Σύζυγος ενός πάστορα θα συναντηθεί μετά από χρόνια με τη μητέρα της Σάρλοτ, διάσημη πιανίστρια που όμως πάσχει από κατάθλιψη. Η αρχική συγκίνηση της επανένωσης θα δώσει τη θέση της σε μία συνταρακτική και τελικά αποκαλυπτική σύγκρουση γεμάτη ανομολόγητη θλίψη και πικρία.
«Η δυστυχία της μητέρας ας είναι και η δυστυχία της κόρης. Σαν να μην κόπηκε ποτέ ο ομφάλιος λώρος», ψελλίζει η Εύα δίνοντας το στίγμα της «Φθινοπωρινής Σονάτας», δηλαδή της προσωπικής της επίθεσης εναντίον μιας μητέρας που αδιαφόρησε συστηματικά για αυτήν.

Ο Μπέργκμαν θα κλιμακώσει τη σύγκρουση με τους όρους του δράματος δωματίου, φόρμα με την οποία καταπιάστηκε όσο κανένας άλλος κινηματογραφικός σκηνοθέτης, ενίοτε ακόμα και στις πιο πειραματικές του στιγμές (όπως στην «Persona»). Ο ίδιος δεν θα φροντίσει ιδιαίτερα για την υστεροφημία της ταινίας του, συμφωνώντας με τη διαπίστωση ενός Γάλλου κριτικού ότι με την «Φθινοπωρινή Σονάτα», ο «Μπέργκμαν κάνει Μπέργκμαν» και εντοπίζοντας στην ταινία τα κουρασμένα ίχνη της επανάληψης. Ακολουθώντας τα, ωστόσο, διαπιστώνουμε ότι ο σουηδός δημιουργός δεν είχε και τόσο δίκιο. Και βρισκόμαστε έκπληκτοι μπροστά στη μοναδική ερμηνευτική σύζευξη της Λιβ Ούλμαν με την Ίνγκριντ Μπέργκμαν, ενός διδύμου που μπορεί να αποδώσει τα χίλια κύματα ενός ψυχολογικού πολέμου μπροστά από ένα πιάνο και με αφορμή την εκτέλεση ενός πρελούδιο του Σοπέν.
Ακολουθώντας την ήπια, κάπως αντιφατική μελαγχολία που της υποδεικνύουν ιστορία, η μουσική και η χρωματική παλέτα της, η «Φθινοπωρινή Σονάτα» κινείται ταυτόχρονα στον αστερισμό του καλωσορίσματος και του αποχαιρετισμού, περίπου σαν τον ερχομό του φθινοπώρου. Ή σαν την Ίνγκριντ Μπέργκμαν, που με αυτή την ταινία επανήλθε μετά από δεκαετίες στον κινηματογράφο της πατρίδας της και αποχαιρέτησε για πάντα το σινεμά.






