Πρόσφατα κέρδισε το βραβείο της Ένωσης των Φωτογράφων – έπρεπε να φτάσει 76 για να πάρει το πρώτο του. Ήταν και υποψήφιος για Όσκαρ, το έχασε από τον «The Brutalist». Η δουλειά του εν γένει είναι παροιμιώδης, επί χρόνια με τον Τοντ Χέινς, μισό αιώνα πίσω από ταινίες που πάνε τόσο μακριά που να ανατριχιάζεις (το «Lords of Flatbush» με τον Σλάι ήταν το το ντεμπούτο του!), όπως το «Light Sleeper» του Σρέιντερ, το «Limey» του Σόντερμπεργκ, το «Prairie Home Companion» του Όλτμαν, να πούμε μερικά.
Το μείζον θέμα στην κουβέντα του με τον Ντίκινς είναι το θέμα του ψηφιακού. Όλοι πρακτικά γυρίζουν με αυτό, ελάχιστοι επιμένουν, και αυτοί εκλεκτικά, με το φιλμ (η «Maria» είναι σε φιλμ, ας πούμε), αλλά το ζήτημα είναι η διαχείριση του αναλογικού με ψηφιακά μέσα και η (φοβερά κουραστική, να συνταχθούμε κι εμείς) τάση να θέλουν πολλοί σημερινοί διευθυντές να κάνουν το ψηφιακό να μοιάζει με φιλμ. Κατανοητό ως ένα εξελικτικό στάδιο που πρέπει να τρέξουμε, αλλά…
«Η όλη ιδέα να τραβάς χωρίς βάθος πεδίου, κι έτσι όλα να είναι χυλός πίσω από το θέμα -ή μπροστά- νομίζουν ότι τους χαρίζει αίσθηση αναλογικού», λέει ο Λάκμαν. «Διαφωνώ, νομίζω ότι δείχνει ακόμα πιο ψηφιακό όταν το κάνουν. Με τρελαίνει. Και δεν θέλω να αναφέρω τίτλους αλλά θα αναφέρω. Το «Babygirl», έτσι; Βλέπεις γενικό πλάνο, τα βλέπεις όλα και μετά σε κάθε μεσαίο ή κοντινό το φόντο έχει εξαφανιστεί. Κάθε σκηνή δείχνει ίδια.» (Μπορεί να μην φταίει ο Ολλανδός οπερατέρ της ταινίας βέβαια, o Γιάσπερ Βολφ, αλλά η ανέμπνευστη σκηνοθεσία της, θα πούμε εμείς.)
Ο Ντίκινς πάντως συνηγόρησε εν γένει, ρίχνοντας κι ένα φταίξιμο στους αναμορφικούς φακούς που τείνουν να εξαφανίζουν στοιχεία του κάδρου. «Όντως θέλεις να βάζεις τον χαρακτήρα στον χώρο και θέλεις ο χώρος να καταγράφεται. Συχνά είναι αυτοί οι αναμορφικοί φακοί που συχνά απομονώνουν τον χαρακτήρα σε μια θάλασσα ομίχλης», λέει.
Οι ενδιαφερόμενοι μπορούν να ακούσουν εδώ την συζήτηση, στο θαυμάσιο podcast που στήνουν οι Ρότζερ και Τζέιμς Ντίκινς πάντα με κάποιον καλεσμένο:






