• ΝΕΑ
  • ΤΑΙΝΙΕΣ
  • ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ
  • ΠΡΟΣΕΧΩΣ
  • ΝΥΧΤΕΣ ΠΡΕΜΙΕΡΑΣ
  • ATHENS OPEN AIR
  • ΤΑΙΝΙΟΘΗΚΗ

  • AOAFF 2026
  • ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ
  • ΑΤΖΕΝΤΑ
NEWSLETTER

10 χρόνια Marvel Cinematic Universe: Από τον ενθουσιασμό στον κορεσμό

7 Μάι 2018 | Θέματα | 0 comments

Το πιο πετυχημένο κινηματογραφικό franchise των '10s έκλεισε αυτόν το μήνα 10 χρόνια ζωής και ολοκληρώνει του χρόνου έναν μεγάλο κύκλο πριν προχωρήσει σε διαφορετικές κατευθύνσεις. Τι πραγματικά όμως αφήνει πίσω του πέρα από απανωτά ρεκόρ εισπράξεων και υπερπροσφορά ανάλαφρων δίωρων; 
ΜΟΙΡΑΣΟΥ ΤΟ

Τον Μάιο του 2008, σε ένα Χόλιγουντ που περίμενε με ανυπομονησία να βυθιστεί στον σκοτεινό κόσμο του «Dark Knight», η Marvel ξεκινούσε μια οργανωμένη προσπάθεια ώστε να λανσάρει σιγά σιγά τους Εκδικητές της στο σινεμά, χωρίς όμως να έχει την εμπειρία για το πως ακριβώς μπορεί να γίνει με επιτυχία κάτι τέτοιο. Το εγχείρημα ξεκίνησε το 2004, όταν η εταιρία πέτυχε παράλληλες συμφωνίες με τον τραπεζικό κολοσσό Merrill Lynch και την Paramount για χρηματοδότηση και διανομή αντίστοιχα δικών της ταινιών, ώστε να μην κερδίζει μόνο από τα δικαιώματα των χαρακτήρων αφήνοντας την κινηματογραφική τύχη τους σε άλλους.
 
Η πρώτη ταινία που θα αποτελούσε την αφετηρία για αυτό που σύντομα ονομάστηκε Marvel Cinematic Universe, ήταν το «Iron Man» με πρωταγωνιστή τον Ρόμπερτ Ντάουνι Τζούνιορ, απαλλαγμένο από προβλήματα και δαίμονες του παρελθόντος, έτοιμο να στηρίξει με όλες του τις δυνάμεις μια υπερπαραγωγή. Απέναντι στο σκοτάδι του Γκόθαμ και την τραγική κατάληξη του Χιθ Λέτζερ, ο «Iron Man» ήταν μια κουλ φιγούρα, αστείος, είρωνας, ευφυής και playboy, με ένα οικογενειακό παρελθόν όμως που μπορούσε να σηκώσει μια δυνατή ιστορία και με τον Ντάουνι Τζούνιορ να δείχνει αρκετά άνετος στο να τον υποδυθεί. Με τις φιλότιμες προσπάθειες του Τζον Φαβρό, το φιλμ ήταν μια απενοχοποιημένη απόλαυση, ενώ έναν μήνα μετά, η action μετατροπή του «Incredible Hulk», το οποίο πήρε αποστάσεις από τη δουλειά του Ανγκ Λι στο «Hulk» του 2003, έδειχνε πως μια νέα δύναμη έρχεται να κυριαρχήσει στα κινηματογραφικά ταμεία. 

Τα υπόλοιπα είναι λίγο-πολύ γνωστά και σήμερα παρακολουθούμε τη γιγαντιαία επιτυχία του «Avengers: Infinity War», με το καλύτερο άνοιγμα όλων των εποχών και τη σπιντάτη διαδρομή προς το 1 δισ. δολάρια παγκοσμίως, μια ταινία που ξεπερνά τα κινηματογραφικά όρια και ως event movie πλέον γίνεται βασικό θέμα συζήτησης σε όλο τον κόσμο. Το συγκεκριμένο ήταν το 19ο φιλμ που ανήκει στη σειρά MCU (δε  βάζουμε μέσα και τις τηλεοπτικές σειρές), ενώ άλλα τρία που προβληθούν ως τον Μάιο του 2019 θα κλείσουν έναν μεγάλο κύκλο για το σύμπαν, σύμφωνα πάντα με την κεφαλή του στούντιο, τον Κέβιν Φέιτζι, που δήλωσε πρόσφατα πως το επόμενο φιλμ των Avengers θα αποτελεί το τέλος μιας εποχής και την ανατολή μιας καινούριας. 

