Η «Βασίλισσα της Κυψέλης» μπορεί άνετα να χαρακτηριστεί ως ένα από τα πλέον αξιόλογα σκηνοθετικά ντεμπούτα των τελευταίων ετών. Ταυτόχρονα, είναι ένα φιλμ που ξέχωρα από τα βραβεία που έχει σαρώσει, αρχής γενομένης από το Σάντανς με ένα ιστορικό 3 στα 3 (Καλύτερης Ταινίας, Σκηνοθεσίας, Βραβείο Κοινού), πέραν από τις αποθεωτικές κριτικές και την αγάπη του κοινού, υπογραμμίζει εκ νέου την ξεκάθαρη δυναμική των νέων γυναικών δημιουργών που έρχονται στα κινηματογραφικά πράγματα, που συγκινούν και καθηλώνουν με τις ιστορίες που αφηγούνται.
Η Μπλέρτα Μπασόλι από το Κόσοβο είναι μια τέτοια περίπτωση. Και προφανώς όχι τυχαία, το σκηνοθετικό της ντεμπούτο εστιάζει σε μια άλλη γυναίκα, την Φαρίγε Χότι. Μια συμπατριώτισσά της από το χωριό της Κρούσα, που με τον σύζυγό της αγνοούμενο έπειτα από τη σφαγή που εξαπέλυσαν στην περιοχή οι Σέρβοι το 1999, αποφασίζει κόντρα στην υπερσυντηρητική τοπική κοινωνία να στήσει μια δική της επιχείρηση ώστε να ζήσει την οικογένειά της (περισσότερες πληροφορίες για την ταινία στην κριτική μας εδώ).
Με την ταινία να περιστρέφεται με εντυπωσιακή διαύγεια γύρω από τη γυναικεία χειραφέτηση, τη γυναικεία αλληλεγγύη και φυσικά τις διαφορετικές εκφάνσεις της πατριαρχίας, καθώς επίσης γύρω από ζητήματα πένθους, απώλειας, τραύματος κλπ, ήταν αυτονόητη η προσμονή μας να συζητήσουμε με την σκηνοθέτιδα της «Βασίλισσας της Κυψέλης». Μιας πρώτης τάξεως ευκαιρία για αυτό δόθηκε με την παρουσία της στην Αθήνα, με αφορμή τη διανομή της ταινίας της στις ελληνικές αίθουσες.

Έχει ενδιαφέρον το πώς η ίδια ταινία αγγίζει διαφορετικές κοινωνίες με διαφορετικό τρόπο
Η «Βασίλισσα της Κυψέλης» είναι από τις λίγες ταινίες που συλλαμβάνει την πατριαρχία όχι μόνο μέσω μιας ενεργούς καταστολής, αλλά έμμεσα, σαν φάντασμα, μέσω της απουσίας κάποιας δεσπόζουσας ανδρικής φιγούρας. Πώς βλέπετε εσείς αυτή την πιο «αόρατη» πτυχή της πατριαρχίας στην ταινία σας;
Για μένα πάντα ήταν το πόσο παρούσα ήταν στη ζωή της [Φαρίγε] η απουσία του άνδρα της, με πολλούς τρόπους. Να της λείπει ο άνδρας της, ο αγαπημένος της, ο πατέρας των παιδιών της κι έπειτα να λείπει ο άνδρας του σπιτιού και το πόσο σημαντικό είναι αυτό σε μια κοινωνία όπως αυτή που βλέπουμε στην ταινία.
Για αυτόν τον λόγο, για εμένα αυτό το φάντασμα ήταν πάντοτε εκεί – ήταν πάντοτε παρών. Είτε μέσα από τον πόνο, είτε μέσα από την καταπίεση, είτε μέσα από την ανάγκη να τον έχει δίπλα της, όλα. Ήταν μια πρόκληση για εμένα να το απεικονίσω αυτό αλλά επίσης και πολύ ενδιαφέρον γιατί γεννήθηκα και μεγάλωσα στην Πρίστινα στο Κόσοβο και ακόμα κι εγώ ένιωσα μια μικρή έκπληξη όταν πρωτοάκουσα την ιστορία της Φαρίγε. Γιατί μπορεί να περάσαμε πολλά στο Κόσοβο και να ζήσαμε υπό κατοχή για πολλά χρόνια, αλλά υπήρχε πολλή αλληλεγγύη μεταξύ μας.
