• ΝΕΑ
  • ΤΑΙΝΙΕΣ
  • ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ
  • ΠΡΟΣΕΧΩΣ
  • ΝΥΧΤΕΣ ΠΡΕΜΙΕΡΑΣ
  • ATHENS OPEN AIR
  • ΤΑΙΝΙΟΘΗΚΗ

  • AOAFF 2026
  • ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ
  • ΑΤΖΕΝΤΑ
NEWSLETTER

Dance me to the end of war

13 Ιαν 2009 | Θέματα | 0 comments

H μνήμη και η φαντασία έχουν ένα κοινό: εκδηλώνονται ελλειπτικά και υποκειμενικά. Γι’ αυτό και 36 χρόνια μετά, ο πρώην Ισραηλινός στρατιώτης και νυν σκηνοθέτης Αρι Φόλμαν επιλέγει να ξεθάψει τις αποτρόπαιες μνήμες της εισβολής στο Λίβανο μέσα από τη φαντασία του animation. το «Bαλς με τον Mπασιρ» δεν είναι μόνο ένα πανέμορφος και αποκρουστικός ταυτοχρονα χορος εικόνας, έντασης και θανάτου αλλά και η αντιπολεμική ταινία της χρονιάς.
Συντάκτης: Cinemagazine Team
ΜΟΙΡΑΣΟΥ ΤΟ

Από την Πόλυ Λυκούργου


 


Σεπτέμβριος 1982, Λίβανος
Πώς βρέθηκαν εκεί; Δεκαεννιάχρονοι φαντάροι που έκαναν σερφ και άκουγαν ποπ μουσική στον ήλιο των παραθαλάσσιων στρατοπέδων τους, τώρα στην πρώτη γραμμή μιας εισβολής. Η πληροφόρηση ελλιπής, ο τρόμος να κρατά σε επιφυλακή τη σκανδάλη. Τυφλή εκτέλεση διαταγών από έναν ασύρματο. Η Βηρυτός, μια πόλη φάντασμα, ερείπια και αφίσες του δολοφονημένου Προέδρου Μπασίρ Τζεμαγιέλ. Η ζέστη σε κάνει να βλέπεις μόνο σκόνη και διαβόλους κρυμμένους παντού. Ξεκινάτε πέντε να διασχίσετε έναν δρόμο, τζογάροντας τις πιθανότητες με τους κρυμμένους εκτελεστές στις γύρω στέγες. Τρεχαλητό, σφυριχτές ανάσες αέρα, κραυγές, καταλήγετε απέναντι τρεις. Μπροστά σας, ο επόμενος δρόμος. Και τότε συμβαίνει: Ενας συμπολεμιστής σας τρελαίνεται. Ζητά το μεγαλύτερο οπλοπολυβόλο της διμοιρίας. Διασχίζει κραυγάζοντας και πυροβολώντας στα τυφλά, με το σώμα να τρέχει άτσαλα, χορογραφημένο από την ένταση των εκπυρσοκροτήσεων. Πίσω του η φιγούρα του Μπασίρ. Πόσο διαρκεί αυτή η σκηνή; Πόσο διαρκεί να διασχίσεις από τον κίνδυνο στην ασφάλεια; Από τη ζωή στο θάνατο και ξανά πίσω στη ζωή; Τα μάτια του πιτσιρικά Αρι Φόλμαν καταγράφουν το στιγμιότυπο σ’ ένα τρομαχτικό υποκειμενικό slow motion. Ενα συμβολικό, μακάβριο βαλς του παραλογισμού του πολέμου. Το θάβει, το κλειδώνει και το ξεχνά. Μαζί με τις εικόνες σφαγής, μιας αποτρόπαιης γενοκτονίας, που θα αντικρίσει μπαίνοντας στους προσφυγικούς παλαιστινιακούς καταυλισμούς της Σάμπρα και της Σατίλα – αντίποινα για το θάνατο του Τζεμαγιέλ από την πολιτοφυλακή των χριστιανών φαλαγγιτών του Λιβάνου. Τραύματα, ενοχές, οδύνη. Ολα θάβονται τακτικά στο υποσυνείδητο.



