Από τη Λήδα Γαλάνου
( ! ) Αν επιμείνουμε (όπως θα έπρεπε) ότι η καρδιά ενός Φεστιβάλ και το κριτήριο για την επιτυχία του είναι οι ταινίες του, από το σώμα των ξένων ταινιών του 48ου Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης, ξεχωρίζουμε τα εξής λίγα και καλά: «Dolls» της Καρίν Μπαμπίνσκα, «Εlli Makra – 42277 Wuppertal» του Ελληνογερμανού Αθανάσιου Καρανικόλα, «ΡVC-1» του εκ Κολομβίας Ελληνα Σπύρου Σταθουλόπουλου που θαυμάσαμε ήδη από το Δεκαπενθήμερο Σκηνοθετών στις Κάννες, «Wednesday,Τhursday Μorning» του Γκρέγκορ Πάτσεκ και το γλυκύτατο και δημιουργικότατο «Αno Una» του Χονάς Κουαρόν, γιου του Αλφόνσο, ο οποίος συνδέοντας φωτογραφίες με αφήγηση και μιξάζ φυσικών ήχων κέρδισε τις εντυπώσεις. Ενδιαφέρον το φετινό τμήμα «Focus», με θέμα «Σύγχρονοι Πόλεμοι», από τις οκτώ ταινίες του οποίου, τουλάχιστον οι πέντε αποτέλεσαν σημείο συζητήσεων, γέμισαν τις αίθουσες από δυο φορές αλλά και προσέφεραν ένα τμήμα με θεματική ταυτότητα, κάτι που λείπει από τις ελληνικές κινηματογραφικές διοργανώσεις.
(« ») Συγκλονιστικά τα Masterclasses, η ακρόαση ανθρώπων που μπορούν να δώσουν στην ελληνική κινηματογραφική μιζέρια μια πολυπόθητη αίσθηση διεθνικότητας. High points ο Τζον Μάλκοβιτς (πόση πνευματικότητα μπορεί να κρύψει μία παύση;), ο Αλφόνσο Κουαρόν (γιατί κάποιοι άνθρωποι τα έχουν όλα;) και ο Τζιμ Γιαννόπουλος (όχι επειδή έχει ελληνική καταγωγή, αλλά επειδή είναι ο πρόεδρος της 20th Century Fox κι έχει το μυστικό της επιτυχίας). Προτείνουμε, ωστόσο, να ενσωματωθούν τα Masterclasses στην έκδοση μηδενικών εισιτηρίων, προκειμένου όποιοι θέλουν να τα παρακολουθήσουν να μη στριμώχνονται έξω από μια κλειστή πόρτα και να αισθάνονται ως οπαδοί του ΠΑΟΚ. Πολύ πιο χαλαρή και δημιουργική στο προσκήνιο η Δέσποινα Μουζάκη, προσεγμένες οι παρουσιάσεις των τελετών έναρξης και λήξης από τον Κωνσταντίνο Κοντοβράκη. Μικρή σημείωση: πότε θα μάθει ελληνικά ο Γιώργος Χωραφάς; Τα χαριτωμένα σαρδάμ του έγιναν πλέον τεσσάρων ετών και μοιάζουν απλώς αδέξια. Εν γένει, πάντως, οι ξένοι προσκεκλημένοι (προσθέτουμε τους Γουίλιαμ Κλάιν, Φατίχ Ακίν, Ντέιβιντ Στραθέρν, Κρις Κούπερ, Διέγο Λούνα, Ντάνι Γκλόβερ, Εϊμος Πόε, Αζια Αρτζέντο, Σαμ Ρόκγουελ) κάλυψαν και με το παραπάνω τη φετινή έλλειψη του ελληνικού τζετ σετ από τους χώρους του Φεστιβάλ.
