ΤΑ ΜΑΤΙΑ ΑΝΟΙΧΤΑ: Ακρόπολις
«Είναι μια λαμπρή μέρα. Μάλιστα. 156 μέτρα από την επιφάνεια κι όπως βλέπετε, έχουμε την πιο καλή θέα της πόλης. Με λένε Καλλήνα και είμαι η ξεναγός σας. Είναι τιμή μου που είμαι ξεναγός σας. Καλησπέρα λοιπόν κυρίες και κύριοι. Εδώ λοιπόν. Ακριβώς στο σημείο όπου οι αρχαίοι Αθηναίοι μαζεύονταν να ακούσουν την ωραιότερη λαλιά της γης όπως τη μιλούσαν οι πιο σπουδαίοι άνθρωποι του κόσμου. Δίπλα σας μπορείτε να δείτε ένα θαυμάσιο ωδείο. Από την αρχαιότητα μέχρι τις μέρες μας είναι χώρος για συναυλίες και για θεατρικές παραστάσεις. Εδώ έδωσε συναυλία και ο διάσημος ελληνοαμερικανός μουσικός Yanni. Στα δεξιά σας είναι η Ακρόπολη με τον Παρθενώνα, το αριστούργημα του 5ου αιώνα π.Χ. Περήφανες κολώνες που αγγίζουν τον ουρανό. Επιβλητικές πύλες, αψεγάδιαστοι τοίχοι. Μάρμαρο – το καλύτερο υλικό. Έρχεται από το όρος Πεντέλη. Είναι το καλύτερο, άσπρο, διάφανο. Ακολουθήστε παρακαλώ. Τώρα θα δούμε το Ερέχθειο, που θεωρείται το μνημείο των μνημείων. Το μνημείο αυτό δεν ονομάζεται Ακρόπολη, αλλά Παρθενώνας. Δηλαδή ο ναός της Παρθένου. Το διαμάντι της πόλης…»
Η ξεναγός σηκώνει το σημαιάκι της για να μαζέψει γύρω της το γκρουπ που έχει σκορπίσει. Οι τουρίστες στριμώχνονται ο ένας δίπλα στον άλλο. Ζεσταίνονται. Σε λίγο, μόλις πέσει το φως, θα παρακολουθήσουν γεμάτοι δέος την ιστορία της φυλής. Το θέαμα «Ήχος και φως» θα ξεδιπλώσει μπροστά τους τις δοξασμένες σελίδες του ιερού συμβόλου της πατρίδας και της πόλης που το γέννησε. Η Αθήνα λάμπει. Η Ακρόπολη λάμπει και η λάμψη της φωτίζει απ’ τη μικρή μας χώρα, ολόκληρο το δυτικό πολιτισμό. Οι τουρίστες προσπαθούν να βγάλουν μερικές τελευταίες φωτογραφίες. Η ξεναγός φωνάζει. Το θέαμα όπου να’ ναι αρχίζει. Τα φώτα σβήνουν. Επωφελούμαι απ’ το σκοτάδι για να απομακρυνθώ διακριτικά χωρίς να με δει η ξεναγός. Δεν θα βρω εδώ αυτό που ψάχνω. Κατεβαίνω από τον λόφο. Αποφεύγω τους μικροπωλητές που προσπαθούν να με πείσουν να αγοράσω τον δικό τους οδηγό για την Ακρόπολη και βγαίνω στην πόλη. Οι περισσότεροι δρόμοι είναι κλειστοί εξ’ αιτίας μιας διαδήλωσης. Έχει παντού κίνηση κι εγώ βιάζομαι. Ψάχνω να βρω μια αίθουσα κινηματογράφου όπου κάποιοι μου είπαν ότι μόνο για σήμερα προβάλλεται ένα παράξενο φιλμ. Πρόκειται για το «Ακρόπολις» της Εύας Στεφανή.
Έξω από τον κινηματογράφο υπάρχει μια μεγάλη ουρά. Φοβάμαι πως δεν θα προλάβω αλλά ευτυχώς η προβολή αργεί να αρχίσει. Ένας νεαρός με πλησιάζει. Μοιράζει κάτι σαν πρόγραμμα. Είναι ένα χαρτί που γράφει επάνω, «Λίγα λόγια για την σκηνοθέτη». Σας το παραθέτω όπως ακριβώς το έλαβα…
Λίγα λόγια για την σκηνοθέτη
Η Εύα Στεφανή είναι η πιο σημαντική ελληνίδα ντοκυμαντερίστα. Το σινεμά της είναι ένα φτωχό σινεμά. Δεν υπάρχουν φώτα, μακινιστικά, ή άλλος ιδιαίτερος τεχνικός εξοπλισμός, Όλες οι ταινίες της έχουν γυριστεί με τα στοιχειωδώς απαραίτητα. Μια κάμερα και ένα μικρόφωνο. Στην κάμερα, που συνήθως είναι στο χέρι, βρίσκεται πάντα η ίδια ενώ πολλές φορές κάνει μόνη της και τον ήχο. Δεν πρόκειται για μια διάθεση συγκεντρωτισμού των ρόλων ενός παραδοσιακού γυρίσματος, ούτε μιας αυστηρής ιδεολογικής θέσης. Δεν υπάρχει από πίσω κάποιο «δόγμα» που θα παρείχε ένα θεωρητικό άλλοθι. Είναι απλά γιατί αυτές οι ταινίες δεν θα ήταν δυνατό να γίνουν με διαφορετικό τρόπο ακόμη και αν η Εύα είχε στη διάθεση της, ένα τεράστιο προϋπολογισμό. Πως θα μπορούσε να χτίσει μια σχέση εμπιστοσύνης με τους ανθρώπους που φιλμάρει αν η ίδια οχυρωνόταν πίσω από μια τεχνική πανοπλία ή ένα μεγάλο συνεργείο; Η φτωχή τέχνη της δεν είναι λοιπόν ένας αυτοσκοπός. Δεν αποτελεί από μόνη της ένα καλλιτεχνικό πλεονέκτημα. Είναι μόνο ένα μέσο, ένας τρόπος δουλειάς που της επιτρέπει να προσεγγίσει την πραγματικότητα πιο οικεία.
