• ΝΕΑ
  • ΤΑΙΝΙΕΣ
  • ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ
  • ΠΡΟΣΕΧΩΣ
  • ΝΥΧΤΕΣ ΠΡΕΜΙΕΡΑΣ
  • ATHENS OPEN AIR
  • ΤΑΙΝΙΟΘΗΚΗ

  • AOAFF 2026
  • ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ
  • ΑΤΖΕΝΤΑ
NEWSLETTER

An affair to remember

28 Ιούν 2007 | Θέματα | 0 comments

Η αμφιλεγόμενη σχέση δύο ιερών τεράτων του Χόλιγουντ, της Κάθριν Χέπμπορν και του Σπένσερ Τρέισι, άφησε το στίγμα της στην Ιστορία, ανατρέποντας κάθε κανόνα ή σύμβαση για το πώς μπορεί να μοιάζει το πάθος που ενώνει μια γυναίκα με έναν άντρα.
Συντάκτης: Cinemagazine Team
ΜΟΙΡΑΣΟΥ ΤΟ

Από την Ιωάννα Παπαγεωργίου


Η αμφιλεγόμενη σχέση δύο ιερών τεράτων του Χόλιγουντ, της Κάθριν Χέπμπορν και του Σπένσερ Τρέισι, άφησε το στίγμα της στην Ιστορία, ανατρέποντας κάθε κανόνα ή σύμβαση για το πώς μπορεί να μοιάζει το πάθος που ενώνει μια γυναίκα με έναν άντρα.


Μόνη εναντίων όλων
Είχε μόλις κερδίσει το πρώτο από τα τέσσερα Οσκαρ της για την ερμηνεία της στο «Μorning Glory». Κι όμως, παρά τις παρακλήσεις του αφοσιωμένου ατζέντη της, Λίλαντ Χέιγουορντ, η Κάθριν Χέπμπορν ήταν αποφασισμένη: εκείνο το πρωινό του Μαρτίου του 1934, στο λιμάνι της Νέας Υόρκης, θα ήταν η τελευταία φορά που θα ανέπνεε τον αέρα της αμερικανικής ηπείρου. Εφευγε όσο πιο μακριά μπορούσε από το Χόλιγουντ, και όχι μόνο. Τη στοίχειωναν οι συνεχείς εμπορικές αποτυχίες ταινιών της σαν τα «Sylvia Scarlet» και «Spitfire», που έκαναν πολλούς να τη χαρακτηρίσουν «δηλητήριο για το box office». Την καταδίωκαν τα σχεδόν υβριστικά σχόλια που της επιφύλαξαν κοινό και κριτικοί για την παρουσία της στο Μπρόντγουεϊ με το θεατρικό «Τhe Lake», όπως και οι αντιδράσεις και οι κάθε άλλο παρά κολακευτικές γνώμες φήμες που προκαλούσαν οι απροκάλυπτα αριστερές πολιτικές απόψεις, οι έντονα φεμινιστικές θέσεις και οι καλλιτεχνικές επιλογές της. Τη δημόσια εικόνα της ωστόσο επιδείνωναν ο αντισυμβατικός τρόπος ζωής της κι οι στενές φιλίες με γυναίκες, ο ανορθόδοξος γάμος με τον φίλο της Λάντλοου Ογκντεν Σμιθ και η επιμονή της να φορά παντελόνια. Πολιορκημένη από τους δημοσιογράφους, τους οποίους δεν γύρισε καν να κοιτάξει, ανέβηκε βουβή στο πλοίο που θα τη μετέφερε στο Παρίσι.


Η Χέπμπορν είχε αποφοιτήσει από το πανεπιστήμιο έξι μόλις χρόνια πριν. Ηταν ακόμη πολύ νέα, διαφορετική και πολύ υπερήφανη για να κάνει οποιονδήποτε συμβιβασμό στις απαιτήσεις της φήμης. Αντιμέτωπη με την πρώτη σοβαρή κρίση της ενήλικης ζωής της, προτίμησε να εγκαταλείψει την καριέρα της, παρά να ζήσει έτσι ώστε να γίνει αποδεκτή από τα πλήθη. Της χρειάστηκε, όμως, λιγότερο από ένας μήνας για να αλλάξει – για πρώτη, αλλά όχι για τελευταία φορά- γνώμη.