( ^ ) Στην τρίτη του χρονιά, το τμήμα «Ημέρες Ανεξαρτησίας» παρουσιάζεται πλέον με την ταυτότητά του ακριβή και συγκεκριμένη, παρότι εσωστρεφή κι ελαφρώς ελιτίστικη. Οι καθαρές επιλογές τράβηξαν το κοινό, αν και το συγκεκριμένο τμήμα μοιάζει να μην το ενδιαφέρει ο αριθμός των θεατών που θα το ακολουθήσουν. Τίποτε από τα παραπάνω δεν είναι μεμπτό, αντιθέτως δείχνει και μια σιγουριά επιλογών. Μοναδικό σχόλιο ο κατακερματισμός του προγράμματος σε πολλές μικρές ενότητες. Εάν οι ταινίες ενσωματώνονταν στον κορμό, η εικόνα θα ήταν πιο συμπαγής και ο θεατής λιγότερο μπερδεμένος.
( , ) Τιμές, πανηγύρια και χαρές. Ενώ το Φεστιβάλ φέτος είχε πραγματικά προσκεκλημένους διεθνούς βεληνεκούς -κάποιους, μάλιστα, ιστορικής σημασίας για τον κινηματογράφο- η πληθώρα τιμητικών Χρυσών Αλεξάνδρων που αντάλλαξαν χέρια έκανε το Φεστιβάλ να μοιάζει με σπασικλάκι που πηγαίνει δώρα στο δάσκαλο. Ο Σαμ Ρόκγουελ ήρθε στη Θεσσαλονίκη για να παρουσιάσει τη «Δολοφονία Του Τζέσε Τζέιμς Από Τον Δειλό Ρόμπερτ Φορντ» και έκανε διακοπές στο Μακεδονία Παλλάς οτιδήποτε παραπάνω μοιάζει με υποτέλεια. Ομοίως ο Διέγο Λούνα, η Αζια Αρτζέντο, ακόμα και ο Εϊμος Πόε. Η απονομή του τιμητικού Χρυσού Αλεξάνδρου άρχισε να χάνει τη σημασία του και να φαίνεται ότι απλώς γεμίζει τρύπες του προγράμματος.
( []) Το κρυφό μυστικό της Αποθήκης Οκτώ καλό θα ήταν να ξεσκεπαστεί. Balcan Fund και Crossroads είναι δύο από τα sidebars του Φεστιβάλ που σιγά σιγά το οδηγούν σε συγχρηματοδοτήσεις ταινιών, σε μια ενδιαφέρουσα αγορά και σε μία έμπρακτη επαφή με τον έξω κόσμο. Το κοινό δεν έχει θέση εκεί, οι δημοσιογράφοι δεν έχουν ενδιαφέρον γι αυτό, αλλά στην πραγματικότητα είναι το μόνο σημείο απ όπου το Φεστιβάλ κοιτάζει πραγματικά στο μέλλον.
( : ) Γλυκιά καταδίκη μοιάζει για το Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης ο ρόλος του τελετάρχη του ελληνικού κινηματογράφου. Οικονομικά συνδεδεμένο με το υπουργείο Πολιτισμού, οργανικά με τα Κρατικά Βραβεία, το Διεθνές Φεστιβάλ φυλακίζεται στο συνδικαλισμό και τη θλιβερή μικροπρέπεια της ελληνικής κινηματογραφικής βιοτεχνίας. Ετσι, για παράδειγμα, φάνηκε άκομψο, αγενές και άτοπο, στην τελετή λήξης του Φεστιβάλ οι παριστάμενοι καλλιτέχνες, από τον Τζον Σέιλς ως τον Ντάνι Γκλόβερ, να ακούν σε μετάφραση τον πρόεδρο της ΠΕΚΚ, Ανδρέα Τύρο, να καταφέρεται εναντίον του οικοδεσπότη του με ειρωνεία και κλαδικό κυνισμό. Αν τόσο πολύ η ΠΕΚΚ απεχθάνεται το Φεστιβάλ, ας δίνει το βραβείο της στην Αθήνα, σε μια δική της διοργάνωση, που να την πληρώνει κιόλας. Μοναδικό ενδιαφέρον στο