Ας ξεχάσουμε τους όρους «αυθεντικό» ή «αληθινό» που πολύ συχνά χρησιμοποιούνται όταν μιλάμε για ντοκιμαντέρ κι ας αρκεστούμε σε κάτι πιο ταπεινό αλλά όχι λιγότερο μεγαλειώδες. Την σχέση δηλαδή ανάμεσα σε αυτόν που κοιτάζει και σε αυτόν που κοιτάζεται. Η Εύα καθώς αρνείται την περίπλοκη τεχνική και το συνεργείο θέλει να κάνει αυτή τη σχέση, όχι όσο το δυνατόν πιο ισότιμη, ξέρει πολύ καλά ότι αυτό δεν γίνεται όταν εκείνη κρατάει στα χέρια της ένα όπλο που λέγεται κάμερα, αλλά όσο το δυνατόν πιο σωματική. Η κάμερα στο χέρι δεν χρησιμοποιείται σαν «πιστοποιητικό αυθεντικότητας» αλλά σαν προέκταση του σώματος και του βλέμματος. Δεν θα ήταν δυνατόν η κάμερα να βρίσκεται στα χέρια ενός άλλου μια και μέσω αυτής η Εύα βλέπει και δείχνει ταυτόχρονα. Αυτή η παράδοξη διπλή ιδιότητα της, είναι που αποκαλύπτει τις προθέσεις της. Το σημείο που θα σταθεί και θα φιλμάρει ένα πρόσωπο, ο τρόπος που θα πλησιάσει ή θα κινηθεί. Η επιλογή του φακού που θα χρησιμοποιήσει, το αν θα κάνει ένα κοντινό ή ένα γενικό. Αυτές οι αποφάσεις που παίρνονται αυτόματα, σχεδόν ενστικτώδικα στο γύρισμα και δεν έχουν την δυνατότητα να προσχεδιαστούν, είναι που καθορίζουν την ποιότητα του βλέμματος της αλλά και τον προσωπικό της λόγο πάνω στην πραγματικότητα. Γι αυτό και οι εικόνες της δεν έχουν ανάγκη από καμιά επεξηγηματική φωνή που θα τις ανέλυε ή θα τις σχολίαζε. Η σκέψη και το σχόλιο πάνω στο υλικό της προέρχεται από τον τρόπο με τον οποίο θα το οργανώσει αργότερα στο μοντάζ. Από την επιλογή για το ποιο πλάνο θα διαδεχθεί ένα άλλο και με ποιο τρόπο.
Η μοναδικότητα των ταινιών της δεν βρίσκεται λοιπόν, μόνο στον χειρωνακτικό τρόπο με τον οποίο έχουν φτιαχτεί, βρίσκεται κυρίως στον τρόπο με τον οποίο η Εύα βλέπει και δείχνει. Βρίσκεται στην επιθυμία της να δείξει έναν χώρο και κάποια πρόσωπα χωρίς να προσπαθεί να επιβάλει μια θέση στην πραγματικότητα, χωρίς να την χρησιμοποιεί για να αποδείξει ένα προϋπάρχον νόημα. Βρίσκεται στην αγάπη, το ταλέντο, την γνώση και την ευγένεια με την οποία παρατηρεί, καταγράφει, και στην συνέχεια επιλέγει και συνθέτει.
Αυτή η προσέγγιση της πραγματικότητας που έχει τις ρίζες της στην παράδοση του ανθρωπολογικού ντοκιμαντέρ (δεν είναι τυχαίο ότι η Εύα πριν σπουδάσει κινηματογράφο έχει τελειώσει ανθρωπολογία), είναι εμφανής στις δυο πρώτες ταινίες της, το «Αθήναι» και το «Γράμματα από το Άλμπατρος», αλλά και στους «Κλειστούς χώρους», την σειρά ντοκιμαντέρ που έχει κάνει για την κρατική τηλεόραση ή τις άλλες ταινίες της που κατά καιρούς έχουν προβληθεί στην εκπομπή «Παρασκήνιο» όπως το εκπληκτικό ντοκιμαντέρ πάνω στον Ε.Χ Γονατά.
