστορία που μιλά για ανεξήγητους θανάτους και αυτοκτονίες. Τη διηγούνται μέχρι σήμερα μερικοί επιτήδειοι για να κάνουν τον κόσμο να τρομάξει, λέγοντας τάχα ότι το σπίτι στοιχειώνουν τα φαντάσματα των ενοίκων που στο παρελθόν βρήκαν φρικτό θάνατο μέσα του. Η Ελινορ όμως δεν τρομάζει έτσι εύκολα. Της έχουν συμβεί πολύ χειρότερα πράγματα από το να την ταράξουν οι ανόητες προκαταλήψεις μερικών ντόπιων. Η αλήθεια βέβαια είναι πως υπάρχει κάτι αδιευκρίνιστα βλοσυρό στην πρόσοψη του σπιτιού, έτσι όπως το παρατηρεί τώρα που περνάει από μπροστά του. Κάτι κακό, που δεν διστάζει να φανερωθεί ακόμη και στο λαμπερό φως της μέρας. Δεν θα δειλιάσει, όμως, έτσι εύκολα. Θα το νικήσει με την παρουσία της.


Η πρώτη βραδιά κυλά ευχάριστα και ξένοιαστα στο εσωτερικό του καλοδιατηρημένου αλλά λαβυρινθώδους αρχοντικού. Η Ελινορ κάνει φίλους μετά από πολύ καιρό και δεν υπήρξε ποτέ της πιο ευχαριστημένη. Ο Λουκ είναι χιουμορίστας και του αρέσει να πειράζει διαρκώς τους υπόλοιπους. Η Θιοντόρα είναι πανέμορφη και ευγενική, φαίνεται εντούτοις να κρύβει κάτι. Κι ο δόκτορ Μάρκγουεϊ, ο καθηγητής που έφερε σε επαφή αυτή την ασυνήθιστη ομάδα, είναι ένας πολύ γοητευτικός μεσήλικας. Ακόμη πιο ασυνήθιστη είναι η αποστολή που τους έχει ανατεθεί. Θα πρέπει να μελετήσουν την ιδιαίτερα έντονη υπερφυσική δραστηριότητα που παρατηρείται μέσα στο σπίτι. Ωστε δεν λένε μόνο οι ντόπιοι πως αυτό το ανάκτορο είναι στοιχειωμένο. Το πιστεύει κι ο συμπαθής καθηγητής. Ο,τι κι αν συμβαίνει, πάντως, μπορεί να περιμένει μέχρι αύριο. Είναι αργά και τα μάτια κλείνουν από τη νύστα. Η Ελινορ θα μοιραστεί το δωμάτιο με την Θιοντόρα. Σε περίπτωση που συμβεί κάτι, δεν θα είναι μόνη. Τα φώτα σβήνουν. Καληνύχτα σε όλους…


Τις ξυπνά ένας εκκωφαντικός θόρυβος. Εχουν περάσει μερικές ώρες από τότε που έπεσαν να κοιμηθούν και τώρα ξαφνικά πετάγονται τρομαγμένες. Ο θόρυβος δυναμώνει. Μοιάζει να έρχεται από τον διάδρομο. Πλησιάζει την βαριά, σιδερένια πόρτα που έχουν στο δωμάτιό τους. Ο,τι και να είναι, δεν ακούγεται φιλικό. Αγωνίζεται να γκρεμίσει την πόρτα. Οι χτύποι μπλέκονται με τα ουρλιαχτά των δυο γυναικών. Και μετά ξάφνου… σιωπή. Ενα παιδικό κλάμα και μερικοί πνιχτοί λυγμοί φαίνεται να διαπερνούν τους τοίχους και φτάνουν στα αυτιά της Ελινορ. Από πού να έρχονται; Κανείς άλλος δεν μένει στο σπίτι. Ψίθυροι την κάνουν να σφαλίσει τώρα τα μάτια από φόβο. Μέσα στο πυκνό σκοτάδι αισθάνεται το χέρι της Θίο να πιάνει το δικό της. Με κάθε λεπτό που περνάει της το σφίγγει ολοένα και περισσότερο. Η Ελινορ δεν αντέχει. «Με πονάς», ξεσπά με μια κραυγή. Στο διπλανό κρεβάτι η Θιοντόρα πετάγεται και ανάβει το φως. Κάτι εξακολουθεί να σφίγγει το χέρι της Ελινορ. Και δεν είναι το δικό της. Οι κραυγές της είναι δυνατές. Αντηχούν και χάνονται μέσα στο αχανές σπίτι. Εκεί όπου οι χαμένες ψυχές δεν βρίσκουν ποτέ ανάπαυση. Εκεί όπου όσοι πλανιούνται, πλανιούνται μόνοι.