Δεκαεπτά ημέρες αργότερα επέστρεψε στα πάτρια εδάφη, χαμογελαστή, στο πλευρό του συνταξιδιώτη της, Ερνεστ Χέμινγουεϊ (ο οποίος σχεδίασε τη συμφιλίωσή της με τους δημοσιογράφους) και έτοιμη για όλα. Αποφασισμένη αυτή τη φορά να κάνει κάποιες υποχωρήσεις, έστω μόνο δημοσίως, ώστε να συνεχίσει να υπηρετεί την ηθοποιία. Γιατί συνειδητοποίησε ότι, χωρίς αυτά, απλά δεν μπορούσε να ζήσει. Το χλιαρό ρομάντζο της με τον ατζέντη της, Χέιγουορντ, καταλάγιασε προσωρινά την αμηχανία της κοινής γνώμης απέναντί της.


Λίγα χρόνια αργότερα, το «Ρhiladelphia Story» (1940) την επανέφερε στη κορυφή του box office και την έχρισε ξανά σούπερ σταρ (και μάλιστα στην απαγορευτική για τις τότε πρωταγωνίστριες του Χόλιγουντ ηλικία των 33 χρόνων). Η παθιασμένη της σχέση με τον επίσης εκκεντρικό, αλλά και αυτοκαταστροφικό δισεκατομμυριούχο Χάουαρντ Χιουζ που μεσολάβησε, εν έτει 1938, δεν την βοήθησε. Ο αδυσώπητος τρόπος με τον οποίο εκείνος την απομάκρυνε από κοντά του (χαρακτηρίζοντάς την, ουσιαστικά, «ένα τίποτα»), την ώθησαν και πάλι σε μια απέλπιδα προσπάθεια αναζήτησης εξόδου κινδύνου. Και θα την είχε (ξανά)βρει, αν δεν είχε λάβει χώρα η δημιουργία, μα κι η επιτυχία του «Ρhiladelphia Story». Κλειδί στην αλλαγή της ζωής της, η απόφαση του αγαπημένου της σκηνοθέτη και φίλου Τζορτζ Κιούκορ να τη ζευγαρώσει επί της οθόνης με τον αγαπημένο του ηθοποιό και φίλο Σπένσερ Τρέισι.


Οταν ο Σπένσερ γνώρισε την Κάθριν
Το «Woman Of The Υear» (1942) ήταν η πρώτη από τις εννιά συνολικά ταινίες που γύρισαν ως συμπρωταγωνιστές οι Χέπμπορν και Τρέισι. Από αυτές, εμβληματικές και αξέχαστες για διάφορους λόγους έμειναν οι «Αdams Rib», «Ρat And Μike» και «Μάντεψε Ποιος Θα Ερθει To Βράδυ». Το «Woman Of The Υear» σήμανε επίσης τη δημιουργία ενός αδιάσπαστου κύκλου φίλων: μέλη του ο Κιούκορ, η Χέπμπορν, ο Τρέισι, ο σεναριογράφος Γκάρσον Κάνιν και η σύζυγός του, ηθοποιός και σεναριογράφος Ρουθ Γκόρντον. Ενός κύκλου σχηματισμένου από ανθρώπους ανοιχτόμυαλους και προοδευτικούς, σχεδόν αναρχικούς. Ζούσαν αδιαφορώντας για τον καθωσπρεπισμό του «φυσιολογικού» ή τις νόρμες του κατεστημένου. Συναναστρέφονταν χωρίς ίχνος προκαταλήψεων ανθρώπους από διαφορετικές τάξεις, κουλτούρες και τρόπους ζωής. Δεν έκριναν ο ένας τις αδυναμίες του άλλου και αποδέχονταν αλλήλους χωρίς όρους και προϋποθέσεις. Που ζούσαν και άφηναν τους άλλους να ζήσουν. Ο Τζορτζ ήταν ομοφυλόφιλος. ο Γκάρσον αμφιφυλόφιλος. Η -κατά 16 χρόνια μεγαλύτερή του- Ρουθ παντρεμένη για να αποφύγει το στίγμα της γεροντοκόρης (και τη μοναξιά). Ο «Σπενς» αλκοολικός και η «Καθ» μια γυναίκα (μεγαλωμένη στα σπλάχνα μιας μποέμ οικογένειας, από μητέρα ακούραστη σουφραζέτα) που δεν μπορούσε να φανταστεί τον εαυτό της χωρίς ίσα δικαιώματα με τους άντρες. Ανάμεσά τους, ο Σπενς ξεχώριζε. Διέθετε δύο χαρακτηριστικά στα οποία ποτέ δεν μπόρεσε να αντισταθεί η ανεξάρτητη φύση της Καθ: ευαισθησία κι έναν ευάλωτο ανδρισμό. Ολοι οι μεγάλοι έρωτες της ζωής της μέχρι εκείνη τη στιγμή, (ο ποιητής Φελπς Πάτναμ, ο σκηνοθέτης Τζον Φορντ και ο Χιουζ) είχαν υπάρξει, με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, εξίσου ευαίσθητοι και ατελείς. Ο Τρέισι, όμως, ήταν ο μόνος που δεν φοβήθηκε ούτε στιγμή τη δύναμη και την ιδιοτροπία της. Για πρώτη φορά, το διασημότερο αγοροκόριτσο του πλανήτη των εικόνων μπορούσε να αναπνεύσει ελεύθερα, στηριγμένη στην αμέριστη αγάπη και εκτίμηση ενός άντρα.


