Δεκαπέντε χρόνια αφότου είχα την τύχη να την παρακολουθήσω στο Φεστιβάλ Καννών, στην διάρκεια μιας διαβόητης πλέον προβολής η οποία συνοδεύτηκε στο τέλος της από άφθονες αποδοκιμασίες, η ταινία εξακολουθεί να στοιχειώνει το μυαλό μου ως ένα από εκείνα τα γοητευτικά αινίγματα που ξέρεις ότι δεν πρόκειται ποτέ να βρουν ξεκάθαρη λύση.
Ο 48χρονος σκηνοθέτης της, και μετέπειτα κάτοχος του Χρυσού Φοίνικα χάρη στο «Ο Θείος Μπούνμι Θυμάται τις Προηγούμενες Ζωές του» (2010), ξεκίνησε την καριέρα του μέσα από πειραματικά ντοκιμαντέρ που πρόδιδαν έναν σχεδόν μεταφυσικό τρόπο του να αντικρίζει κανείς τον κόσμο, και κατέληξε στην πρώτη του δημιουργία μυθοπλασίας το 2002, με το ιμπρεσιονιστικό θαύμα του «Blisfully Yours» το οποίο βοήθησε πολλούς κριτικούς να διακρίνουν στον ιδιόρρυθμο δημιουργό ένα γνήσια πρωτότυπο και εκκεντρικό βλέμμα το οποίο προσπαθούσε να αντικρίσει με ολόφρεσκα επιτέλους μάτια το σινεμά.

Ένα τελετουργικό αποπλάνησης το οποίο εξισώνει τους νόμους του πόθου με τους νόμους της ζούγκλας και την φύση του έρωτα ως μια εμπειρία μεταμόρφωσης και αχανούς μυστηρίου
Αυτό το αίτημα για έναν διαφορετικό τρόπο του να βλέπει κανείς ταινίες υποστήριξε δυο χρόνια μετά περίτρανα ο σκηνοθέτης με την «Τροπική Ασθένεια». Λουσμένο σε άπλετο φως, το φιλμ διηγείται στο πρώτο μέρος του την τρυφερή προοδευτικά έλξη που γεννιέται ανάμεσα σε έναν στρατιώτη και ένα καλοκάγαθο επαρχιωτόπαιδο, καθώς το παιχνιδιάρικο φλερτ των δυο νεαρών δίνει σταδιακά θέση σε ένα εκκολαπτόμενο ρομάντζο όπου ο πόθος και η σεξουαλική επιθυμία δεν προλαβαίνουν να αναδυθούν.
Αν όμως η ταινία ξεκινά ως ερωτική ιστορία ανάμεσα σε ένα αγόρι που συναντά ένα άλλο αγόρι, η συνέχειά της δεν θα μπορούσε να αποβεί πιο απρόβλεπτη. Πραγματοποιώντας μια κυριολεκτική στάση στα μισά περίπου της διάρκειάς του, το φιλμ μεταμορφώνεται στην συνέχεια σε ένα παραμύθι που παίρνει τον θεατή από το χέρι για να τον βουτήξει στο σκοτάδι και τα φαντάσματα ενός μαγεμένου τροπικού δάσους όπου ο στρατιώτης αναζητά τα ίχνη μιας τίγρης η οποία ενδέχεται να είναι μετενσάρκωση του νεαρού που ποθούσε στο πρώτο μέρος του φιλμ και βαδίζει σε ένα τελετουργικό αποπλάνησης το οποίο εξισώνει τον άνθρωπο με το κτήνος, τους νόμους του πόθου με τους νόμους της ζούγκλας και την φύση του έρωτα ως μια εμπειρία μεταμόρφωσης και αχανούς μυστηρίου.

Όλα αυτά ο σκηνοθέτης τα φιλμάρει μέσα από μια μυσταγωγική εικονογράφηση η οποία θυμίζει πυρετικό όνειρο και αμείβει τον υπομονετικό θεατή με το αντίστοιχο μιας μυσταγωγικής και θεσπέσια παράδοξης εμπειρίας. Sui generis δημιουργός, με την πιο κολακευτική σημασία του όρου, ο ταϊλανδέζικης καταγωγής Βερασετάκουλ εξακολουθεί να προσφέρει πανέμορφους γρίφους σε εκείνη τη μερίδα κοινού που ακόμη σαγηνεύεται με το να προσπαθεί να τους αποκρυπτογραφήσει. Ή απλά να τους βιώσει (απαραιτήτως) σε μεγάλη οθόνη. Και στις δυο περιπτώσεις η ανταμοιβή είναι μεγάλη.
TROPICAL MALADY (SUD PRALAT)
ΤΑΪΛΑΝΔΗ, 2004
Σενάριο και σκηνοθεσία: Απιτσατπόνγκ Βερασετάκουλ Φωτογραφία: Ζαρίν Πενγκπάνιτς, Βισίτ Πενγκπάνιτς, Ζαν – Λουί Βιαγιάρ Πρωταγωνιστούν: Μπάνλοπ Λόμνοϊ, Σάκντα Κεμπουάντι, Χουάι Ντεσόμ, Ούντομ Πρόμα Διάρκεια: 125’






