• ΝΕΑ
  • ΤΑΙΝΙΕΣ
  • ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ
  • ΠΡΟΣΕΧΩΣ
  • ΝΥΧΤΕΣ ΠΡΕΜΙΕΡΑΣ
  • ATHENS OPEN AIR
  • ΤΑΙΝΙΟΘΗΚΗ

  • AOAFF 2026
  • ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ
  • ΑΤΖΕΝΤΑ
NEWSLETTER

Bigger Than Life: Τα αριστουργήματα του Ντέιβιντ Λιν

16 Απρ 2018 | Θέματα | 0 comments

Ο Ντέιβιντ Λιν, ο σκηνοθέτης που έδωσε πνοή στο «μεγάλο κινηματογραφικό εγχείρημα», πέθανε σαν σήμερα 16 Απριλίου 1991.
Συντάκτης: Cinemagazine Team
ΜΟΙΡΑΣΟΥ ΤΟ

Χάρισε στο βρετανικό σινεμά μια από τις πιο εμβληματικές ερωτικές ιστορίες που κινηματογραφήθηκαν ποτέ («Σύντομη Συνάντηση»). Διασκεύασε Κάρολο Ντίκενς διδάσκοντας μαθήματα μεταμοντέρνου εξπρεσιονιστικού ρεαλισμού («Μεγάλες Προσδοκίες», «Ολιβερ Τουίστ»). Εμεινε για έναν ολόκληρο χρόνο στην έρημο της Ιορδανίας και του Μαρόκου, προσπαθώντας να δώσει πνοή στο πιο μεγάλο κινηματογραφικό εγχείρημα που σκέφτηκε ποτέ άνθρωπος ως τότε («Ο Λόρενς Της Αραβίας»).

Κατηγορήθηκε όσο κανείς, επειδή αποφάσισε να δώσει νέες διαστάσεις στην έννοια του κινηματογραφικού έπους. Αναγκάστηκε να εγκαταλείψει το σινεμά για περισσότερα από 14 χρόνια. Αγαπήθηκε από τους σκηνοθέτες με την ίδια μανία που μισήθηκε από τους κριτικούς…

Σε μια λίστα λιγότερο ή περισσότερο βαρυσήμαντων καταστάσεων που συνδέθηκαν μέσα στα χρόνια με το όνομα του Βρετανού Ντέιβιντ Λιν, θα μπορούσε κανείς να προσθέτει συνεχώς κι άλλες. Γιγαντώνοντας τον μύθο γύρω από έναν σκηνοθέτη που πίστευε πάντοτε πως πρέπει να αντιμετωπίζεις την κάθε σκηνή που γυρίζεις σαν να είναι το πιο σημαντικό πράγμα που σου συνέβη ποτέ. Ακόμη και αν αργά ή γρήγορα θα τιμωρηθείς γιαυτό.

Σήμερα, 27 χρόνια της επετείου θανάτου, θυμόμαστε τις καλύτερες ταινίες του.

Σύντομη Συνάντηση (Brief Εncounter,1945)
Μια τυχαία γνωριμία στον σταθμό ενός τρένου οδηγεί σε μια παράνομη αγάπη που διστάζει μπροστά στη μεγάλη ευθύνη της ολοκλήρωσης και χτίζεται μέσα από φευγαλέα ραντεβού, βραχύβια σμιξίματα, ένοχα βλέμματα και χειρονομίες που διστάζουν να εκδηλώσουν όλα όσα θέλουν να εκφράσουν. Ο Ντέιβιντ Λιν στήνει πάνω στο ιδιόρρυθμα ρομαντικό σενάριο του Νόελ Κάουαρντ ένα αριστοτεχνικά δομημένο σκηνοθετικό παιχνίδι (αντιστρέφοντας την χρονική ακολουθία των γεγονότων – ξεκινώντας από το τέλος και καταλήγοντας στη μοιραία πρώτη συνάντηση) γύρω από έναν ατελέσφορο έρωτα, όπου μετράνε περισσότερο όσα δεν συνέβησαν ποτέ. Αναδομώντας τους σιδηροδρομικούς σταθμούς των παιδικών του χρόνων, όπου περνούσε άσκοπα τις ώρες του αποφεύγοντας τη σπιτική θλίψη που τον περίμενε στην άλλη άκρη της γραμμής, πλαισιώνει το παρά λίγο ζευγάρι (Σίλια Τζόνσον και Τρέβορ Χάουαρντ) με συνωμοτικές σκιές και ρυθμικές εκρήξεις φωτός απ τα περαστικά βαγόνια. Μόνο που ο έρωτας χάνει τελικά το τρένο. Δ.Π.