Ήταν δύσκολο να ζεις υπό κατοχή και οι άνθρωποι πραγματικά βοηθούσαν ο ένας τον άλλον, με αυτόν τον τρόπο επιβιώσαμε άλλωστε – κι όταν έμαθα την ιστορία της Φαρίγε εξεπλάγην και ήθελα να την εξερευνήσω. Αλλά όταν τη γνώρισα αυτοπροσώπως πραγματικά συνειδητοποίησα πόσο δυνατή είναι, πόσο δυνατές ήταν όλες αυτές οι γυναίκες και πόσο ενθαρρυντική είναι η ιστορία της. Και ήθελα να το απεικονίσω αυτό, αλλά επίσης ήθελα να μιλήσω για αυτού του είδους την πατριαρχία που σχετιζόταν με τον πόνο του να χάνεις τους ανθρώπους που αυτές έχασαν, τον πόνο εκείνων των γυναικών που ένιωθαν πως προχωρούσαν πολύ γρήγορα. Θέλω να πω, δεν ήταν τόσο γρήγορα αλλά εκείνες το αντιλαμβάνονταν έτσι. Επίσης ήθελα να απεικονίσω την πατριαρχία στο γεγονός ότι η κοινωνία περίμενε από τις γυναίκες, ειδικά εκείνες στα χωριά, να είναι αποκλειστικά νοικοκυρές.
Η ταινία καταπιάνεται με διάφορα θέματα, τη γυναικεία χειραφέτηση και την αλληλεγγύη αυτών των γυναικών, αλλά είναι επίσης και ένα φιλμ για τον θρήνο, την απώλεια, το πώς οι άνθρωποι γαντζώνονται μερικές φορές σε μια κατάσταση μεσοβέζικη γιατί μπορεί να προτιμούν να μην αντιμετωπίσουν κάτι τραυματικό, όπως η Φαρίγε αναβάλλει την αποδοχή του θανάτου του συζύγου της. Τι θα θέλατε ιδανικά να εισπράξει το κοινό της ταινίας σας μετά την προβολή;
Ιδανικά, ελπίζω ότι το κοινό θα ενθαρρυνθεί και θα νιώσει ελπίδα, γιατί παρότι η ταινία μου δεν έχει απαραίτητα happy end, δίνει αυτή την αίσθηση της σημασίας του να προχωράς μπροστά. Η Φαρίγε και οι άλλες γυναίκες της Κρούσα [σ.σ. το χωριό στο οποίο εκτυλίσσεται η ιστορία], πέρα από όλον τον πόνο, τα εμπόδια, πέρα από το γεγονός ότι δεν είχαν εργασιακή εμπειρία, πέρα από την προκατάληψη, πέρα από το γεγονός ότι δεν είχαν τη μόρφωση να στήσουν μια επιχείρηση, ενώθηκαν και δημιούργησαν μια κοινότητα στην οποία θα μπορούσαν να χτίσουν το μέλλον τους μαζί. Παρόλα αυτά, μπόρεσαν να το κάνουν.
Κι αν η Φαρίγε και οι γυναίκες της Κρούσα μπόρεσαν να τα καταφέρουν τότε όλοι θα έπρεπε να μπορούμε να το κάνουμε, ανεξάρτητα από το πόσο δύσκολη μπορεί να φαίνεται καμιά φορά η ζωή. Κι ελπίζω ότι το κοινό θα εκλάβει αυτό το συναίσθημα, γιατί αυτό εξέλαβα εγώ από την Φαρίγε την πρώτη φορά που τη γνώρισα κι ελπίζω να μπορέσω να το μεταδώσω αυτό σε όποια και όποιον δει την ταινία.
