• ΝΕΑ
  • ΤΑΙΝΙΕΣ
  • ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ
  • ΠΡΟΣΕΧΩΣ
  • ΝΥΧΤΕΣ ΠΡΕΜΙΕΡΑΣ
  • ATHENS OPEN AIR
  • ΤΑΙΝΙΟΘΗΚΗ

  • AOAFF 2026
  • ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ
  • ΑΤΖΕΝΤΑ
NEWSLETTER

Φρανσουά Τριφό: Το τρομερό παιδί

6 Φεβ 2019 | Θέματα | 0 comments

Γεννιέται σαν σήμερα ο ένας από τους δύο ανθρώπους που άλλαξαν το γαλλικό σινεμά, επηρέασαν σημαντικά το παγκόσμιο κι έβαλαν – ακρογωνιαίο – λιθάρι στην χρυσή εποχή της κριτικής κινηματογράφου στα μέσα του 20ου αιώνα. Υπόκλιση σε έναν ωραίο άνθρωπο.
ΜΟΙΡΑΣΟΥ ΤΟ

Αν «εμείς» είμαστε άνθρωποι που χρειαζόμαστε το σινεμά βιωματικά, που συνδέει τις αναμνήσεις μας, που χρησιμεύει σαν σωσίβιο δυσκολιών, που στυλώνει τις φαντασιώσεις αλλά και δεν χαρίζει στις αδυναμίες μας κάνοντάς μας και λίγο καλύτερους, τότε ο Φρανσουά Τριφό είναι ένας από «εμάς». Γεννημένος στο Παρίσι, χωρίς να γνωρίσει βιολογικό πατέρα, έζησε άνετα αλλά και μοναχικά, δυσάρεστα, «επαναστατικά» αλλά κι εποικοδομητικά. Λάτρεψε από μικρός τα βιβλία, τη μουσική, καθόλου το σχολείο, πολύ τη γιαγιά του και, κάποια σημαδιακή στιγμή, το σινεμά. Αυτό ήταν.

Στα 16 του είχε στήσει δική του κινηματογραφική λέσχη και κάπου εκεί έρχεται στη ζωή του ο Αντρέ Μπαζέν. Αυτή θα ήταν μια ιστορική συνάντηση, ιστορική για την παγκόσμια ροή των κινηματογραφικών πραγμάτων. Ο Μπαζέν, ένας ιδιοφυής αναγνώστης σινεμά, είχε φτιάξει τα «Τετράδια του Σινεμά», μέχρι το 1958 που πέθανε τραγικά πρόωρα από λευχαιμία, είχε συνεισφέρει μια νέα κριτική και θεωρητική αντίληψη περί του τι μπορεί να είναι το σινεμά. Η δική του «Θεωρία του Δημιουργού» υποστηρίχθηκε κυριότατα από τον νεαρό Τριφό, που μέχρι τα 25 του αποκτούσε τη φήμη του δριμύτατου κριτικού (στις Κάννες μια χρονιά του απαγόρευσαν την είσοδο!) που στηλίτευε άγρια τις έως τότε τάσεις του γαλλικού σινεμά αιτούμενος μια νέα αντίληψη.

Στο περιοδικό, είναι ίσως γνωστό τώρα πια, φώλιασε όλο το γαλλικό νέο κύμα των μετέπειτα δημιουργών, πρωτοστατούντων των Γκοντάρ και Τριφό βέβαια. Όμως οι Ρομέρ, Σαμπρόλ, Ριβέτ ήταν όλοι τους εκεί, αναθεωρώντας ολάκερη την ως τότε ιστορία του παγκόσμιου κινηματογράφου, δωρίζοντας ουσιαστικά στους μεταγενέστερους το προνόμιο να εκτιμήσουν σινεμά που δίχως αυτούς ίσως και να μην είχε την σημερινή του δημοσιοποίηση. Ένα χρωστούμενο στον Φρανσουά λοιπόν.