Μεγάλες Προσδοκίες (Great Expectations, 1946)
Η γνωστή ιστορία του δεύτερου δημοφιλέστερου ορφανού στην παγκόσμια λογοτεχνία -πρώτος παραμένει ο Ολιβερ Τουίστ που διασκευάστηκε από τον Λιν δύο χρόνια μετά- το οποίο θυσιάζει τη ζωή του για μια γυναίκα που είχε άδεια να ραγίζει καρδιές. Ισως η καλύτερη μεταφορά του Καρόλου Ντίκενς που έγινε ποτέ. Η επιτυχία της συνίσταται στον εξής απλό σκηνοθετικό χειρισμό: ο Λιν αναπλάθει με πλήρη συνέπεια αυτό που χρόνια τώρα έχουμε πλάσει με το μυαλό μας. Τίποτα δεν συγκρούεται με τη φαντασιακή μας απόδοση του κλασικού αριστουργήματος – αντίθετα είναι έξυπνα εμπλουτισμένο με μακάβριες, πλην απολαυστικές γοτθικές λεπτομέρειες που το κάνουν να συγγενεύει με ταινία τρόμου. Και για να μην πέσει στην παγίδα της ανίας που υπονομεύει πολλές κλασικές διασκευές, όπου γνωρίζουμε τα πάντα απ την αρχή ως το τέλος, παραποιεί ελαφρώς το φινάλε. Ιδιοφυές! Δ.Π.

Hobsons Choice (1954)
Η τελευταία μαυρόασπρη ταινία που γύρισε ο Ντέιβιντ Λιν στην καριέρα του προέκυψε αφότου ο παραγωγός Αλεξάντερ Κόρντα προέτρεψε τον Βρετανό σκηνοθέτη να διασκευάσει για την οθόνη ένα ανάλαφρο θεατρικό έργο από το 1915. Σε αυτό, η τριαντάχρονη θυγατέρα ενός αλκοολικού και δύστροπου υποδηματοποιού προσπαθεί να βάλει σε εφαρμογή ένα σχέδιο που σκοπό έχει να παντρέψει την ίδια και τις δύο αδελφές της, χωρίς τη συναίνεση του αυστηρού πατέρα. Στον ρόλο του τελευταίου, ο Τσαρλς Λότον ερμηνεύει σαρωτικά έναν χαρακτήρα που είχε υποδυθεί ξανά σε νεότερη ηλικία, μόλις σε απόσταση αναπνοής κατορθώνει, ωστόσο, και κλέβει την παράσταση από τον εκφραστικό αν και σαφώς πιο συγκρατημένο Τζον Μιλς. Παρακολουθώντας τους με μια αεικίνητη κάμερα που εξερευνά κάθε τετραγωνικό μέτρο των εντός και εκτός σκηνικών, ο Λιν αξιοποιεί με μπρίο και μικρές στιγμές εικονογραφικής τρέλας μια παιχνιδιάρικη ιστορία που υπερβαίνει τις εξαρχής σεμνές φιλοδοξίες της χάρη στη δεξιοτεχνία του σκηνοθέτη της. Λ.Κ.

 

Η Γέφυρα Του Ποταμού Κβάι (Τhe Bridge On The River Kwai, 1957)
Η χολιγουντιανή περίοδος του Λιν ξεκινά μέσα στη ζούγκλα, εκεί όπου οι αιχμάλωτοι Βρετανοί στρατιώτες της ταινίας χτίζουν μια γέφυρα υπό τις διαταγές του ιαπωνικού στρατού. Γοητευμένος από το αριστούργημα του Ρενουάρ «Ο Κανόνας Του Παιχνιδιού», ο Λιν βρίσκει στο σενάριο που του δίνει ο παραγωγός Σαμ Σπίγκελ τη δυνατότητα για κάτι παραπάνω από μια επική ταινία δράσης: ίσως την ηθική ανατομία ενός μικρόκοσμου χαρακτήρων. Γι αυτό και συνθέtει με επιμέλεια και διακριτικό χιούμορ ένα σύμπαν σαιξπηρικών διαστάσεων, όπου τον πρώτο λόγο έχουν οι αντρικοί κώδικες τιμής. Και εκείνο το αξέχαστο εμβατηριακό σφύριγμα των στρατιωτών, ηρωικό και πένθιμο την ίδια στιγμή. Κ.Σ.