Όπου έχει προβληθεί η «Βασίλισσα της Κυψέλης» έχει γίνει δεκτή με ενθουσιασμό. Πώς αισθάνεστε να ταξιδεύετε με την πρώτη μεγάλου μήκους ταινία σας και να συζητάτε για αυτήν με τον κόσμο; Ποια είναι μέχρι στιγμής η πιο αξιομνημόνευτη αντίδραση που σας έχει μείνει από πλευράς κοινού;
Νομίζω πως κάθε εμπειρία προβολής ήταν ξεχωριστή. Στην αρχή είχαμε την ταινία στο Φεστιβάλ του Σάντανς [σ.σ. Ιανουάριος 2021] το οποίο διεξήχθη αποκλειστικά διαδικτυακά, και ήμασταν πραγματικά πολύ χαρούμενοι που η ταινία έγινε δεκτή εκεί. Και τότε κερδίσαμε τρία βραβεία που ήταν για μένα και για όλη την ομάδα μεγάλη επιβράβευση. Πρωτίστως λόγω της Φαρίγε και της ιστορίας που λέγαμε. Αυτή η ταινία ήταν παραπάνω από μια ταινία για όλους μας, οπότε ήταν πολύ σημαντικό να πούμε την ιστορία. Πραγματικά ελπίζαμε αυτή η ιστορία να ακουστεί και όταν λάβαμε αυτή την αναγνώριση, η πρώτη ικανοποίηση ήταν ότι η ιστορία της Φαρίγε όντως θα ακουστεί. Κι έπειτα φυσικά όλοι είχαν εργαστεί τόσο σκληρά, για τόσο καιρό και με τόσο πάθος για αυτή την ταινία, οπότε ήταν μια μεγάλη επιβράβευση για όλους μας αυτή η αναγνώριση.
Αλλά ύστερα από λίγους μήνες ήμασταν τυχεροί που αρχίσαμε να ταξιδεύουμε ξανά σε φεστιβάλ και να δίνουμε το παρών σε προβολές καθώς η ταινία έβγαινε σταδιακά σε διανομή παντού στην Ευρώπη και στις ΗΠΑ – όπως και στην Ελλάδα τώρα. Και είναι μια εκπληκτική εμπειρία να ταξιδεύεις με μια ταινία και να μιλάς με το κοινό γιατί πολλοί άνθρωποι είχαν διαφορετικές απόψεις – θέλω να πω όχι πολύ διαφορετικές, κάποιοι μπορεί να μην έχουν βιώσει π.χ. την προκατάληψη του να είσαι γυναίκα και να πας να πάρεις δίπλωμα οδήγησης [σ.σ. το οποίο κάνει η Φαρίγε στο φιλμ], αλλά υπάρχουν πολλές προκαταλήψεις αναφορικά με τη γυναικεία επιχειρηματικότητα. Όπως μια γυναίκα που ήταν ιδιοκτήτρια πολλών επιχειρήσεων, μας μιλούσε για το πώς έχει βιώσει την προκατάληψη.
Ας πούμε στην Ισπανία, όπου η ταινία κυκλοφόρησε αρχές Μαρτίου και πολλοί άνθρωποι εκεί θυμήθηκαν πόσοι αγνοούνται ακόμη από τον Ισπανικό Εμφύλιο. Οπότε, πολλοί άνθρωποι συνδέθηκαν με πολλούς τρόπους. Τώρα, πολλοί που βλέπουν την ταινία αναφέρονται στην Ουκρανία και συνδέουν το κομμάτι του πολέμου [στην ταινία] με τον πόλεμο στην Ουκρανία. Έχει ενδιαφέρον πώς η ίδια ταινία αγγίζει διαφορετικές κοινωνίες με τόσο διαφορετικό τρόπο και είναι πραγματικά πολύ ωραίο να μιλάς για αυτό γιατί θέλουμε πολύ να μιλήσουμε για την πατριαρχία, για τον πόνο που προκαλεί ο πόλεμος, ελπίζοντας ότι τα πράγματα θα βελτιωθούν και ότι η Ιστορία δεν θα επαναληφθεί.

Aν μια διάσημη ηθοποιός δεν μπορούσε μέχρι πρόσφατα να μιλήσει για όσα βιώνει, τι μπορεί να περιμένει μια γυναίκα από ένα χωριό;
Στην ταινία βιώνουμε ένα πιο ωμό είδος πατριαρχίας – αν μπορώ να το πω έτσι – μια πιο παλιομοδίτικη εκδοχή της, την ώρα που διαφορετικές εκφάνσεις της επηρεάζουν και καταπιέζουν τις ζωές των ανθρώπων παντού στον κόσμο. Εσείς προέρχεστε από το Κόσοβο και έχετε ήδη ζήσει στις ΗΠΑ κάποια χρόνια, οπότε ήθελα να σας ρωτήσω σύμφωνα με όσα έχετε δει μέσα σε αυτά τα διαφορετικά κοινωνικά πλαίσια, τι πιστεύετε ότι πρέπει να γίνει ώστε να μπει ένα τέλος στην πατριαρχία, εάν υποθέσουμε ότι αυτό αποτελεί έναν ρεαλιστικό στόχο.