Δεύτερο είναι φυσικά τα έργα. Από το βροντερό ντεμπούτο, «Τα 400 Χτυπήματα» (βραβείο σκηνοθεσίας στις Κάννες), μια ανείπωτης φρεσκάδας ματιά στον κόσμο μέσα από τα αχόρταγα μάτια ενός παιδιού, ξεκινά μια φιλμογραφία που τιμητικά (κι αυτό ισχύει για όλη τη νουβέλ βαγκ ανεξαιρέτως) δεν σταματά να αυτοεκτίθεται, να σε σφυροκοπά, να βρίσκει όψεις του κόσμου (αλλά και του ίδιου του κινηματογράφου), να δοκιμάζεται άφοβα στην συνεχόμενη παραγωγή. Ο Τριφό γυρίζει συνεχώς, σε 24 χρόνια θα παραδώσει 25 ταινίες. Στο ’60 του μόνο (και χωρίς τα μικρομηκάδικα) θα δώσει «Μην Πυροβολείτε τον Πιανίστα» (με τον Σαρλ Αζναβούρ), μυθικών διαστάσεων «Ζιλ και Τζιμ» (και πρώτη επαφή με την ιέρεια Ζαν Μορό), εκείνο το εκπληκτικό «Απαλό Δέρμα» που μας επέδειξε μια εκπληκτικής ομορφιάς Φρανσουάζ Ντορλεάκ (η πρόωρα χαμένη αδελφή της Κατρίν Ντενέβ), τα «Κλεμμένα Φιλιά» (1968) και φυσικά την «Σειρήνα του Μισσισσιππή» με τον Μπελμοντό να διαλύεται για χάρη της Κατρίν Ντενέβ σ’ ένα ανηλεές παιχνίδι ταυτοτήτων.

Όμως το διαστημικό ’60 του περιέχει δύο ακόμα  καίριες προσθήκες. Από τη μια το ιστορικό «Φαρενάιτ 451» (ένα εκτρωματικό ριμέικ είδαμε πέρυσι), που είναι και το πρώτο έγχρωμο και αλλόγλωσσο φιλμ σε συνθήκες παραγωγής ξένες προς τον τρόπο του σκηνοθέτη, καθώς και ο φόρος τιμής στο νουάρ με το η «Νύφη Φορούσε Μαύρα» (ξανά Μορό) και τη μουσική του Μπέρναρντ Χέρμαν και φυσικά την ωραιότερη φιλμική εργοβιογραφία του σινεμά, την ιστορία ενός μυθοπλαστικού ήρωα (στην πράξη alter ego του Τριφό) του Αντουάν Ντουανέλ (τον παίζει από παιδάκι ως ενήλικο ο Ζαν-Πιερ Λεό) που θα ολοκληρωνόταν (από τη ζωή, όχι από την τέχνη) σε πέντε ταινίες μέσα είκοσι χρόνια. Επίσης βέβαια το ’60 γίνεται η περίφημη συνέντευξη με τον Άλφρεντ Χίτσκοκ που αρκετοί από εμάς έχουν στο προσκεφάλι τους.

Το ’70 του ξανοίγεται και σε αρκετά διαφορετικούς δρόμους (κάπου εκεί ο φίλος Γκοντάρ γίνεται ο άφιλος Γκοντάρ, θα τον κατηγορήσει ότι φτιάχνει ταινίες-ψέμματα, ο Τριφό θα απαντήσει με μια πολυσέλιδη κατηγορία στον «ρητορικά ριζοσπάστη» Γκοντάρ που πιστεύει στην ισότητα μόνο θεωρητικά και πως θάβει έργα άλλων για να ανεβάσει τα δικά του, δεν ξαναμίλησαν, προφανώς, ποτέ), κρατάς οπωσδήποτε τις «Δυο Αγγλίδες στην Ευρώπη», φυσικά την «Αμερικάνικη Νύχτα», την ιστορίας μιας ταινίας μέσα σε μια υπό κατασκευή ταινία, που θα φτάσει μέχρι τα Όσκαρ σκηνοθεσίας και σεναρίου, θα πάρει το Ξενόγλωσσης, την σπαρακτική «Ιστορία της Αντέλ Ουγκό» (υποψήφια για Όσκαρ η μέγιστη ερμηνεία της Ιζαμπέλ Ατζανί, υποψήφιος για Σεζάρ ο Τριφό), ο γλυκύτατος «Άνδρας που Αγαπούσε τις Γυναίκες», το εξαίσιο «Πράσινο Δωμάτιο» το ’78, βασισμένο σε Χένρι Τζέιμς και με τον ίδιο πρωταγωνιστή.

