Για αυτή την αμερικανική γενιά, συγγραφέων γεννημένων στην δεκαετία του '30, τα λόγια περιττεύουν – ή μάλλον καλύτερα περισσεύουν. Εξαιρώντας δύο μεγάλες γυναίκες, την Τόνι Μόρισον και την τραγικά πρόωρα χαμένη Σίλβια Πλαθ, ο ΜακΚάρθι είναι ο τρίτος που φεύγει από το συναρπαστικό κουιντέτο των Φίλιπ Ροθ, Τόμας Πίντσον, Τζον Άπνταϊκ και Ντον ΝτεΛίλο. Η έξοδός του δεν σηματοδοτεί πολλά περισσότερα από τον χρόνο και τις απώλειες που κουβαλά. Ο ΜακΚάρθι υπήρξε μπροστά από την εποχή του, η γραφή είναι χαρακτηριστικά μοντέρνα, η θεματολογία του από φύσεως αγέραστη. Όπως έλεγε χαρακτηριστικά και ο ίδιος, «αδιαφορώ για συγγραφείς που δεν ασχολούνται με τη ζωή και τον θάνατο».
Στο σινεμά ο ΜακΚάρθι, δεν ευτύχησε ακριβώς, τουλάχιστον όχι σε αριθμό έργων που καθρέφτισαν το βάρος του. Δύο από τις συνολικά έξι μυθοπλασίες μεγάλου μήκους εντάσσονται στο πλαίσιο της δημιουργίας βεληνεκούς που αρμόζει στην πρώτη ύλη της, μία είναι σεβάσμια από πολλούς και οι άλλες τρεις, λιγότερο ή περισσότερο αποτυγχάνουν. Ο κόσμος του, κατεστραμμένος (συμβολικά ή κυριολεκτικά), κόσμος μετα-αποκαλυπτικός, ζοφερός, γοτθικός, όπως η έννοια ορίζεται από τον Γουίλιαμ Φώκνερ (που αποτελεί σαφώς σημείο αναφοράς του), ασφαλώς δεν είναι για όλους, αν και θα έπρεπε. Ο ΜακΚάρθι, με τον δικό του τρόπο, γιόρταζε τη ζωή, την έγνοια για τον διπλανό, την σημασία του να είναι κανείς ζωντανός. Η φιλολογία της Δύσης, των συνόρων, της μνήμης και, προφανώς, της βίας, σχεδόν πάντα υπό το πρίσμα μιας ηθικής αναζήτησης φανατικά προσαρμοσμένης στην ανθρώπινη διάστασή της, του χρωστούν μύχιους συλλογισμούς, απολύτως γήινα ηρωικούς χαρακτήρες και αλησμόνητες, σε εμάς, στιγμές.
Η σειρά των ταινιών, λοιπόν:
Όλα τα Όμορφα Άλογα (All the Pretty Horses, 2000) του Μπίλι Μπομπ Θόρντον
H δεύτερη ταινία του Μπίλι Μπομπ Θόρντον, μετά από εκείνο το έξοχο «Sling Blade», αναμενόταν τότε με ακόμα μεγαλύτερη προσμονή καθώς θα βασιζόταν σε έργο του συγγραφέα που έμοιαζε έως και συγγενής του ντεμπούτου του Θόρντον. Ήταν κάθε άλλο παρά κακή. Είχε όμως το ελάττωμα να αντιφάσκει, την καλλιέπεια του κάδρου στον μελαγχολικό τόνο της ας πούμε, το αταίριαστο, άγουρο ρομάντσο στον φαταλισμό της ιστορίας. Το σενάριο (του Τεντ Τάλι – της «Σιωπής των Αμνών»!) είχε διαμέτρημα, είχε τη λεπτομέρεια, αλλά έμοιαζε να μπερδεύει τον Θόρντον σε ένα βεληνεκές που ίσως δεν ήταν έτοιμος να αγκιστρώσει ακόμα τέλεια, μένοντας τελικά σε μια επίπεδη δραματουργία, χωρίς σαφή τονικό και θεματικό προσανατολισμό. Προτείνεται ανεπιφύλακτα πάντως – στους θεατές του, όμως. Ηλίας Δημόπουλος
Καμιά Πατρίδα Για Τους Μελλοθάνατους (No Country for Old Men, 2007) των Τζόελ & Ίθαν Κοέν
Η ταινία που έφερε οσκαρική δόξα στο σινεμά των αδελφών Κοέν αποσπώντας 4 βραβεία (μεταξύ των οποίων Καλύτερης Ταινίας και Σκηνοθεσίας), κουβαλά ολόκληρη τη φιλοσοφία του συγγραφέα Κόρμακ ΜακΚάρθι στο πρόσωπο του λακωνικού σερίφη Εντ Τομ Μπελ (Τόμι Λι Τζόουνς). Το απελπισμένο του βλέμμα είναι το βλέμμα ενός ανθρώπου που αναζητά νόημα και λύτρωση σε έναν κόσμο χωρίς θεό και χωρίς αύριο. Εναν κόσμο στον οποίο τα τέρατα των παραμυθιών έχουν αποκτήσει ανθρώπινο πρόσωπο και κυκλοφορούν ανάμεσά μας (όπως ο ανατριχιαστικός κακός που υποδύεται ο Μπαρδέμ), οι καλοί δεν νικούν σχεδόν ποτέ και το μόνο που μπορεί κανείς να ευχηθεί είναι το τέλος που θα τον βρει να μην είναι βίαιο και οδυνηρό. Είναι ένας κόσμος τον οποίο οι Κοέν αντιμετωπίζουν σαν να κατοικείται μόνο από καταραμένους και μελλοθάνατους. Θύτες και θύματα, καλοί και κακοί, αθώοι και ένοχοι, όλοι αιμορραγούν σε αυτό το σφοδρό ταξίδι της σφαγής. Και όλοι σχεδόν πεθαίνουν, δίχως να μπορούν ποτέ να καταλάβουν το γιατί. Λουκάς Κατσίκας