Ο Λόρενς Της Αραβίας (Lawrence Of Arabia, 1962)
Θα έρθει κάποια στιγμή που η μεγαλύτερη – από κάθε άποψη- ταινία που γύρισε ποτέ ο Ντέιβιντ Λιν θα μπορέσει πια να επιβληθεί με τις πραγματικές διαστάσεις της. Οχι με τα 220 και παραπάνω λεπτά της, ούτε με τα πιο διάσημα 70 χιλιοστά φιλμ στα οποία γυρίστηκε ποτέ ταινία λίγο πριν το φορμά αυτό εξαφανιστεί για πάντα, ούτε με τα επτά Οσκαρ που κέρδισε. Το πραγματικό μέγεθος του «Λόρενς Της Αραβίας» βρίσκεται στο μη προφανές. Εκεί όπου κάθε βλέμμα και κάθε κίνηση ξεκινάει από τα αριστερά με φορά προς τα δεξιά σε μια προσπάθεια του Λιν να μοιάζει ο «Λόρενς» με την απόλυτη ταινία ταξιδιού και φυγής. Εκεί όπου ένα φαινομενικά (και γιατί όχι υποτιμητικά) χολιγουντιανό έπος για έναν αξιωματικό του βρετανικού στρατού τολμά να μεγεθυνθεί τόσο, ώστε να αποτελέσει την αρχή και το τέλος όλων των επών. Κερδίζοντας τη θέση του κλασικού, αξεπέραστου και επιδραστικού, όχι για τη σιγουριά που νιώθει μέσα στα υψηλά στάνταρτ παραγωγής του, αλλά για την ανασφάλεια που φέρνει τον ήρωά του συνεχώς μπροστά στο ίδιο ερώτημα ταυτότητας: «Ποιος είσαι;». Κυρίως επειδή δεν περιμένει ποτέ απάντηση. Μ.Κ.

Κάτω τα χέρια από την «Κόρη Του Ράιαν» (Ryan's Daughter, 1970)
Ακόμα και στους μεγαλύτερους καλλιτέχνες επιτρέπεται κάποτε να διαπράξουν ένα ολίσθημα. Κανείς δεν επέτρεψε κάτι τέτοιο στον Ντέιβιντ Λιν, όταν στα 1970 κυκλοφόρησε την «Κόρη Του Ράιαν» στις αίθουσες. Στο τέλος μιας δεκαετίας που έκανε το όνομά του συνυφασμένο με μυθικά φιλμ και πολυέξοδα έπη, η αδικαιολόγητα υποτιμημένη «Κόρη» έδινε, επιτέλους, την αφορμή που πολλοί γύρευαν για να χτυπήσουν έναν δημιουργό ο οποίος βρισκόταν διαρκώς στο απυρόβλητο. Για την πιο αντιδραστική μερίδα της κριτικής, ο Λιν εκπροσωπούσε πλέον το παλιομοδίτικο κατεστημένο, στον αντίποδα ενός σινεμά που άλλαζε διαρκώς προς πιο ρεαλιστικές μεθόδους γραφής. Για όσους τον ζήλευαν, ο Βρετανός σκηνοθέτης φάνταζε ως ένας ξέφρενος μεγαλομανής που ξόδευε ασυστόλως χρήματα, μονοπωλούσε τις βραβεύσεις των Οσκαρ και ξεχείλωνε αλαζονικά τις διάρκειες των ταινιών του. Για τους πιο ένθερμους θαυμαστές του, η «Κόρη Του Ράιαν» δυστυχούσε στο ότι δεν έμοιαζε με άλλον έναν «Δόκτορ Ζιβάγκο» (παρ όλο που είχε λανθασμένα διαφημιστεί ως κάτι τέτοιο). Ο συνδυασμός όλων αυτών οδήγησε έναν, σοκαρισμένο από τη δριμύτητα των επιθέσεων που δέχτηκε, Λιν να εγκαταλείψει την καρέκλα του σκηνοθέτη για 14 ολόκληρα έτη. Κρίμα, γιατί το πιο καταραμένο φιλμ στην καριέρα του Ντέιβιντ Λιν εξακολουθεί να αποτελεί μια από τις πιο παρεξηγημένες ταινίες που έγιναν ποτέ.

Με φόντο τις διαρκώς ανταριασμένες ιρλανδικές ακτές, το μελαγχολικό ρομάντζο συνέδεε την εξιστόρηση μιας καταδικασμένης αγάπης που λαμβάνει χώρα στις αρχές του 20ου αιώνα με το (σταθερά προσφιλές στον σκηνοθέτη) μοτίβο του μεγαλόπνοου έρωτα σε καιρό πολέμου. Στα διακόσια περίπου λεπτά που διαρκεί το φιλμ, η μαγευτική Φύση που λατρεύει να απαθανατίζει ο Λιν κάνει διαρκώς αισθητή την παρουσία της, μέσα από λαμπρές λιακάδες και εντυπωσιακές θεομηνίες και οι προσωπικές ιστορίες των πρωταγωνιστών μπλέκονται για πολλοστή φορά με την αδυσώπητη ροή της Ιστορίας. Γνωρίζοντας κανείς τον Λιν από τις bigger than life διαστάσεις που αρέσκεται να προσδίδει στα πράγματα, εντούτοις, θα έλεγε ότι ο τόνος του πομπώδους και του επικού ίσως να μην ταίριαζε τελικά σε κάτι το τόσο εσωτερικό και ιδιαίτερο, όσο ο εύθραυστος ρομαντικός κόσμος της «Κόρης». Ακόμη κι αν συμφωνήσουμε σε αυτό, όμως, η ταινία παραμένει ένα θεσπέσιο πλάσμα με μυστήριες και διαρκώς απρόβλεπτες διαθέσεις, απαράμιλλη ομορφιά και σκηνές αποστομωτικού μεγαλείου (όπως το ανυπέρβλητο κομμάτι της θύελλας), που αρκούν για να της αποδώσουν, έστω και καθυστερημένα, την αναγνώριση που της αξίζει. Λ.Κ.