Πάθος και παρενέργειες
Το 1942 η Χέπμπορν πήρε επιτέλους διαζύγιο από τον Σμιθ, με τον οποίο ήταν ουσιαστικά σε διάσταση (αν και παρέμεναν φίλοι) πριν ακόμα εκείνη φύγει για το Παρίσι. Το γεγονός πως ο Τρέισι δεν έκανε κάτι ανάλογο για να αποδεσμευτεί από τη Λουίζ, σύζυγο και μητέρα των δύο παιδιών του, δεν την πτόησε. Αφενός, γνώριζε πως, όντας καθολικός, δεν πίστευε στο διαζύγιο. Αφετέρου, κατανοούσε απόλυτα το τεράστιο βάρος της ευθύνης, αλλά και της ενοχής που εκείνος ένιωθε για τον εκ γενετής κωφό γιο του Τζον. Συναινώντας να συντηρεί, έστω και τυπικά, το γάμο του, εξασφάλιζε σε εκείνον μεγαλύτερη ελευθερία κινήσεων και συμμετοχή στην ανατροφή των παιδιών του. Οσο για τη Λουίζ, μπορούσε να συνεχίσει ως «κυρία Σπένσερ Τρέισι» τη συλλογή οικονομικών πόρων για τη λειτουργία και την προώθηση του σκοπού της «Κλινικής Τζον Τρέισι», που είχε ιδρύσει για να βοηθήσει τις οικογένειες κωφών παιδιών.


Η Καθ δεν πτοήθηκε, επίσης, από την εξάρτηση του Σπενς από το ποτό. Αντίθετα με τη Λουίζ, δεν δοκίμαζε καν να του βάλει μυαλό. Δεν του ζήτησε ποτέ να το κόψει. Τον σήκωνε και τον έβαζε στο κρεβάτι όταν τον έβρισκε ημι-λιπόθυμο. Υπέμενε την αλλοπρόσαλλη συμπεριφορά του και τις μεθυσμένες προσβολές που του ξέφευγαν. Ισως έτσι ικανοποιούσε τα μητρικά της ένστικτα ή ανάδευε τις μνήμες ανάλογης φροντίδας για τον πολυαγαπημένο της αδελφό, λίγο πριν τον τραγικό θάνατό του (κρεμάστηκε κατά λάθος) όταν εκείνη ήταν 14 κι εκείνος 15 χρονών. Ισως, πάλι, γιατί έτσι ένιωθε πως στεκόταν αντάξια της ανιδιοτελής αφοσίωσης και υποδειγματικής συντροφικότητας που χαρακτήριζαν την καθημερινότητα των λατρεμένων γονιών – ινδαλμάτων της. Σε έναν δημοσιογράφο, κάποτε, δικαιολόγησε τον εθισμό του Τρέισι ρίχνοντας το φταίξιμο στην «υπερευαισθησία του». Αντίθετα, στους πιο κοντινούς της ανθρώπους, δεν δίσταζε να εκφράζει την -προβοκατόρικη- άποψη πως μόνο έτσι μπορεί να αντέξει και να επιβιώσει ένας πραγματικός άντρας στο «θηλυπρεπές σύμπαν των τεχνών».


