Αν ο πρώτος σου δίσκος σε ηλικία δέκα ετών είναι το «Big Science» της Λόρι Άντερσον κι έχεις ήδη περιαματιστεί με αναλογικά κίμπορντς, τότε σίγουρα διαφέρεις από το μέσο όρο. Ο Μatteus χωρις να διατυμπανίζει τις επιρροές του και τη μουσική παιδεία του, ταξίδεψε μέχρι την Ισλανδία για να ολοκληρώσει το τελευταίο άλμπουμ του . Με αφορμή την εμφάνισή του απόψε στα Yuria 2010 η Carte Blαnche δημοσιεύει ολόκληρη τη συνέντευξη που μας έδωσε ο Matteus μετά την κυκλοφορία του άλμπουμ «Ugly doll’s stories».
Πως ξεκίνησες να ασχολείσαι με τη μουσική? Θα μας περιγράψεις το ταξίδι μέχρι τη συμμετοχή στο DANKE. FRAU FOTT τον Απρίλιο του 2005 στο Μικρό Μουσικό Θέατρο;
Η ενασχόληση μου με τη μουσική ήρθε σαν μια φυσική διαδικασία. Ένα αόρατο ?κατι? με οδήγησε στο να το κάνω. Πέρασαν αρκετά χρόνια από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου μέχρι να αρχίσω να πειραματίζομαι μόνος μου σπίτι με τον εξοπλισμό μου μέχρι να φτάσω να δημιουργήσω μια συλλογή κομματιών που είχα δώσει στον Στυλιανό Τζιρίτα των Trypanosoma μετά από μια εμφανισή τους μαζί με τη Lydia Lunch στο House of Art. Αυτός με ώθησε στο να συνεχίσω να κάνω μουσική και με κάλεσε σε αυτό το φεστιβάλ. Αυτή ήταν και η πρώτη μου εμφάνιση. Ακολούθησε ένα self released EP, το project που είχα παρουσιάσει στο Danke. Frau Fott λίγο καλύτερα δουλεμένο ηχητικά όπου κατόπιν μοιράστηκε δωρεάν μεταξύ φίλων και γνωστών.
Και έπειτα ήρθε η συνεργασία με το Γιάννη Ιασωνίδη στην οριλα και η κυκλοφορία του 3″ σπλιτ με τους “No clear mind”;
Ναι, μετά από αρκετό καιρό βέβαια… Ο Γιάννης με είχε καλέσει αρκετές φορές για live στο τότε Kinky Kong της Αβραμιώτου και θυμάμαι από τον πρώτο καιρό που τον είχα γνωρίσει σκεφτόταν την ιδέα της Οριλα. Μου άρεσε ο τρόπος που σκεφτόταν και γι’αυτό είπα και ναι στην πρόταση του να κάνουμε αυτό το split 3” με τους No Clear Mind και αρχικά να μοιράζαμε τα αντίτυπα μετά από ένα κοινό μας live. Τα δισκάκια σιγά σιγά βγήκαν προς λίγα δισκοπωλεία και σήμερα είναι sold out.
Ταξίδεψες μέχρι την Ισλανδία για να πραγματοποιηθεί μέρος της ηχογράφησης;
Άρχισα να σκέφτομαι την ιδέα να πάω στη Ισλανδία σαν το νούμερο ένα μέρος που θα μου άνοιγε την ?πύλη? για να αιχμαλωτίσω αυτά που είχα στο μυαλό μου. Εδώ, στο αυστηρό αστικό περιβάλλον της Αθήνας, λόγω ρυθμού ζωής τα πάντα μου ξέφευγαν. Ήθελα ηρεμία και απομόνωση. Με την βοήθεια και την πρόσκληση μιας καλής Ισλανδής φίλης, πήρα την απόφαση και πήγα. Κάτσαμε κάποιες μέρες σε μια εκκλησία σε μια πόλη Βορειδυτικά της Ισλανδίας και πειραματιστήκαμε πάρα πολύ με διάφορους ήχους, το εκκλησιαστικό όργανο και μια παλιά Νορβηγική άρπα. Όταν νιώσαμε ότι η ?πύλη? άνοιξε και πήραμε αυτά που θέλαμε κάναμε ένα τεράστιο road trip για αρκετές μέρες και κατέληξα με σχεδόν 1500 φωτογραφίες!
Το σχόλιό σου για την ανεξάρτητη ελληνική σκηνή και την ελέυθερη διανομή της μουσικής.
Η ανεξάρτητη Ελληνική σκηνή πιστεύω πάει καλά. Έχει κάποια πράγματα να δείξει, έχει ανθρώπους με ταλέντο, αγάπη, όρεξη και πίστη σε αυτό που κάνουν. Το μόνο που της λείπει είναι η προβολή.