φετινό πρόγραμμα: τρεις από τις νέες ταινίες, το «Valse Sentimentale» της Κωνσταντίνας Βούλγαρη, οι «Κλέφτες» του Μάκη Παπαδημητράτου και η «Διόρθωση» του Θάνου Αναστόπουλου. Μετρημένα σχολίασε ο Αναστόπουλος, βλέποντας ότι κέρδισε το κοινό και την κριτική με την ταινία του, το γεγονός ότι το Ελληνικό Κέντρο Κινηματογράφου απέρριψε την αίτησή του για χρηματοδότηση και βιάστηκε ο πρόεδρος του Ε.Κ.Κ., Γιώργος Παπαλιός, να δικαιολογηθεί σε συνέντευξη, λέγοντας ότι «δυστυχώς δεν την εγκρίναμε, έπρεπε να την έχουμε προσέξει περισσότερο, είμαστε πρόθυμοι να επανορθώσουμε έστω και τώρα». Επικίνδυνα λόγια. Αφενός, το Ε.Κ.Κ. τώρα οφείλει, πράγματι, να επανορθώσει, μια και το ανακοίνωσε ο πρόεδρός του. Αφετέρου, αν το Ε.Κ.Κ. έκανε λάθος και απέρριψε τη «Διόρθωση», πώς να ξέρουμε αν η απόρριψη και άλλων σεναρίων δεν ήταν επίσης λάθος; Και η χρηματοδότηση του «Εl Greco» τι ήταν; Σωστή;
(… ) Ως προς το Digital Wave, η πρόθεση ήταν ένα ειδικό τμήμα για ταινίες φτιαγμένες με ψηφιακά μέσα, το αποτέλεσμα ήταν μια εντεκάδα πολύ χαμηλού επιπέδου ταινιών που κερδίζουν κύρος από την ενσωμάτωσή τους στο Φεστιβάλ και από το γεγονός ότι το βραβείο του τμήματος αποτελούν 15.000 ευρώ εκ μέρους του Ε.Κ.Κ. Ζητείται άμεση αναθεώρηση.
( , ) Στη μνήμη του Σωτήρη Μουστάκα: γεμάτο νεκρολογίες ήταν το φετινό Φεστιβάλ, μια και αποφάσισε να προσφέρει το πακέτο «προβολή – βραβείο – έκδοση» σε όλους τους σημαντικούς κινηματογραφιστές που έφυγαν πρόσφατα από κοντά μας με αποτέλεσμα η λάμψη της διοργάνωσης να σκιάζεται από ένα σύννεφο παρελθόντος. Κι αν όλα αυτά είναι αναμενόμενα και απαραίτητα, ας σημειώσουμε ότι η διάκριση που έκανε το Φεστιβάλ στον ηθοποιό Σωτήρη Μουστάκα έμοιαζε κομπλεξική: εφόσον επέλεξε να τιμήσει τον σπουδαίο κωμικό ηθοποιό, γιατί η ταινία με την οποία μας θύμισε το ταλέντο του ήταν ο «Αλέξης Ζορμπάς»; Πιστεύουμε στ αλήθεια ότι ο μικρός του ρόλος εκεί είναι το απόσταγμα των ικανοτήτων του; Ή ότι οι υπόλοιπες ταινίες του θα εκθέσουν το κύρος του προγράμματος; Για όσους αγάπησαν τον Σωτήρη Μουστάκα, η τιμή έμοιαζε δυστυχώς με περιφρόνηση.
( . ) Πολύχρωμα τα βράδια του Φεστιβάλ, με ποτά και πηγαδάκια ανάμεσα στις καλύτερες παρέες: dj sets από τον Φατίχ Ακίν (αν και στο συγκεκριμένο πάρτι, η δυσφορία και ο συνωστισμός υπερίσχυσαν της μουσικής) και την (μουσικά απρόβλεπτη) Αζια Αρτζέντο. Πάρτι στο «Sante» από τις «Ημέρες Ανεξαρτησίας» και, φυσικά, το πάρτι του περιοδικού Σινεμά που συγκέντρωσε μερικούς από τους πιο συμπαθείς φεστιβαλιστές (βλ. δεξιά) και τράβηξε ως το πρωί. Πάντα τέτοια!