Ο Δρόμος (The Road, 2009) του Τζον Χίλκοουτ
Κάθε μέρα είναι πιο γκρίζα από την προηγούμενη και τούτη η κλιμακούμενη μουντάδα αφορά και την ψυχή και το περιβάλλον των δύο ταξιδευτών της κινηματογραφικής προσαρμογής του τιμημένου με Πούλιτζερ μυθιστορήματος του Κόρμακ ΜακΚάρθι, ενός άντρα και του 10χρονου γιου του, που διασχίζουν την αφανισμένη Αμερική ενός αδιευκρίνιστου, μετα-καταστροφικού μέλλοντος με προορισμό τον (Πιο θερμό; Πιο ανθρώπινο; Πιο ελπιδοφόρο; Ποιος ξέρει;) Νότο. Όμως, ο δρόμος είναι γεμάτος παγίδες. Ακόμη και οι παρηγορητικές μνήμες – όνειρα του άντρα από την προηγούμενη, ευτυχισμένη ζωή του με την όμορφη γυναίκα του θα κορυφωθούν κι αυτές σε μια κατάληξη δυσάρεστη, όπως άλλωστε και ολόκληρο το φιλμ του Αυστραλού Τζον Χίλκοουτ, που μετουσιώνει πιστά και χωρίς την παραμικρή γραφικότητα στη σελιλόζη μία από τις πιο σπαραχτικές εσχατολογικές παραβολές στην ιστορία της παγκόσμιας λογοτεχνίας. Ρόμπυ Εκσιέλ
The Sunset Limited (2011) του Τόμι Λι Τζόουνς
Γιατί κανείς δεν είδε αυτό το έργο, το βασισμένο σε θεατρικό του συγγραφέα, μεταφερμένο από τον ίδιο σεναριακά για τα μυώδη σκηνοθετικά χέρια του Τόμι Λι Τζόουνς; Ίσως γιατί η υπόθεση δύο ανδρών σ' ένα δωμάτιο σε μια θεολογική συζήτηση με αφορμή την αυτοκτονία, δεν είναι ακριβώς αυτό που εννοούν πολλοί ως ψυχαγωγία. Είναι όμως ακριβώς αυτό. Βαρύ, βαρύτατο μεν θεματικά, στα χέρια του Τζόουνς και στην διάδραση με τον (σοβαρό εδώ) Σάμιουελ Τζάκσον, αναδύεται μια απύθμενη συμπόνια για την ανθρώπινη κατάσταση, για το άχθος και το άλγος της θνητότητας, για το νόημα της ζωής, για την ύπαρξη του Θεού. Στην συμπόνια αυτή, στα μάτια του Τζόουνς, στο φινάλε του Τζάκσον ενυπάρχει ό,τι θα «έπρεπε» να ζητά κανείς από την μεγάλη τέχνη, μια υπαρξιακή συντροφιά στην φόρμα απαντήσεως (έστω, απορίας) των ανυπέρβλητων γιατί. Ηλίας Δημόπουλος
Child of God (2013) του Τζέιμς Φράνκο
Μετά την αριστουργηματική, παρότι περασμένη στο «χιουμοριστικό» φίλτρο των Κοέν, την σεβάσμια, και την άγνωστη σπουδαία, πάμε στις καθαρές αποτυχίες. Κορωνίδα των οποίων, κατά μία έννοια, είναι το εγχείρημα του Τζέιμς Φράνκο, στα χαρτιά καθόλου δεδομένα ακατάλληλου για εμάς. Υπάρχει συμπόνια, υπάρχει μια διαβολική τάση για πτώση, ένας κωλοπαιδισμός που εν μέρει έως και χρειάζονται στην μεταφορά ενός κατ΄εξοχήν βρώμικου λογοτεχνικού έργου. Όμως λείπει η πνοή, χάνεται η γλώσσα που ανυψώνει το βιβλίο, η ένδεια (παραγωγής και συνεκτικού οράματος) λειτουργεί φυγόκεντρα, η ουσία κρύβεται. Ηλίας Δημόπουλος
Ο Συνήγορος (The Counselor, 2013) του Ρίντλεϊ Σκοτ
Είπαμε πιο πάνω, «κατά μία έννοια». Και η αλήθεια είναι ότι υπάρχουν άνθρωποι που περισώζουν μέσα τους τούτο εδώ, σημειωτέον σενάριο του ΜακΚάρθι, όχι βιβλίο του. Όχι ο υπογράφων. Ίσως φταίει το αποπροσανατολιστικά glossy επιτελείο, ίσως η υπέρμετρα γυαλιστερή σκηνοθεσία του Σκοτ που -σχεδόν όπως πάντα- χάνει τις σεναριακές λέξεις και τις δημιουργικές στίξεις για χάρη ενός καλλίγραμμου κάδρου/σκηνικού. Ίσως ακόμα περισσότερο ότι στο τέλος σου έχει μείνει ένα διαφημιστικός αμοραλισμός, μια τολμηρή κι αυτάρεσκη χοντροκοπιά, μια ταινία που θέλεις να βλέπεις αλλό όχι να σκέφτεσαι, ένα βιντεοκλίπ δηλαδή κακογραφίας ΜακΚάρθι. Ίσως τελικά κι αυτός να μην ήταν τόσο άμοιρος ευθυνών. Ηλίας Δημόπουλος