 

Την προηγούμενη χρονιά ο Τριφό θα είναι σε σημαντικό ρόλο και στις «Στενές Επαφές Τρίτου Τύπου» (τι εμπνευσμένη επιλογή αλήθεια, μπορείς να δεις όλον τον ονειροπαρμένο Τριφό σ’ ένα πλάνο), το ’79 θα κλείσει με χωρισμό (δεν θα το ‘θελε έτσι) τον Ντουανέλ με το «Η Αγάπη το Βάζει …στα Πόδια» (ο Ντελρί στη μουσική είναι έξοχος) και φτάνουμε στην τελική τριπλέτα που σε κάνει ως σήμερα να καταθλίβεσαι που ο Τριφό δεν είχε χρόνο…:

«Το Τελευταίο Μετρό» είναι ένα ρομαντικό, ιστορικό δράμα με Ντεπαρτιέ και Ντενέβ (Σεζάρ ταινίας, σκηνοθεσίας, σεναρίου και υποψηφιότητα στο Ξενόγλωσσο), το  ‘80 μπαίνει με θριαμβευτικό στυλ, όμως είναι «Η Γυναίκα της Διπλανής Πόρτας» την επόμενη χρονιά, «ούτε μ’ εσένα, ούτε χωρίς εσένα», μια εξοντωτική σύνοψη του αδιέξοδου έρωτα, Ντεπαρτιέ δίπλα σε μια υπέρτατη Αρντάν (μόλις υποψήφια για Σεζάρ) ένα βήμα πριν την θραύση, σ’ έναν ρόλο εσαεί στο πάνθεον των μεγάλων γυναικείων χαρακτήρων του σινεμά. Για την μουσική του Ντελρί τα λόγια είναι ξανά περιττά – οι περισσότερες ταινίες του Τριφό διακρίνονται για την μουσική τους, σαφείς να είμαστε. Το 1983 ήρθε το «Οπωσδήποτε την Κυριακή», ένας χιτσκοκικός φόρος τιμής α λα Τριφό, ένα λαμπύρισμα φινέτσας, μια προσθήκη που έδειχνε έναν δημιουργό στην μεγάλη του φόρμα.

Η ζωή όμως δεν το ήθελε. Το καλοκαίρι του ’83 ο Τριφό παθαίνει εγκεφαλικό επεισόδιο, η διάγνωση του βρίσκει όγκο στο κεφάλι, θα βασανιστεί για έναν ολόκληρο χρόνο αφήνοντας την τελευταία του ανάσα τον μοιραίο Οκτώβρη του ’84. Το σινεμά έκλαψε εκείνη τη μέρα, ένας βιρτουόζος που λάτρευε το σινεμά και αγαπούσε τις γυναίκες (του σινεμά και της ζωής –πλήθος τα ειδύλλια με τις πρωταγωνίστριες) είχε φύγει, ένας άνθρωπος που απέπνεε καλλιτεχνία πάθους, ατρόμητη φιλμοκατασκευή και μια συνεχή συμμετοχή στα πράγματα και το γίγνεσθαι δεν θα ήταν πια εδώ. Μας λείπει πάντα.

ΜΟΙΡΑΣΟΥ ΤΟ