Υπάρχει μια μακρόβια αναμέτρηση στους κόλπους της κριτικής ανάμεσα στους θιασώτες της θεωρίας του auteur και στους «παραδοσιακούς» κριτικούς που αντιμετωπίζουν τα έργα ως μοναδικά φαινόμενα στο κινηματογραφικό χωροχρόνο. Όπως κάθε τέτοιου είδους αναμέτρηση/αντιπαράθεση, στερείται σοβαρότητας, αφού το να προσκολλάται κανείς σε μια θεωρία ανάγνωσης, περισσότερο τεμπελιά προδίδει παρά εγρήγορση και επιθυμία ερμηνείας. Οι μεν αγωνίζονται μάταια να συνδέσουν τις τελείες βλέποντας κάθετα μια εργογραφία (και πολλές φορές και μια βιογραφία), συνοψίζοντας συχνά σε κουρασμένους αφορισμούς, οι δε παλεύουν να αποκλείσουν την ταινία από το περιβάλλον, την εποχή, την ιστορία των δημιουργών της – καμμιά φορά τεμπελιάζουν κιόλας να «φρεσκάρουν» μια φιλμογραφία για να ξέρουν περί τίνος πρόκειται – ασχολούμενοι με εννοιολογίες/πραγματολογίες κατασκευής που δύσκολα ενδιαφέρουν πρώτιστα έναν ενεργό θεατή.
Οι πρώτοι χάνουν πολλά «τρένα» που περνούν απαρατήρητα γιατί δεν τα υπέγραψε auteur – και συνήθως αδυνατούν να διαπιστώσουν έναν καλό σκηνοθέτη εν τη γενέσει – οι δε απορρίπτουν συλλήβδην ταινίες που (θεωρούν πως) προβάλλουν την υπογραφή τους είτε γιατί δεν την συλλαμβάνουν ή γιατί προτιμούν την πιο ευανάγνωστη, άρα ευπώλητη, νοηματική προσέγγιση. Τέλος πάντων, εσωτερικό το πρόβλημα. Οι ταινίες είναι ταινίες (…) και χρειάζονται κατά περίσταση, εκλεκτική προσέγγιση από κριτικής πλευράς.
Ο Ράιαν Κούγκλερ, για παράδειγμα, δεν κατατάσσεται εύκολα. Από το «Fruitvale Station» στο MCU είναι ωκεανοί απόστασης. Κι όμως. Καθώς το ντεμπούτο του, το «Creed» και, λόγω δυστυχών συνθηκών, το πρόσφατο «Black Panther», έχουν μια κοινή ρίζα που οδηγεί στην έννοια της κληρονομιάς, του τι αφήνει κανείς πίσω του και ποιος είναι ο δρόμος που περπατά για την κληρονομιά αυτή, ένα βίντεο-δοκίμιο που διερευνά πώς ο δημιουργός μελετά την έννοια, σε πολλαπλό επίπεδο μάλιστα, είναι αυτόχρημα ενδιαφέρον.
Ιδού, από τους φίλους του cinefix.