Οποια κι αν ήταν πάντως τα κίνητρά της, εκείνη του έσωσε τη ζωή το 1945, βγάζοντάς τον σώο από το τούνελ μιας ιδιαίτερα δύσκολης περιόδου κατάθλιψης και κρίσης αλκοολισμού. Εκείνος δεν μπορούσε παρά να της το ανταποδώσει, κάνοντας ότι ήταν δυνατό για να κρατήσει ζωντανή την καριέρα της, δύο χρόνια αργότερα, το καλοκαίρι του 1947. Τον προηγούμενο Μάιο, φορώντας ένα κατακόκκινο φόρεμα, η Κάθριν είχε μιλήσει στην πολιτική συγκέντρωση του… επικίνδυνα αριστερού υποψήφιου Προέδρου Χένρι Γουάλας. Ηταν εξαγριωμένη με τη νεοϊδρυθείσα Επιτροπή Διερεύνησης Αντιαμερικανικών Δραστηριοτήτων, που θα ξεκινούσε έρευνα για την απομόνωση και πάταξη «κομουνιστικών στοιχείων» στη βιομηχανία του θεάματος. Η οργή της θα την ωθούσε να συγκρίνει την πολιτική του Προέδρου Τρούμαν με εκείνη της αυτοκρατορικής Ιαπωνίας, ενώ κατηγόρησε το υπουργείο Εσωτερικών για «χιτλερικές πρακτικές».


Το σκάνδαλο που επακολούθησε έστρεψε, για μια ακόμη φορά, τη μαινόμενη κοινή γνώμη εναντίον της και την προαναφερθείσα Επιτροπή στο κατόπι της. Το ιδανικό «συγχωροχάρτι» έσπευσε να της το εξασφαλίσει ο Τρέισι: της έδωσε το ρόλο που προοριζόταν για την Κλοντέτ Κολμπέρ, ώστε να συμπρωταγωνιστήσει δίπλα του στο «State Of The Union» του Φρανκ Κάπρα. Επρόκειτο για μια δραματική κομεντί με ήρωες ένα ζευγάρι προοδευτικών ρεπουμπλικάνων πολιτικών, που έφερε ατόφιους τον καλώς εννοούμενο λαϊκισμό και τον ρομαντικό ουμανισμό οι οποίοι χαρακτήριζαν τον Κάπρα. Με άλλα λόγια, ένα φιλμ που θόλωνε έξυπνα τα νερά ανάμεσα στη δεξιά και στην αριστερά. Επίσης, έδινε -για πρώτη και τελευταία φορά στις επί της οθόνης συνευρέσεις της με τον Τρέισι- στη Χέπμπορν το ρόλο της φωνής της λογικής και κατεύναζε, έμμεσα αλλά αποτελεσματικά, τα οργισμένα πνεύματα. Ο συμπρωταγωνιστής της σε αυτή την ταινία (και πρόθυμος πληροφοριοδότης της Επιτροπής Αντιαμερικανικών Δραστηριοτήτων) Αντολφ Μεντζού εγγυήθηκε την αθωότητά της για τις κατηγορίες φιλο-κομουνιστικής συμπεριφοράς και τη γλίτωσε από τον έλεγχο του FΒΙ.