τρυφερό θήραμα
Το ναυάγιο συνέβη στο αρχιπέλαγος της Μαλαισίας, λίγο πιο έξω από μια μικρή λωρίδα ξηράς που μόλις και μετά βίας διακρίνεις μέσα στη νύχτα. Ηταν σκοτάδι και το φως από κάποιο μοναχικό φάρο φαίνεται να λειτούργησε αποπροσανατολιστικά. Το πλοίο προσέκρουσε σε κάποιον ύφαλο και βυθίστηκε αστραπιαία, παρασύροντας μαζί του όλους τους επιβάτες του. Ολους εκτός από τον Μπομπ Ρέινσφορντ, διάσημο κυνηγό άγριων ζώων που κατάφερε να κολυμπήσει μέχρι το μικροσκοπικό νησί και να φτάσει έως στην πόρτα ενός παλιού κάστρου που φάνηκε να κατοικείται- μοναδική υποψία πολιτισμού σε ολόκληρη την περιοχή. Τον υποδέχτηκε ένας ιδιαίτερα εκκεντρικός οικοδεσπότης μαζί με τους λιγοστούς υπηρέτες του. Του συστήθηκε ως κόμης Ζάροφ, πλούσιος Κοζάκος που κατόρθωσε να φυγαδεύσει την περιουσία του από τις ταραχές της Σοβιετικής Επανάστασης στην εξωτική τοποθεσία αυτής της νησίδας που καλεί σπίτι του. Υπάρχει κάτι αδιευκρίνιστα ανησυχητικό στη μαυροντυμένη φιγούρα του κόμη, τα γεμάτα υπονοούμενα λόγια που διαρκώς χρησιμοποιεί, το σαρδόνιο χαμόγελο στα χείλη ή εκείνο το σχεδόν διαβολικό βλέμμα στα διαπεραστικά του μάτια. Αλλά και το ίδιο του το κάστρο αποπνέει τον αέρα μιας φυλακής, αμπαρωμένο πίσω από γιγάντιες σφαλιστές πόρτες με βαριές κλειδαριές και περιφρουρούμενο από μια ντουζίνα σκυλιών που δεν κρύβουν τις άγριες διαθέσεις τους. Ο κόμης συστήνει τον Μπομπ σε ακόμη δυο φιλοξενούμενούς του, οι οποίοι κατά παροιμιώδη σύμπτωση αποτέλεσαν τους μοναδικούς επιζώντες ενός άλλου ναυαγίου, την θεσπέσιας ομορφιάς Εύα και τον μέθυσο αδελφό της Μάρτιν. Η Εύα προσπαθεί να ψιθυρίσει κάτι στον Μπομπ, την ώρα που ο Ζάροφ παίζει αφοσιωμένος στο πιάνο. Θέλει να του πει ότι κινδυνεύουν. Οτι ο κόμης φιλοξενούσε άλλα δυο άτομα τα οποία έχουν εδώ και μέρες εξαφανιστεί μυστηριωδώς. Οτι μιλά τακτικά για ένα δωμάτιο στο οποίο κρατά τα λάφυρα από την αγαπημένη του ασχολία που είναι το κυνήγι. Οτι δεν αφήνει κανέναν να εισχωρήσει σε αυτό το δωμάτιο, παρά μόνο τις παραμονές ενός κυνηγιού μαζί του. Οτι σκοπίμως δεν τους βοηθά να βρουν τρόπο να εγκαταλείψουν το νησί. Καθώς η νύχτα έχει προχωρήσει, ο Ζάροφ ανοίγει σταδιακά ένα- ένα τα χαρτιά του. Το κυνήγι είναι πράγματι μια μεγάλη ψύχωση και ένα φλογερό πάθος που φροντίζει να ικανοποιεί τακτικά. Μόνο που εδώ και λίγο καιρό έχει προχωρήσει στο να αλλάξει αισθητά τους κανόνες. Το άθλημα εκτελείται νύχτα, στις ώρες εκείνες που χωρίζουν τα μεσάνυχτα από το ξημέρωμα. Τα όπλα είναι καραμπίνες και τόξα με αιχμηρά βέλη. Τα πάντα λαμβάνουν χώρα στην πυκνή βλάστηση που απλώνεται σαν ζούγκλα έξω από το οίκημα. Και, όπως πολύ σύντομα θα διαπιστώσουν οι τρεις φιλοξενούμενοι, το θήραμα είναι αποκλειστικά ανθρώπινο. Το απαρτίζουν οι επιζώντες από τα ναυάγια που σκόπιμα προκαλεί ο ίδιος ο κόμης. Τους περιθάλπει, τους φιλοξενεί, τους ταϊζει, τους ποτίζει και, όταν νιώσει έτοιμος, τους ανοίγει την πόρτα στο δωμάτιο με τα λάφυρα. Για να τους δείξει με περηφάνια τα αποτρόπαια εκθέματά του από τεμαχισμένα μέλη και ανθρώπινα κεφάλια που έχει συλλέξει από το πλήθος των αθώων που έχει εξοντώσει εν ψυχρώ. Επίτιμα μέλη της αποψινής ξενάγησης είναι ο Μπομπ και η Εύα. Ο νεκρός Μάρτιν στολίζει ήδη μια γωνιά του δωματίου. Αλλο ένα κυνηγετικό ενθύμιο στη μακρά συλλογή ωμοτήτων του κόμη Ζάροφ. Και η συνέχεια προμηνύεται εξίσου ενδιαφέρουσα…