Μάϊος 2008, Κάννες
«Αντιπολεμικό animation» διαβάζουμε στον κατάλογο του φεστιβάλ. Το φιλμ ανοίγει με την εικόνα μίας αγέλης άγριων σκύλων, το σκίτσο άγριο, μουντό, ρεαλιστικό αλλά και εικαστικά υποβλητικό, με την παλέτα των χρωμάτων να επιβάλει τα γκρι και τα σέπια. Τα σκυλιά καταλήγουν κάτω από το παράθυρο ενός φίλου και συμπολεμιστή του Φόλμαν. Είναι ο εφιάλτης που τον ξυπνά κάθε νύχτα. Είναι όσες ζωές πήρε πατώντας τη σκανδάλη τότε. Είναι οι τύψεις του που αλυχτούν.


«Πιστεύω ότι το παν είναι μια δυναμική αρχή σε μία ταινία. Γι αυτό κι εγώ προσπάθησα να αναπαραστήσω ένα κακό acid τριπάκι, γιατί για μένα αυτό είναι ο πόλεμος. Ενα σουρεαλιστικό, κακό μαστούρωμα. Ηθελα να βομβαρδίσω το κοινό με αυτή τη σκηνή. Να τους σφυρηλατήσω με τις εικόνες από την πρώτη στιγμή. Να τους σοκάρω. Μετά ήξερα ότι θα κάτσουν να ακούσουν την ιστορία μου…»


Ισως γιατί αυτό έπαθε κι ο ίδιος. Η πρώτη σκηνή της ταινίας ήταν και για τον Φόλμαν η αρχή της περιπέτειας. Ακούγοντας τον πάλαι ποτέ συμπολεμιστή του να αφηγείται το όνειρό του, σοκάρεται. Οχι γιατί του θυμίζει τις δικές του μνήμες. Αλλά γιατί συνειδητοποιεί ότι δεν θυμάται τίποτα. Ολα έχουν σβηστεί – ένας μηχανισμός άμυνας, επιβίωσης. Αποφασίζει να μιλήσει σε ψυχολόγο, κάτι που τον παρακινεί να ψάξει έναν έναν τους συμπολεμιστές του και να καταγράψει τις μνήμες όλων σ’ αυτό το οδυνηρό προσωπικό ντοκιμαντέρ.


«Το συμβάν με τον φίλο μου συνέπεσε με την επέτειο των σαράντα μου χρόνων. Η ζωή μου έπρεπε να κλείσει έναν σημαντικό κύκλο, αλλά ο δικός μου ήταν ελλειπτικός. Σοκαρίστηκα που δεν θυμόμουν τα γεγονότα, που δεν μιλούσα ποτέ γι αυτά. Που δεν μπορούσα να ανακαλέσω μήνες από τη ζωή μου! Πήγα σε ψυχολόγο. Ηταν επώδυνο. Κράτησε 4 χρόνια. Ολα τα χρόνια που δούλευα και την ταινία. Την ίδια εποχή γεννήθηκαν και οι τρεις γιοι μου. Μπορεί λοιπόν υποσυνείδητα να ήθελα να ξελαφρώσω. Μπορεί να το έκανα για να υποδεχτώ με καθαρή συνείδηση τα παιδιά μου. Μπορεί να το χρωστούσα στην επόμενη γενιά. Οταν θα μεγαλώσουν, θα έχουν αυτό το ντοκιμαντέρ στα χέρια τους. Θα είναι καλύτερα προετοιμασμένοι από εμάς απέναντι στις πολιτικές ευθύνες της χώρας τους, τα προστάγματα, την Ιστορία. Θα έχουν τα επιχειρήματα για να μη δεχτούν να πάρουν μέρος σε κανένα πόλεμο. Και για κανένα λόγο».



Σκιτσάροντας την αληθινή ζωή
Σε εποχές που συνάδελφοί του σκηνοθέτες κατασκευάζουν πολεμικά έπη -όχι μόνο για την αναπαράσταση μιας ιστορικής αλήθειας, αλλά γιατί ο πόλεμος πουλάει- χρησιμοποιώντας σετ, σκηνικά, χιλιάδες κομπάρσους και τελευταίας τεχνολογίας ψηφιακά εφέ, ο Φόλμαν κάνει μία περίεργη, ιδιοσυγκρασιακή επιλογή: το κινούμενο σχέδιο.