Αν μιλάμε για μια κοινωνία όπως αυτή στην Κρούσα, για την οποία μιλά η ταινία μου, έχουμε όντως να κάνουμε με μια σκληρότερη εκδοχή της πατριαρχίας. Το ίδιο ισχύει και στις επαρχιακές περιοχές πολλών χωρών. Όμως αν μιλήσουμε για την Πρίστινα ή την Αθήνα ή τη Νέα Υόρκη, νομίζω πως οι γυναίκες ακόμα έχουν θέματα με τα δικαιώματά τους. Επίσης, μόλις επέστρεψα από τις ΗΠΑ ξεκίνησε στο Χόλιγουντ το κίνημα του #metoo. Οπότε για μένα, ως γυναίκα από το Κόσοβο που είμαι και μέλος της κινηματογραφικής βιομηχανίας, αυτό ήταν μια συγκλονιστική είδηση, το να μάθω πως γυναίκες κακοποιούνταν ή ότι δεν πληρώνονταν καλά ακόμα και στο Χόλιγουντ.
Κατά τη γνώμη μου, αν μια διάσημη ηθοποιός δεν μπορούσε μέχρι πρόσφατα να μιλήσει για όσα βιώνει, τι μπορεί να περιμένει μια γυναίκα από ένα χωριό; Οπότε υπό αυτήν την έννοια ήμουν πολύ χαρούμενη που συνέβη, που οι γυναίκες μίλησαν, που υπάρχει ένα κίνημα και τώρα όλοι πραγματικά προσέχουν πώς φέρονται στο κινηματογραφικό πλατό και παντού.
Όμως την ίδια στιγμή, η άλλη πλευρά του εαυτού μου ήταν πολύ στενοχωρημένη που αυτό συνέβαινε για τόσο πολύ καιρό και που δεν μπορούσαν να μιλήσουν μέχρι τώρα. Γιατί όντως αισθάνομαι μια κάποια ευθύνη έχοντας γεννηθεί σε πρωτεύουσα – παρότι έχω ακόμη πράγματα που πρέπει να βελτιώσω στη δική μου ζωή σχετικά με την ισότητα – αλλά αισθάνομαι ότι είμαι σε καλύτερη θέση από πολλές άλλες γυναίκες και νιώθω υπεύθυνη να στέλνω ένα μήνυμα για τα δικαιώματα των γυναικών κάθε μέρα. Γιατί αν δεν μιλήσω, αν δεν είμαι εγώ εκείνη που θα κάνει κάτι για αυτό, πώς μια γυναίκα που είναι σε πολύ χειρότερη θέση από εμένα θα περιμένει μια αλλαγή; Με αυτήν την έννοια θεωρώ ότι όλοι όσοι μπορούμε να κάνουμε κάτι, πρέπει να το κάνουμε – για όλους, όχι μόνο για τις γυναίκες. Είναι καλό να χρησιμοποιήσουμε αυτήν την ευκαιρία να το κάνουμε και μετά να έχουμε πρότυπα σαν την Φαρίγε.
Στο Κόσοβο έχουμε γυναίκα Πρόεδρο τώρα [σ.σ. τη Βιόσα Οσμάνι]. Και δεν έγινε Πρόεδρος επειδή είναι γυναίκα αλλά γιατί είναι η πολιτικός με τις περισσότερες ψήφους στις τελευταίες εκλογές στο Κόσοβο, οπότε είναι εκλεγμένη από τον λαό. Και αυτήν την πλευρά – της ισότητας – πρεπει οι κοινωνίες να τη δούν με μεγαλύτερη προσοχή, Αλλά επίσης πιστεύω ότι σχετικά με διάφορα νομικά ζητήματα όπως η μισθολογική ισότητα, οι πολιτικές που εφαρμόζονται πρέπει να φροντίζουν τις γυναίκες, να μην περιμένουμε δηλαδή πάντα από την κοινωνία.

Ήθελα να μιλήσω για την πατριαρχία που σχετιζόταν με τον πόνο του να χάνεις τους ανθρώπους που οι γυναίκες της ταινίας έχασαν, τον πόνο τους που ένιωθαν πως προχωρούσαν πολύ γρήγορα
Αυτό με φέρνει στην επόμενη μου ερώτηση. Στις μέρες μας βλέπουμε εκπληκτικές ταινίες για τη γυναικεία χειραφέτηση και κάθε χρόνο, όλο και περισσότερες ταλαντούχες σκηνοθέτιδες ανακαλύπτονται από φεστιβάλ και κοινό σε όλο τον κόσμο. Θεωρείτε πως αυτό αποτελεί μέρος μιας πραγματικής αλλαγής ως προς την ισότητα των φύλων και της εκπροσώπησης των γυναικών στις τέχνες; Ή ανησυχείτε ότι θα μπορούσε να είναι και μια πρόσκαιρη τάση από πλευράς φεστιβάλ, θεσμών, εταιρειών κλπ στην προσπάθεια να προωθήσουν ένα πιο προοδευτικό προφίλ;
Δεν ξέρω, θα μπορούσε να είναι και τα δύο. Υπήρχαν φεμινιστικά κινήματα και αντίστοιχο σινεμά και κατά τη δεκαετία του ‘90 και νομίζω πως κάποια στιγμή, όχι ότι έληξε ακριβώς, αλλά αυτό ήταν μια τάση – όπως είπατε – που κράτησε για λίγο κι έπειτα βλέπαμε πάλι τις μεγαλύτερες ταινίες να γυρίζονται ως συνήθως από άνδρες. Αλλά θέλω να πω, εγώ, ως γυναίκα σκηνοθέτις, δεν θα ήθελα να είμαι μέρος κάποιου πράγματος μόνο και μόνο επειδή είμαι γυναίκα. Από την άλλη, σε ένα βαθμό αυτά τα πράγματα είναι απαραίτητα ώστε η κοινωνία να μπορέσει να αποδεχτεί αλλά επίσης και να ζητήσει ποικιλομορφία, γιατί αυτό εξαρτάται επίσης από το κοινό, δηλαδή αν προτιμούν να βλέπουν περισσότερο την οπτική των γυναικών ή την οπτική των ανδρών.
Όλοι έχουν συνηθίσει να βλέπουν την ανδρική οπτική – όχι ότι απαραίτητα πρέπει να διαφέρουν τόσο πολύ οι οπτικές μεταξύ τους, άλλά όσο περισσότερο βλέπουμε ταινίες από διαφορετικούς σκηνοθέτες, όχι μόνο γυναίκες αλλά και μαύρους και ασιάτες ή οποιονδήποτε – οι Έλληνες σκηνοθέτες τα πάνε επίσης πολύ καλά επίσης – τόσο το καλύτερο. Οπότε, όσο περισσότερο συνηθίζουμε να μη βλέπουμε Αμερικάνους ή Γάλλους σκηνοθέτες όπου όλοι γνωρίζουν τι είδους κινηματογραφική ιστορία έχουν, τόσο πιο ανοιχτοί γινόμαστε γενικά. Νομίζω ότι είναι καλύτερο κι αν αυτό συμβαίνει καμιά φορά μόνο εξαιτίας μιας τάσης ή κάποιων πολιτικών, νομίζω πως σε βάθος χρόνου, ακόμα κι έτσι, θα βοηθήσει.
Όμως ελπίζω ότι αρκετά σύντομα δεν θα χρειάζεται να συζητάμε αν η ταινία έχει σκηνοθετηθεί από γυναίκα ή από έναν Αλβανό ή έναν Έλληνα ή έναν άνδρα, αλλά μόνο για το τι είδους ιστορία λέει αυτή η ταινία. Οπότε δεν ξέρω, θα πρέπει να κάνω έρευνα για να σας δώσω τη σωστή απάντηση εδώ, αλλά ελπίζω ότι δεν είναι απλώς μια τάση. Ελπίζω ότι αυτό θα βοηθήσει προς μία πιο βιώσιμη και περισσότερο ίση κινηματογραφική βιομηχανία για όλους.
Σε κάθε περίπτωση νομίζω συμφωνούμε πως βοηθάει και πως φέρνει περισσότερη ευαισθητοποίηση.
Ναι, το κάνει. Με πολλούς τρόπους.
Πριν κλείσουμε, θα θέλατε να μου πείτε μία σκηνοθέτιδα του καιρού μας που θαυμάζετε περισσότερο, που σας εμπνέει;
Αν θέλετε μόνο μία, αυτή είναι η Άντρεα Άρνολντ.
Εντάξει, θα μπορούσατε να πείτε πχ και τρεις αν θέλετε…
[Γέλιο] Μου αρέσει η Άντρεα Άρνολντ, η Σούζαν Μπίερ και η Γιασμίλα Σμπάνιτς.
INFO
Η «Βασίλισσα της Κυψέλης» κυκλοφορεί στις αίθουσες από το Cinobo.