Ο χορός των καταραμένων
Ούτε κατάλαβε πότε το αμάξι ξέφυγε από τον δρόμο και βρέθηκε στον πάτο του ποταμού, ούτε θυμάται πώς γλίτωσε. Το πρώτο πράγμα που θυμάται μετά το συμβάν είναι να βρίσκεται καθισμένη στην όχθη, ολότελα χαμένη. Σαν υπνοβάτης η Μάριαμ σηκώθηκε και έφυγε. Δεν ήθελε να μείνει άλλο στον τόπο του δυστυχήματος. Τα βήματα την έφεραν γοργά στην πόλη. Σ ένα φτηνό ξενοδοχείο. Προσπαθεί να καταλάβει τι της συμβαίνει και νιώθει καμιά φορά σαν να βρίσκεται έξω από το σώμα της, σαν να μην αναπνέει τον ίδιο αέρα με τους υπόλοιπους γύρω της, σαν να μην κατοικεί στον ίδιο κόσμο που εκείνοι κατοικούν. Υπάρχουν στιγμές που άνθρωποι την προσπερνούν χωρίς να της δίνουν σημασία, ενώ άλλοι κάνουν σαν να μην τη βλέπουν. Είναι, έπειτα, και εκείνοι οι εφιάλτες. Ο μαυροντυμένος άντρας με το κατάχλομο πρόσωπο που την ακολουθεί παντού και ξεπροβάλλει διαρκώς από το πουθενά. Τα παγερά του μάτια καρφώνονται αβάσταχτα επάνω της. Αισθάνεται ότι κάτι θέλουν να της μηνύσουν, κάτι απόκοσμο και ανείπωτο. Ενα μυστήριο κάλεσμα την παρασύρει συχνά έξω από την πόλη. Την τραβάει σε ένα απομονωμένο λούνα παρκ, όπου νομίζεις ότι αντηχούν ακόμη οι παιδικές φωνές και οι χαρμόσυνες μουσικές του παρελθόντος. Στην τελευταία επίσκεψη που έκανε εκεί, έπιασε τον εαυτό της να γίνεται ένα με τους αλλόκοτους καλεσμένους που την περίμεναν. Ολοι τους είναι ντυμένοι με κοστούμια και ακριβές τουαλέτες, σαν να βρίσκονται σε ένα πάρτι. Ενα πάρτι καλωσορίσματος, ή αποχαιρετισμού; Ο,τι και να ναι, μακάρι να μην τελειώσει. Η μουσική ηχεί ξάφνου δυνατότερη. Ζευγάρια σχηματίζονται μεμιάς και διανύουν τροχιές στους ήχους ενός ξεκούρδιστου, παραμορφωμένου βαλς. Χορεύει κι εκείνη μαζί τους. Λίγα χιλιόμετρα πιο εκεί, ένας γερανός ανασύρει το βυθισμένο αμάξι από τον πυθμένα του ποταμού. Στη θέση του οδηγού βρίσκεται το σώμα της Μάριαμ…


 


Με σειρά εμφάνισης οι παραπάνω ιστορίες βασίστηκαν στις ταινίες:
Η Ομίχλη, The Innocents, The Spiral Staircase, The Haunting, The Most Dangerous Game, Carnival Of Souls

ΜΟΙΡΑΣΟΥ ΤΟ