Εκείνα τα πρώτα χρόνια της σχέσης τους διακρίνονταν από ερωτικό ενθουσιασμό και ασίγαστο πάθος. Οπως εκμυστηρεύτηκε η στενή φίλη και πρώην συγκάτοικος της Καθ, Λόρα Χάρντινγκ, στην οικογένειά της, «κάθε φορά που τους φιλοξενούσα στο διαμέρισμά μου στη Νέα Υόρκη, βρισκόμουν μετά αντιμέτωπη με την ακαταστασία και τα σπασμένα μικροαντικείμενα που άφηναν πίσω τους όταν έκαναν έρωτα». Στις αρχές των 50s, όμως, ο δεσμός τους άλλαξε ρότα.


Το τέλος μιας σχέσης
Καθώς η εναλλακτική τους οικογένεια έκλεινε μια δεκαετία ζωής, ο Τρέισι και η Χέπμπορν έμοιαζαν λιγότερο με εραστές και περισσότερο με συντρόφους και συνοδοιπόρους. Ο Τύπος, στον οποίο κανείς από τους δύο δεν είχε παραδεχτεί ανοιχτά τη σχέση τους, αναρωτιόταν πονηρά αν υπήρξαν τελικά ποτέ κάτι περισσότερο από καλοί φίλοι. Οι έμπιστοι συνεργάτες τους όμως επέμεναν. «Ο Σπένσερ και η Κέιτ μοιράζονταν μια εξαιρετικά δυνατή αγάπη: ο τρόπος που εκείνη τον φρόντιζε, οι βόλτες και συζητήσεις τους, η συνήθειά τους να ζωγραφίζουν μαζί, φανέρωναν μια ιδιαίτερα ισχυρή προσωπική σχέση» παρατήρησε ο ηθοποιός Μαξ Σόουγουολτερ. Από την άλλη, κι ο σεναριογράφος Γκάβιν Λάμπερτ τόνισε πως «μπορεί να μη βίωσαν ένα παραδοσιακό, λουσμένο με ροδοπέταλα, ρομάντζο, έχτισαν όμως μια υπέροχη, ουσιαστική συμμαχία, από εκείνες που σπάνια έχει την τύχη να κατακτήσει ένας άνθρωπος στη ζωή του και η οποία τους έκανε πραγματικά ευτυχισμένους».


Η αλήθεια βέβαια είναι ότι το 1952, η Κάθριν, κουρασμένη από την ανεξέλεγκτη εξάρτηση στο αλκοόλ και τις τάσεις κατάθλιψης του, σκέφτηκε σοβαρά να τον εγκαταλείψει. «Αν δεν μπορώ να έχω ό,τι είχαν οι γονείς μου, καλύτερα να μην έχω τίποτα» εξομολογήθηκε σε έναν φίλο της. Τελικά, όμως, αν και δεν θα βρίσκονταν ποτά ξανά μαζί όπως παλιά, δεν πρόδωσαν τα ιδιότροπα, αλλά αυθεντικά συναισθήματα που τους ένωναν. Μαζί συμπαραστέκονταν στον καταβεβλημένο από τον καρκίνο Χάμφρεϊ Μπόγκαρτ. Επισκέπτονταν καθημερινά το σπίτι του και κάθονταν στο προσκεφάλι του, κάνοντάς παρέα σε εκείνον και τη σύζυγό του Λορίν Μπακόλ επί ατελείωτους μήνες μέχρι το θάνατό του το 1957. Και, έξι χρόνια αργότερα, η Καθ δεν θα διστάσει να θέσει σε δεύτερη μοίρα την καριέρα της για να περιποιηθεί τη λαβωμένη υγεία του Σπενς. Στάθηκε ακλόνητα στο πλευρό του, κάθε μέρα,