Όσο για την ελεύθερη διανομή της μουσικής, ναι, είμαι υπέρ. Αλλά είμαι ακόμα πιο υπέρ στη δραστική μείωση των τιμών για τα CD και τις συναυλίες.
Στο παρελθόν έχεις συνεργαστεί με τη Stina Nordenstam. Πως ακριβώς προέκυψε αυτό και τι ακριβώς έκανες για το άλμπουμ της «The World Is Saved»;
Υπήρχε μια ιδέα στο site της να γίνει ένα scrapbook ποίησης και φωτογραφίας κυρίως για τον δίσκο αυτό. Μαζευτήκαμε διάφοροι καλλιτέχνες από όλο τον κόσμο και η Stina έδωσε σε εμάς τους τίτλους των κομματιών του επερχόμενου δίσκου. Ο κάθε ένας μας, έδινε τη δικιά του ερμηνεία για τον κάθε τίτλο μέσω ποίησης, κειμένου, φωτογραφίας, ήχου… βασικά με οποιοδήποτε τρόπο ήθελε ο καθένας.Η δικιά μου συμμετοχή, αν θυμάμαι καλά, ήταν σε 5 κομμάτια με κείμενα και εικόνες.
Ποια η ιστορία πίσω από την μικρού μήκους ταινία Living With Ghosts?
Ήταν μια ταινία με θέμα το υπερφυσικό που είχαμε αποφασίσει να κάνουμε με άλλα 2 άτομα για τη 1η Biennale της Αθήνας. Η δικιά μου δουλειά ήταν να φτιάξω το soundtrack για τη ταινία και να εμφανίζομαι σε μερικά πλάνα. Δυστυχώς όμως βγήκαμε εκτός ορίου χρόνου και η ταινία δεν ολοκληρώθηκε ούτε προβλήθηκε ποτέ.
Γράφεις ότι αποστολή σου είναι να ταξιδεύεις τους ανθρώπους με τη μουσική σου. Πιστεύεις ότι το κοινό αφήνεται στο ταξίδι αυτό ή έχει χαθεί η μαγεία της συμμετοχής στην ακρόαση λόγω βιασύνης και υπερπληροφόρησης στη μουσική;
Ναι, το πιστεύω αυτό. Και το λέω με τόση σιγουριά γιατί το ζω κι εγώ. Δυστυχώς οι ρυθμοί μας είναι τόσο φρενήρεις που πιστεύω ότι σήμερα λίγοι άνθρωποι έχουν πια την πολυτέλεια να κάτσουν σπίτι τους, να ακούσουν ένα δίσκο, να τον κατανοήσουν και να κάνουν αυτό το ταξίδι. Η υπερπληροφόρηση στη μουσική δεν νομίζω οτι επιδεινώνει την κατάσταση, αντιθέτως, υπάρχουν πολύ περισσότερες επιλογές και ο καθένας μπορεί να φιλτράρει και να επιλέξει τι του αρέσει. Άσχημο φαινόμενο θεωρώ το mp3. Το αλόγιστο κατέβασμα μπορεί να προκαλέσει ατομική υπερπληροφόρηση. Να περνάνε όγκοι πληροφορίας ανεπεξέργαστοι.
Με την ψηφιακή μορφή της μουσικής σήμερα νομίζω ο κόσμος δεν ?εκτιμά? το ίδιο την μουσική όπως όταν πήγαινες παλιότερα στο αγαπημένο σου δισκοπωλείο και αγόραζες τον δίσκο που περίμενες να φτάσει στο ράφι. Χάνεται η αίσθηση της αφής, του artwork, πολλές φορές και το ίδιο το concept της δουλειάς.
Ετοιμάζεις κάποιο πρότζεκτ άλλο;
Πρός το παρόν δουλέυω το επόμενο μου project, δεν είναι πολύς καιρός που άρχισα. Σκέφτομαι να αρχίσω να εξερευνώ την πιο lo-fi αισθητική αυτή τη φορά. Λιγότερα ηλεκτρονικά και περισσότερα φυσικά όργανα.
Οι πέντε πιο αγαπημένες του ταινίες:
“Δαμάζοντας τα Κύμματα” του Λαρς Φον Τριερ
“Experimental Films” της Μάγια Ντέρεν
“Hedwig & The Angry Inch” του Τζον Κάμερον Μίτσελ
“101 Ρέκιαβικ” του Μπαλτάζαρ Κορμακούρ
“Η Νεκρή Νύφη” του Τιμ Μπάρτον
Νίκη Ξένου
Μέρος της συνέντευξης του Matteus δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά στο τεύχος 217 της έντυπης έκδοσης του περιοδικού ΣΙΝΕΜΑ.






