Θα θέλαμε να γράψουμε «ποιος δεν ξέρει την μουσική του Φρανσίς Λε;» από το θρυλικό ρομάντσο του '60 που έκανε όλη την Ευρώπη τότε να ερωτεύεται από την αρχή, αλλά μετά βλέπουμε τα charts του Spotify κι επανερχόμαστε στη Γη του 2025.
Όμως ήταν μια ταινία (και μια μουσική) που σφράγισε τα χρόνια της. Υπερεκτιμήθηκε, θα έλεγαν πολλοί (οι περισσότεροι κριτικοί), ωστόσο η λαοφιλία σε μια τόσο μορφικά εξεζητημένη ταινία είναι τεκμήριο μιας κάποιας σημασίας. Τώρα που έφυγε και η Ανούκ Αιμέ (παρούσα στο in memoriam των Όσκαρ 2025, παρά το ότι το αδιάβαστο IndieWire ισχυρίζεται πώς όχι – ο Ντελόν από την άλλη, ποιος είναι ο Ντελόν που θα τον βάλουμε, θα είπε η οσκαρική παρεούλα που αποφάσισε), οι μόνοι παρόντες πια από το μακρινό 1966 είναι ο ίδιος ο σκηνοθέτης της, Κλοντ Λελούς, στα 88 του πια, και ο σεναριογράφος της ταινίας, ο Πιερ Ουιτερχόφεν, για τον οποίον ομολογώ λιγοστά γνωρίζω, εκτός του ότι έχει συνεργαστεί πολύ με τον Λελούς συνολικά.
Με κάποιον τρόπο λοιπόν θα δουν την ανακαίνιση του πονήματός τους, ίσως ευκρινέστερη από ότι υπήρξε ποτέ. Η Rialto Pictures φρόντισε για αυτό και το βγάζει τον Απρίλιο. Όταν προβληθεί στο New York Film Forum στις 4 Απριλίου, ο Κλοντ Λελούς θα είναι παρών στο Q&A. Συγκίνηση, ασφαλώς.
Στην ταινία, να πούμε, ο Τρεντινιάν είναι ένας οδηγός αγώνων-χήρος μετά την αυτοκτονία της γυναίκας του και η Αιμέ, επίσης χήρα ενός κασκαντέρ που έχασε τη ζωή του σε γυρίσματα ταινίας. Συναντιούνται στο σχολείο των παιδιών τους και η αρχική νευρικότητα (λογική ανέκαθεν με το που μπορεί να έβλεπες την Αιμέ) δίνει τη θέση της σε μια ρομαντική ιστορία που σήμερα θα την αποκαλούσαμε όπως τα περισσότερα συμβάντα γύρω μας, «εμβληματική».
Η ταινία κατέκτησε Όσκαρ Πρωτότυπου Σεναρίου (κερδίζοντας το «Blow Up» του Αντονιόνι…) και την Ξενόγλωσση Ταινία (κερδίζοντας την «Μάχη του Αλγερίου» του Ποντεκόρβο…). Η ποπ επίδρασή της πάντως είναι μεγαλύτερη από κάθε ανταγωνιστή της, ακόμα και σήμερα βλέπουμε ευθείες αντανακλάσεις της σε ταινίες, κλιπ, διαφημίσεις και πάει λέγοντας.
Ιδού τρέιλερ:






