«Διχάζει το ποιο;!», είναι η σωστή αρχική ερώτηση. Ο σταθερά αμετροεπής Σαζέλ γέρνει προς υποστήριξη του κοινού – παρότι η κριτική έχει σταθεί κέρβερος στις τέσσερεις πρώτες ταινίες του αποθεώνοντάς τες.
Ο 37χρονος δημιουργός δηλώνει: «Είναι καλό να έχεις κάτι που προκαλεί συζητήσεις και κείμενα άποψης, ανεξαρτήτως γνώμης. Όλοι στην παραγωγή γνωρίζαμε ότι κάποιοι θα ενοχληθούν και κάμποσος κόσμος θα αντιδράσει και αυτό το βρίσκω καλό. Περισσότερα έργα πρέπει να το κάνουν αυτό.»
Έχει δίκιο, χωρίς αμφιβολία. Δύο μόνο ερωτήματα αναφύονται, ανεξαρτήτως του «Babylon» ως έργου – για το οποίο άλλωστε ο υπογράφων δηλώνει άγνοια. Το πρώτο συνδέεται με το είδος των συζητήσεων και το δεύτερο με την ποσότητά τους.
Το «Babylon» έχει διχάσει σχετικά την κριτική (δεν έχει πάρει αναφανδόν ή συλλήβδην κακές κριτικές, κείμενα που διαπιστώνουν τι χαρακτήρα διαφαίνεται να κομπάζει ο δημιουργός του έχει πάρει), αλλά έχει και πλήθος ευνοϊκών κριτικών (κατά περίπτωση ευνοϊκότατων), ενώ παρόν είναι το έργο και σε αρκετές βραβευτικές συζητήσεις.
Και ενώ όντως οι συζητήσεις κάνουν καλό, από την έλλειψή τους πάσχουμε, κύριο ερώτημα είναι πόσοι θέλουν να κουβεντιάσουν το παλιό Χόλιγουντ και την αγάπη (ή και περίσκεψη) που έχει η νέα εποχή απέναντί του. Στις ΗΠΑ η ταινία έχει αποφέρει περί τα 15 εκατομμύρια δολάρια, με κόστος 110 εκατομμύρια (μετριοπαθέστεροι αναφέρουν 80) και περίπου άλλα τόσα που συνήθως ξοδεύονται για την διαφημιστική προώθηση. Με δεδομένη την έξοδό της στην καλύτερη εποχή του χρόνου. στις πρόσφατες γιορτές, το αποτέλεσμα σημειώνει μια από τις μεγαλύτερες εισπρακτικές αποτυχίες στην ιστορία του κινηματογράφου και ένα γερό χτύπημα στις βραχυπρόθεσμες προοπτικές της αίθουσας να επανακάμψει.
Άρα; Φυσικά το πρόβλημα δεν είναι του Σαζέλ, αντίθετα με την δήλωσή του παίζει σωστά το παιχνίδι μιας πρόκλησης, που ίσως βάλει και περισσότερους να δουν την ταινία. Το πρόβλημα είναι σε εκείνους που πίστεψαν ότι μια ταινία με την Μάργκο Ρόμπι και τον Μπραντ Πιτ, και θέμα την οργιώδη εποχή των πρώτων χρόνων του Βωβού, είναι κάτι που θα ενδιέφερε το σημερινό κοινό και θα βάζαμε και 200 εκατομμύρια δολάρια στοίχημα πάνω του για να το αποδείξουμε.
Κατά συνέπεια σχεδόν κανείς δεν συζητά το περιεχόμενο ενός έργου τέχνης – πλην των κριτικών ίσως. Συζητά αντιθέτως την οικονομία του, την εισπρακτική του επίδοση, την επίδρασή της στην σημερινή αίθουσα και τα κυάλια που ενδεχομένως θα χρειαστούμε για να εντοπίσουμε πότε στο μέλλον θα ανάψει ξανά πράσινο παραγωγικό φως για ανάλογο εγχείρημα με αιθουσιακή φιλοδοξία. Είθε να πέσουμε έξω.