+1ακόμη στίξη
Αν ηθοποιός σημαίνει φως, τότε το φετινό Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης υπολειπόταν ενός καλού πυροτεχνουργού. Για να είμαι πάντως ειλικρινής, δε νομίζω ότι το πρόβλημα είναι ηλεκτροτασικό. Αλλωστε δεν μπορεί τη μία χρονιά να διαμαρτυρόμαστε περί αβάσταχτης φεστιβαλικής πληθωρικότητας και την άλλη να καραδοκούμε σαν αρπακτικά για το παραμικρό ίχνος μιζέριας. Εντάξει, μπορεί κανείς να μην ήξερε τι ώρα ήταν εκείνη η συναυλία της Εϊπριλ Μαρτς (ήταν όμως ωραία η αφίσα!) και να μην βρίσκαμε θέση στα Masterclasses (ήταν όμως καλοί οι εισηγητές), μπορεί όταν πήγαμε στην έκθεση του Κλάιν να έπεφταν από παντού μπάζα λόγω εσπευσμένης αποκαθήλωσης περασμένων καλλιτεχνημάτων (είχε όμως ωραίο στήσιμο), αλλά για να πάνε όλα κατ ευχήν πρέπει να το θέλουν και τα άστρα, και φέτος δεν το θέλανε καθόλου. Το πρόβλημα, ωστόσο, δεν βρίσκεται στις επιμέρους τεχνικές αδυναμίες αλλά στην αδικαιολόγητη πολυσυλλεκτικότητα του προγράμματος που θυμίζει πλέον λαϊκή αγορά, ακόμα κι όταν μειώνεται αισθητά σε όγκο. Οταν ο κάθε προγραμματιστής ακυρώνει το συλλογικό χαρακτήρα της διοργάνωσης φιλοδοξώντας να εγκαινιάσει το δικό του φεστιβάλ εντός του φεστιβάλ, τότε λογικό είναι το κοινό να κινείται με πόλο έλξης τα κεντρικά αφιερώματα και να επισκέπτεται τυχαία όλα τα υπόλοιπα, όταν δεν βρίσκει εισιτήριο για τίποτα άλλο. Το θέμα δεν είναι γιατί γεμίζει η αίθουσα, αλλά με τι. Η επιλογή ταινιών δείχνει πλέον να αδιαφορεί πλήρως για το κοινό της, αποσκοπώντας σε εισαγόμενους επαίνους και διεθνή εύσημα που σε τίποτα δεν ωφελούν τον απλό φεστιβαλιστή και το πορτοφόλι του. Δια του λόγου το αληθές, βρέθηκα (επίτηδες) σε ιδιάζον γιαπωνέζικο αριστούργημα φαντασίας που όμοιό του καιρό είχαν να δουν τα μάτια μου, όπως καιρό είχα να δω και τόσο παγωμένους θεατές σε μεταμεσονύχτια προβολή. Ευτυχώς που η bad cop/good cop ρουτίνα που ερμηνεύουν επιτυχώς τα τελευταία δύο χρόνια ο συμπαθέστατος κ. Χωραφάς και η αποστασιοποιημένη κ. Μουζάκη συνεχίζει να προκαλεί μειδίαμα, ανεξάρτητα από το επίπεδο των ταινιών που το περιτριγυρίζουν.
Μήπως τελικά φταίει το γεγονός ότι περισσότερη βαρύτητα δίνεται στους ανθρώπους που συνοδεύουν τις ταινίες και όχι στις ταινίες που πλαισιώνουν τους ανθρώπους; Δέσποινα Παυλάκη