Το Πέρασμα Στην Ινδία (Α Passage To India, 1984)
Ο τίτλος του κύκνειου άσματος του Ντέιβιντ Λιν περιέχει την λέξη «πέρασμα» και, πέρα από τους όποιους οιωνούς θέλει να εντοπίσει κανείς σε αυτή τη σύμπτωση, επαληθεύει την επιθυμία του να συλλάβει και να διασχίσει με την κάμερά του αυτό το «ανάμεσα» που ενώνει και χωρίζει δύο ανθρώπους ή δύο ολόκληρους κόσμους. Στην περίπτωση της κινηματογραφικής μεταφοράς του μυθιστορήματος του Ε.Μ. Φόρστερ, είναι η γη της Ινδίας (τόπος συνύπαρξης και αδυναμίας συνάντησης των αποικιοκρατών Βρετανών και των Ινδών γύρω από ένα δικαστικό δράμα), ή καλύτερα το απογυμνωμένο από φολκλορικά στοιχεία βλέμμα σε αυτή, που αντικαθιστά τις έντονες αντι-αποικιοκρατικές αιχμές του συγγραφέα. Οι διαμαρτυρίες μερικών κριτικών γι αυτό που θεωρούσαν ιδεολογική άμβλυνση των γωνιών δεν ήταν απολύτως αβάσιμες, αλλά, όπως φαίνεται και από την επιλογή του να αφήσει το επίμαχο έγκλημα (;) του βιασμού εκτός πεδίου, ο Λιν προτίμησε να παραδώσει αυτό το πέρασμα στην ασάφεια και το σκοτάδι. Κ.Σ.

(κείμενα από τους Λουκά Κατσίκα, Μανώλη Κρανάκη, Δέσποινα Παυλάκη, Κωνσταντίνο Σαμαρά)

Ντέιβιντ Λιν (1908 -1991)

Φιλμογραφία
– In Which We Serve, 1942 (τιμητικό Οσκαρ στον παραγωγό, σεναριογράφο και πρωταγωνιστή Νόελ Κάουαρντ)
– This Happy Breed,1944
– Blithe Spirit, 1945 (Οσκαρ Καλύτερων Εφέ)
– Σύντομη Συνάντηση (Brief Encounter),1945 (Μεγάλο Βραβείο της Επιτροπής στο Φεστιβάλ Καννών)
– Μεγάλες Προσδοκίες (Great Expectations), 1945 (Οσκαρ Ασπρόμαυρης Καλλιτεχνικής Διεύθυνσης και – Ασπρόμαυρης Φωτογραφίας, Υποψηφιότητα για Οσκαρ Καλύτερης Ταινίας)
– Ολιβερ Τουίστ (Oliver Twist), 1948
– The Passionate Friends, 1949
– Madeleine, 1950
– The Sound Barrier, 1952
– Hobsons Choice, 1954 (Χρυσή Αρκτος στο Φεστιβάλ Βερολίνου)
– Διακοπές Στη Βενετία (Summertime), 1955
– Η Γέφυρα Του Ποταμού Κβάι  (The Bridge On The River Kwai), 1957 (Επτά Οσκαρ συμπεριλαμβανομένων Καλύτερης Ταινίας και Καλύτερης Σκηνοθεσίας)
– Ο Λόρενς Της Αραβίας (Lawrence Of Arabia), 1962 (Επτά Οσκαρ συμπεριλαμβανομένων Καλύτερης Ταινίας και Καλύτερης Σκηνοθεσίας)
– Δόκτορ Ζιβάγκο (Doctor Ζhivago),1965 (Πέντε Οσκαρ, Υποψηφιότητα Καλύτερης Σκηνοθεσίας)
– Η Κόρη Του Ράιαν (ryans daughter), 1970  (Δύο Οσκαρ: Φωτογραφίας και Β Αντρικού Ρόλου)
– Το Πέρασμα Στην Ινδία (Α Passage To India), 1984 (Δύο Οσκαρ, τρεις υποψηφιότητες για τον ίδιο τον Λιν: Σκηνοθεσία, Σενάριο, Μοντάζ)

ΜΟΙΡΑΣΟΥ ΤΟ