όλη μέρα, μέχρι το τέλος της ζωής του. Ο Σπένσερ Τρέισι έφυγε 17 ημέρες μετά την ολοκλήρωση των γυρισμάτων του «Μάντεψε Ποιος Θα Ερθει Το Βράδυ». Η Κάθριν Χέπμπορν δεν πήγε στην κηδεία του, σεβόμενη τη Λουίζ και τα παιδιά του. Ούτε είδε ποτέ την εν λόγω ταινία, γιατί φοβόταν πως δεν θα την άντεχε. Πένθησε βουβά την απώλεια του Τρέισι, μακριά από τα φώτα της δημοσιότητας. Για πολλά χρόνια από τότε, αντέκρουε την αδιακρισία όσων δημοσιογράφων, βιογράφων και λοιπών ζητούσαν να μάθουν λεπτομέρειες για τον μεγάλο έρωτα της ζωής της. Αποκαλούσε τον Τρέισι απλά «μοναδικό συνεργάτη και φίλο». Γι αυτό, όταν το 1985 δέχτηκε να μιλήσει σε μια ειδική εκδήλωση – αφιέρωμα στον ηθοποιό, η κινηματογραφική κοινότητα σχεδόν σοκαρίστηκε. Οταν δε, αποφάσισε να παρουσιάσει τη σχέση τους ως ένα παραμυθένιο, χρυσοπασπαλισμένο ρομάντζο, οι ελάχιστοι φίλοι τους που ήταν ακόμα ζωντανοί θύμωσαν. Οι κακεντρεχείς, πάλι, είπαν ότι άντλησε έμπνευση από το βιογραφικό βιβλίο του Κάνιν «Τracy And Ηepburn», το οποίο ο Κιούκορ χαρακτήρισε ως «το τελευταίο σενάριο για τους Τρέισι και Χέπμπορν από την πένα του Γκάρσον Κάνιν». Γιατί ήξεραν πως η σχέση μεταξύ τους δεν υπήρξε ποτέ τετριμμένη ή συμβατική. Δεν οριζόταν από τους ρόλους και τις επιλογές που επέτρεπε η κοινωνία. Αντίθετα, ήταν η εξέλιξη μιας καθοριστικής συνάντησης μεταξύ δύο ξεχωριστών ανθρώπινων πλασμάτων, που μοιράστηκαν ειλικρινά τη ζωή τους, χωρίς δεσμευτικά συμβόλαια ή όρους.


Η Χέπμπορν, όμως, αντίθετα με τον Τρέισι, είχε απομείνει μόνη απέναντι στο θάνατο. Χωρίς την ασπίδα της κατανόησης και της αποδοχής του. Ετσι, αποφάσισε να δώσει στο κόσμο μια ερωτική ιστορία του μέσου όρου. Γεμάτη ανακουφιστικά κλισέ. Από εκείνες που γίνονται εύκολα κατανοητές, αν όχι και αξιοζήλευτες. Σκέφτηκε πως μόνο έτσι θα ανέβει το πλοίο προς την αντίπερα όχθη, λίγο πιο «φυσιολογική» στα μάτια του κόσμου, αποδεκτή, αγαπημένη, μυθική. Οχι στοιχειωμένη, αταίριαστη και μοναδική όπως κάποτε.


Τα μυστικά της κρεβατοκάμαρας
Στο Χόλιγουντ τα όρια ανάμεσα στην πραγματικότητα και τη φαντασία ήταν πάντα δυσδιάκριτα, ενώ παράλληλα ο τυπικά αμερικάνικος πουριτανισμός βρισκόταν πανταχού παρών. Γι αυτό, ουκ ολίγοι αντιλαμβάνονται την ιδιόρρυθμη σχέση της Χέπμπορν με τον Τρέισι, που ουδέποτε «επισημοποιήθηκε» με έναν γάμο ή τη γέννηση ενός παιδιού, ως προπέτασμα καπνού: μια επινόηση που αποσπούσε τα αδιάκριτα βλέμματα από την ομοφυλοφιλία τόσο εκείνης, όσο κι εκείνου. Ομοφυλοφιλία, την οποία θεωρεί δεδομένη και για τους δύο ο Γουίλιαμ Μαν, στο βιογραφικό βιβλίο του, «Κate: The Woman Who Was Ηepburn», που εκδόθηκε πρόσφατα στις ΗΠΑ.