Η “Ακρόπολις” διαφέρει σημαντικά από όλες τις προηγούμενες δουλειές της. Δεν ξέρω αν μπορεί κανείς να κατατάξει αυτή την ταινία, και δεν ξέρω αν αυτό έχει και κάποιο νόημα. Η “Ακρόπολις” δεν είναι ούτε ντοκιμαντέρ, ούτε φιξιόν, ούτε πειραματική, ούτε video art. Εμπεριέχει όλα αυτά τα είδη και τα ξεπερνάει ταυτόχρονα. Η Εύα μιλώντας για ένα τόσο φορτωμένο συμβολικά τόπο όπως η Ακρόπολη, έκανε την πιο προσωπική της ταινία, ένα αληθινά σπαρακτικό τραγούδι πάνω στην γυναικεία φύση.
Το αρχικό σχέδιο της ταινίας ήταν κοντά στην ανθρωπολογική προσέγγιση των προηγούμενων ταινιών της. Επρόκειτο δηλαδή για τις ιστορίες των ανθρώπων γύρω από την Ακρόπολη. Εκείνη έπαιζε το ρόλο του ματιού της πόλης. Σταθερή και ακίνητη πάνω στον ιερό βράχο να κοιτάει την κίνηση των μικροπωλητών της. Κατά την διάρκεια των γυρισμάτων και στη συνέχεια στο μοντάζ η Εύα βρέθηκε συχνά απέναντι σε αδιέξοδα. Σαν να μην της ήταν αρκετό αυτό που είχε. Πέταξε όλο το σύγχρονο υλικό και ξεκίνησε να ψάχνει από παντού εικόνες αρχείου. Αυτή η διαδικασία την έκανε να αρχίσει να αναζητά εικόνες πάσης φύσεως. Κυρίως πεταμένα φιλμ super-8 που έβρισκε σε παλιατζίδικα στο Μοναστηράκι, ή σε γνωστούς και φίλους. Εγκαταλελειμμένες ταινίες οικογενειακής ευτυχίας, ιατρικά ντοκουμέντα, ποδοσφαιρικούς αγώνες πορνογραφικό υλικό. Σαν αρχαιολόγος σε ανασκαφή ή σαν ρακοσυλέκτρια, η Εύα συναρμολόγησε μέσα από τα σκουπίδια την δική της Ακρόπολη. Έχτισε το δικό της λόφο. Αντιπαρέβαλε την επίσημη Ιστορία του ιερού συμβόλου της φυλής με την δική της ιστορία αποδεικνύοντας μας πως η ιστορική μνήμη δεν κατασκευάζεται από τον επίσημο λόγο, αλλά από τις δικές μας αισθήσεις. “Θα περιγράψω το μέρος”, λεει η ίδια η Ακρόπολη στη ταινία κι είναι σαν να λεει “θα περιγράψω το σώμα μου”.
Χρειάστηκαν 3 χρόνια για να ολοκληρωθεί αυτή η διαδικασία συναρμολόγησης. Τρία χρόνια γεμάτα αντιφάσεις, αλλαγές και παλινδρομήσεις. Για ορισμένους μπορεί αυτός ο χρόνος να ακούγεται υπερβολικός. Στην ολοκλήρωση όμως ενός έργου τέχνης δεν υπάρχει χρόνος υπερβολικός υπάρχει μόνο χρόνος αναγκαίος. Και η Ακρόπολη είχε ανάγκη αυτό τον χρόνο για να μας αποκαλύψει τόσο τολμηρά και θαρραλέα την αυτοβιογραφία της.
…μάλιστα. Κρατάω αυτό το χαρτάκι με τα «λίγα λόγια» και μπαίνω στην αίθουσα. Κάθομαι στην πολυθρόνα την ώρα που σβήνουν τα φώτα. Κοιτάω κλεφτά το ρολόι μου. Το «Ήχος και φως» θα πρέπει να τελειώνει τώρα. Η ταινία αρχίζει. Ακούω μια σάλπιγγα να παίζει κι έπειτα μια φωνή στα αγγλικά. Την αναγνωρίζω αυτή τη φωνή. Όχι ρε γαμώτο. Είναι από το «Ήχος και φως»! Βγάζω ένα μικρό επιφώνημα απογοήτευσης και ανακάθομαι ανήσυχος. Ο διπλανός μου με κοιτάει ενοχλημένος. Το βουλώνω και παρακολουθώ. Βυθίζομαι μέσα στις εικόνες. Υπνωτίζομαι απ’ τη δύναμη τους. Βουρκώνω. Πως είναι δυνατό να είναι τόσο συγκινητικό ένα φιλμ για την Ακρόπολη; Όχι δεν μπορώ να γράψω κριτική γι' αυτή την ταινία. Μπορώ μόνο να παραθέσω τις εικόνες της όπως τις έκλεψα από την σκηνοθέτη και όπως τις συνέθεσε ο Σταύρος Κούλας. Σχεδόν σαν ένα κόμικ.