«Είχα εξαρχής στο μυαλό μου να γυρίσω την ταινία ως animation ντοκιμαντέρ. Είχα γυρίσει αρκετά κανονικά ντοκιμαντέρ, τώρα ήθελα να πειραματιστώ με το animation. Μου το υπαγόρευε όμως και το θέμα. Οταν σκέφτηκα την ταινία, την φαντάστηκα τελειωμένη: μία σειρά από μεσήλικες άντρες να απαντούν σε ερωτήματά μου για τον πόλεμο, χωρίς αρχειακό υλικό να υποστηρίζει τις διηγήσεις τους. Πόσο βαρετό θα ήταν κάτι τέτοιο; Γι αυτό σκέφτηκα το animation. Το σκίτσο θα μπορούσε να αναπαραστήσει οποιαδήποτε μνήμη – δεν υπήρχαν καλλιτεχνικά όρια στο τι θα μπορούσαμε να κάνουμε. Ο πόλεμος είναι μία σειρά από υπερρεαλιστικές μνήμες. Η φαντασία του σκιτσογράφου θα μπορούσε να κάνει θαύματα για να τις αναπαραστήσει…»


Δεν ακολούθησε όμως την πεπατημένη μιας animation ταινίας. Αρχικά, γύρισε τα πάντα κανονικά: real action βασισμένο σε ένα σενάριο 90 σελίδων, που κινηματογραφήθηκε εξ ολοκλήρου σε στούντιο και κατέληξε σε ταινία 90 λεπτών. Μετά, σχεδίασε τα story boards, κατακερματίζοντας την ταινία πλάνο πλάνο. Με βάση αυτά τα σχέδια και τις σημειώσεις του ανέλαβαν ο animator σκηνοθέτης Γιόνι Γκούντμαν κι ο σχεδιαστής Ντέιβιντ Πολόνσκι να φτιάξουν τα 2.300 σκίτσα που μετέτρεψαν το όλο εγχείρημα σε κινούμενο σχέδιο.


«Μόνο η διαδικασία του animation κράτησε δυόμισι χρόνια. To αποτέλεσμα είναι ένας συνδυασμός απλού σκίτσου, 3D σχεδιασμού και flash animation και πλαστελίνης. Αν είχα περισσότερα χρήματα, θα πειραματιζόμουν περισσότερο με την πλαστελίνη. Αυτό που θέλω να τονίσω είναι ότι, όσο κι αν μπορεί να μπερδεύει, εμείς δε χρησιμοποιήσαμε την τακτική του rotoscope animation – δηλαδή δεν σκιτσάραμε, δεν βάψαμε το κανονικό βίντεο (όπως στην περίπτωση του πρόσφατου «Α Scanner Darkly» του Ρίτσαρντ Λινκλέιτερ). Ολα τα σκίτσα έγιναν από την αρχή. Μία διαδικασία που αποδείχτηκε χρονοβόρα και ακριβή. Νομίζαμε ότι θα επιτυγχάνουμε 6 λεπτά το μήνα, χρησιμοποιώντας 6 animators. Καταλήξαμε να παράγουμε 4 λεπτά το μήνα, με 8 animators. Διπλασιάστηκε το κόστος. Δεν είχαμε ιδέα σε τι κυκεώνα μπλέκαμε».



Πολιτικός αντίκτυπος
Η γενοκτονία στα στρατόπεδα της Σάμπρα και της Σατίλα αποτελεί ακόμα πολιτικό ταμπού για τον λαό του Ισραήλ. Η επιβολή του χριστιανού Μπασίρ Τζεμαγιέλ στην ηγεσία του Λιβάνου ήταν δάχτυλος του τότε Ισραηλινού υπουργού Αμυνας, Αριέλ Σαρόν, και γι αυτό, μετά τη δολοφονία του Τζεμαγιέλ, λέγεται ότι ο Σαρόν υποκίνησε τα αντίποινα (καταδικάστηκε και καθαιρέθηκε ισοβίως από την ισραηλινή κυβέρνηση, αλλά είκοσι χρόνια μετά ψηφίστηκε πρωθυπουργός της χώρας!). Η λεπτή διαχωριστική γραμμή βρίσκεται στο αν η γενοκτονία έγινε μόνο από τα μέλη της πολιτοφυλακής των χριστιανών φαλαγγιτών του Λιβάνου ή αν οι Ισραηλινοί στρατιώτες πήραν μέρος κι αυτοί.