Παραθέτοντας δηλώσεις και αναμνήσεις γνωστών, φίλων και συνεργατών του ζευγαριού, υποστηρίζει πως η σχέση τους, εκτός ίσως ελαχίστων εξαιρέσεων, ήταν πλατωνική. Ταυτόχρονα με αυτή, αμφότεροι επιδίωκαν σχέσεις με άτομα του ιδίου φύλου. Εκείνη αρχικά με τη συγκάτοικό της Λόρα Χάρντινγκ (η οποία συχνά αυτοαποκαλούνταν «ο σύζυγος») ή με τη δευτεροκλασάτη τραγουδίστρια και ηθοποιό Σούζαν Στιλ, και αργότερα με την Πατρίτσια Τζάρεντ, τη δημοσιογράφο που τη συνόδεψε στην περιοδεία της στην Αυστραλία. Εκείνος, με τον Σκότι Ρίτσφορλντ – τη διασημότερη, πιο εχέμυθη και στοργική αρσενική πόρνη του Χόλιγουντ μετά το τέλος του δευτέρου παγκοσμίου πολέμου.


Ο Μαν, μάλιστα, πιστεύει πως η κρυφή ομοφυλοφιλία ήταν αυτή που οδήγησε και κράτησε παγιδευμένο τον Τρέισι στο ποτό: ερχόταν σε σφοδρή σύγκρουση με την καθολική του ανατροφή και του προκαλούσε ανυπόφορες ενοχές, τόσο για την αναπηρία του γιου του (την οποία αντιλαμβανόταν ως ουράνια τιμωρία για τις δικές του αμαρτίες), όσο και για το ενδεχόμενο να περάσει τη μεταθανάτιο ζωή του στην κόλαση. Οσο για τη Χέπμπορν, ο συγγραφέας διατείνεται πως ο μόνος λόγος που ομολόγησε μια ερωτική σχέση με τον Τρέισι ήταν επειδή φρόντιζε τόσο για την υστεροφημία της, όσο και για τη διατήρηση της δημόσιας εικόνας της. Μια εικόνα την οποία η ίδια αποκαλούσε «Το πλάσμα», πλάθοντάς την ευλαβικά, όχι μόνο για να γίνει μα και για να παραμείνει διάσημη.


Από την Κέιτ στον Σπενς
Σε ένα ντοκιμαντέρ του 1986, με τίτλο «Τhe Spencer Tracy Legacy: Α Tribute By Katharine Ηepburn» (το οποίο μπορείτε να βρείτε στο box set «Τracy & Hepburn: The Signature Collection», που κυκλοφορεί σε DVD από τη Warner Home Video), η Χέπμπορν αποκάλυψε ένα γράμμα που είχε γράψει στον Τρέισι 18 χρόνια μετά τον θάνατο του. «Το να ζεις δεν ήταν εύκολο για σένα, ε; Τι σου άρεσε να κάνεις; Να ταξιδεύεις στη θάλασσα, ειδικά με κακό καιρό. Να περπατάς – όχι δεν σου ταίριαζε. Αυτό ήταν ένα από τα πράγματα που μπορούσες να κάνεις και να σκέφτεσαι ταυτόχρονα. Γι αυτό, για εκείνο… για τι, Σπενς; Τι ήταν; Ηταν κάτι συγκεκριμένο, όπως το ότι ήσουν καθολικός κι ένιωθες κακός καθολικός;…Και το απίστευτο γεγονός ότι ήσουν, στ αλήθεια ήσουν ο σπουδαιότερος ηθοποιός… Δεν μπορούσες να μπεις στη δική σου ζωή, αλλά μπορούσες να ήσουν ένας άλλος. Ησουν ο χαρακτήρας για ένα λεπτό, δεν ήσουν εσύ, ήσουν ασφαλής. Και μετά ξανά πίσω στις δίκες της ζωής: Πάρε ένα ποτό. Ναι. Οχι. Μπορεί. Και μετά να σταματάς το ποτό – ήσουν τέλειος σε αυτό Σπενς. Μπορούσες απλά να σταματήσεις. Πόσο πολύ σε σεβόμουν γι αυτό. Αλλά γιατί αυτή η έξοδος κινδύνου; Γιατί ήταν πάντοτε ανοιχτή; Για να ξεφύγεις από τον υπέροχο εαυτό σου. Πάντοτε ήθελα να σε ρωτήσω. Ηξερες τελικά τι ήταν όλο αυτό; Ξεκουράστηκες τελικά μετά από τόση αμφιβολία στη ζωή σου; Είσαι χαρούμενος τελικά;»

ΜΟΙΡΑΣΟΥ ΤΟ