Το τέλος της τριλογίας του Κέβιν Σμιθ είναι επιτέλους γεγονός.
Το τρέιλερ των «Clerks» είναι εκεί έξω και ανακοινώθηκε ότι η ταινία θα προβληθεί στις 13 και 15 Σεπτεμβρίου σε περίπου 700 αμερικανικές αίθουσες, στις 7 το απόγευμα και μόνο, ταυτόχρονα με ένα αποκλειστικό behind the scenes από τον Σμιθ και το καστ. Εν συνεχεία ο Σμιθ θα πάρει την ταινία του παραμάσχαλα σε ένα «Clerks III Convenience Tour» που θα διαρκέσει Σεπτέμβριο και Οκτώβριο.
Το κλου της υπόθεσης εδώ είναι το πέρασμα της προσωπικής περιπέτειας του Σμιθ, που υπέστη ένα σοβαρότατο καρδιακό επεισόδιο ως γνωστόν (και σοβαρεύτηκε και με το βάρος του έκτοτε), στην ιστορία του έργου, βάζοντας τον Ράνταλ να αναθεωρεί τα της ζωής του μετά από ένα έμφραγμα. Προφανώς Τζέι και Σιωπηλός Μπομπ κάνουν τα περάσματά τους στο έργο.
Δεν είναι οι μόνοι. Μια σειρά εκλεκτών καλεσμένων παρίστανται στην γιορτή, ανάμεσα στους οποίους οι Μπεν Άφλεκ, Σάρα Μισέλ Γκελάρ, Ροζάριο Ντόσον, Τζάστιν Λονγκ, Μισέλ Μπουτό, Τρέβορ Φέρμαν.
Για την ιστορία ο Σμιθ κατέβασε τα ρολά για την χρηματοδότηση της τρίτης ταινίας μετά από μια υπόθεση αμφισβήτησης πληρωμών και δικαιωμάτων από την εταιρεία του Weinstein – η Miramax είχε διανείμει το έργο. Το 2019 ο δημιουργός είχε διοργανώσει ένα ζωντανό διάβασμα του σεναρίου των 137 σελίδων με σκοπό την εύρεση χρηματοδότη. Έπρεπε να περάσουν δύο ακόμα χρόνια, το 2021, για να μπει στο κόλπο η Lionsgate που το αγόρασε τελικά. Η ταινία γυρίστηκε άμεσα πέρυσι το καλοκαίρι.
Είναι λίγο ιδέα η υπόθεση «Clerks», καθώς καλά γνωρίζουν αυτοί που τους αφορά η είδηση. Έφεραν μια φρεσκάδα, μια έλλειψη επιτήδευσης που με την επιτυχία της (3 εκατομμύρια δολάρια από 27 χιλιάδες προϋπολογισμό και χωρίς ποτέ να παίχτηκε σε πάνω από 50 αίθουσες!), και ειδικά αργότερα στην οικιακή ψυχαγωγία, ενέπνευσε κυριολεκτικά την γενιά του grunge (που ο Τζάρμους καλά προετοίμασε από την περασμένη δεκαετία) με χαρακτήρες πέρα για πέρα αναγνωρίσιμους στην αμερικανοτραφή σφαίρα μας. Μαζί με τον προαναφερθέντα Τζάρμους και εκείνη τη διλογία του Γουέιν Γουάνγκ («Καπνός» και «Blue in the Face», αμφότερα την ίδια περίοδο) είναι μέρος μιας cult περιόδου για την γενιά εκείνη, αναπόφευκτα φέρουσα μια αυθόρμητη συγκίνηση.