Οι συνήθεις καχύποπτοι με οτιδήποτε εβραϊκό έσκισαν τα ιμάτιά τους στην προβολή των Καννών. «Τυπικό κατασκεύασμα των Ισραηλινών. Αποποιείστε την ευθύνη ότι κι εσείς οι ίδιοι τραβήξατε τη σκανδάλη» επιτέθηκε δημοσιογράφος στη συνέντευξη Τύπου του Αρι Φόλμαν. «Οχι δεν πατήσαμε καμία σκανδάλη» απάντησε ψύχραιμα εκείνος. «Κοιτάξτε. Ποια ευθύνη να αποποιηθούμε; Εχουμε ήδη τη μεγαλύτερη ευθύνη: την πολιτική ευθύνη. Η κυβέρνησή μας, η ηγεσία μας, ήταν πίσω απ όλα. Αλλά οι Ισραηλινοί στρατιώτες δεν σκότωσαν τον άμαχο πληθυσμό. Τα γεγονότα είναι πλέον γνωστά. Το BBC έχει κάνει ένα πλήρες ντοκιμαντέρ. Ποιος έχει όμως το φταίξιμο; Η κυβέρνησή μας. Που ήξερε τα πάντα και δεν έκανε τίποτα για να τα σταματήσει. Δεν ήμασταν όμως εμείς στα στρατόπεδα. Φτάσαμε πολύ αργά. Αυτό σας το διαβεβαιώνω».


Οι αριστερές παρατάξεις στο Ισραήλ συνηγόρησαν κατηγορώντας τον Φόλμαν ότι δεν τράβηξε το θέμα στα άκρα – δεν αποκάλυψε πολλά, δεν έδωσε το μερίδιο ευθύνης που αναλογούσε στη χώρα. Στον υπόλοιπο κόσμο, η εβραϊκή κοινότητα θορυβήθηκε: «Μας έδωσες ένα αρνητικό προφίλ που κάναμε χρόνια να αποτινάξουμε» τον πλησίασε και του είπε ένας Εβραίος πολιτικός μετά από προβολή της ταινίας του στην Αμερική.


Ο ίδιος ο Φόλμαν παραμένει στις θέσεις του: «Δεν ήθελα να κάνω ένα ιστορικό ντοκιμαντέρ. Δεν με ενδιέφερε η κυβέρνηση της χώρας μου. Ούτε ο στρατός της. Εκανα ένα προσωπικό ντοκιμαντέρ. Με ενδιέφεραν οι συμπολεμιστές μου και όσα περάσαμε. Ηθελα να σκιαγραφήσω το απάνθρωπο πρόσωπο του πολέμου, όχι να πω κάτι καινούργιο. Δεν είχα τίποτα να προσθέσω στην Ιστορία. Δεν έκανα μία πολεμική ταινία. Εκανα μία αντιπολεμική ταινία».



Αντί επιλόγου, η στάση της «Αμερικής»
Η ταινία ήταν το θέμα συζήτησης του φεστιβάλ Καννών. Το κοινό χάρισε στον Φόλμαν ένα 20λεπτο όρθιο χειροκρότημα στην επίσημη πρεμιέρα. Οι κριτικές ήταν ενθουσιώδεις, όλοι μιλούσαν για βραβεία.


«Το τελευταίο βράδυ συναντήθηκα με τον Χάρβεϊ Γουάινστιν σ’ ένα πάρτι. Ηταν μάλιστα 4 το πρωί. Μου είπε Θέλω να σου μιλήσω. Θα φάμε πρωινό μαζί στις επτά. Πήγα και ήταν πολύ φιλικός. Συγχαρητήρια για την ταινία σου. Θα κερδίσεις το Χρυσό Φοίνικα σήμερα. Του απαντάω με τη σειρά μου Αν σου άρεσε τόσο πολύ, γιατί δεν την αγοράζεις;. Χωρίς καν να σκεφτεί τι μου έλεγε, μου εξηγεί ότι δεν μπορεί να την αγοράσει, γιατί ήδη έχει πάρα πολλές ταινίες. Αλλά τον ενδιέφερε τι κάνω μετά. Του εξηγώ ότι αγόρασα τα δικαιώματα του βιβλίου του Στάνισλας Λεμ The Futurological Congress. Μήπως θα τον ενδιέφερε; Καθόλου! μου απαντάει. Εσύ έχεις γεννηθεί για να κάνεις το επόμενο Bourne φιλμ. Γι αυτό σε θέλω.


Σηκώθηκα, γύρισα την πλάτη μου και έφυγα…».

ΜΟΙΡΑΣΟΥ ΤΟ