Καθοριστικό σημείο στην παγκόσμια επιτυχία του MCU ήταν  η συμφωνία των Marvel Studios με τη Disney στο τέλος του 2009. Ως περήφανο μέλος ενός πανίσχυρου στούντιο, η Marvel μπήκε σε μια λογική επανασχεδιασμού με βάση φιλοδοξίες που δεν είχαν πια ταβάνι, καθώς ένας στρατός επιθετικού μάρκετινγκ θα συνόδευε το κάθε φιλμ μαζί με τον αναπόφευκτο «ποιοτικό έλεγχο» του περιεχομένου που θα στόχευε σε όλο και μεγαλύτερο εύρος κοινού. Από τότε το σύμπαν παράγει πλέον τουλάχιστον 2 ταινίες το χρόνο, απόλυτα πετυχημένες εμπορικά που από ένα σημείο και έπειτα συναγωνίζονται η μία την άλλη σε πρωτιές. Η πρώτη και λογική έκρηξη ήρθε το 2012 με το πρώτο «Avengers» του (θαυματοποιού τότε) Τζος Γουίντον το οποίο έκλεινε έναν αρχικό κύκλο ιδεών και ενθουσιασμού συνδυάζοντας δράση με ένα ελαφρύ κλίμα όπου οι χαρακτήρες σώζουν μεν τον κόσμο αλλά παράλληλα κάνουν συνεχώς αστειάκια μεταξύ τους, μια νόρμα που έγινε σήμα κατατεθέν του σύμπαντος τα επόμενα χρόνια. 

Για πολλούς το «Avengers» είναι η ταινία που παίρνει από το χεράκι όλο τον προγραμματισμό του στούντιο και οδηγεί το σύμπαν στη γιγάντωση με ό,τι αυτό συνεπάγεται. Για τον γράφοντα η σαρωτική στιγμή, που δείχνει το δρόμο για την αλλαγή, έρχεται έναν χρόνο αργότερα με την κυκλοφορία του «Iron Man 3», μιας ταινίας που πιθανά να οφείλεται για πολλές από τις παθογένειες του σύμπαντος σήμερα, αν και ειρωνικά είναι μία από τις καλύτερές του, σίγουρα η πιο διασκεδαστική. Το φιλμ του Σέιν Μπλακ είχε τόση πλάκα ώστε να δικαιολογεί πολλές σκηνές ανεξήγητης φασαρίας και άσκοπου περιεχομένου που διαγράφεται στη στιγμή από το μυαλό του θεατή και η αδιανόητη επιτυχία του (έβγαλε περισσότερα από όσα τα 2 προηγούμενα «Iron Man» μαζί) έδειχνε εμφατικά τη συνταγή που πρέπει να ακολουθηθεί και η οποία τηρείται κατά γράμμα ως σήμερα. Τότε ήταν που και ένα μεγάλος μέρος της παγκόσμιας κριτικής αγκάλιασε με θέρμη την όλη ιδέα του σύμπαντος (ειδικά από τη στιγμή που, ένα μήνα μετά, το αντίπαλο «Man of Steel» μόνο πλάκα δεν είχε) και άρχισε να αναλώνεται στη λογική του «η Marvel ξέρει από», συμπληρώνοντας μετά ό,τι θέλετε – αφήγηση, χιούμορ, χτίσιμο χαρακτήρα, easter eggs. Από τότε η εταιρία έχει σχεδόν ασυλία από την κριτική, ειδικά στις ΗΠΑ, με τις ταινίες της κάθε φορά να συνοδεύονται από όλο και πιο βαρύγδουπους χαρακτηρισμούς στις επικεφαλίδες, που σπανίως δικαιολογούνται στο υπόλοιπο κείμενο, λες και δε θα το διαβάσει κανείς. 

 

Ενώ λοιπόν ως το 2013 ένα ανθρώπινο μυαλό που είχε δει από μια φορά κάθε ταινία μπορούσε ακόμη να τις διαχωρίσει, πέντε χρόνια και κάποια δισεκατομμύρια κέρδη αργότερα η ομοιογένεια στη δομή και την αφήγηση των ταινιών είναι υπόδειγμα πειθαρχίας στις εντολές της παραγωγής. Γράφτηκε πολλές φορές στο παρελθόν, όπως και τώρα ως μεγάλο ατού του σύμπαντος, πως οι ταινίες αγαπιούνται γιατί μοιάζουν να έχουν γυριστεί όλες μαζί, την ίδια περίοδο, από τους ίδιους ανθρώπους. Αυτή ακριβώς η γραμμή παραγωγής του αυτόματου πιλότου είναι που οδηγεί σε ένα είδος κορεσμού και θα έπρεπε να αντιμετωπίζεται όχι με θαυμασμό αλλά το λιγότερο με προβληματισμό. Οι σκηνοθέτες παίζουν όλο και συχνότερα το ρόλο του overpaid tool, όπως σατιρικά έγγραφαν οι τίτλοι αρχής του «Deadpool», λειτουργώντας αποκλειστικά ως εξισορροπιστές, εξαφανισμένοι πίσω από μια σειρά αυστηρών κανόνων και αναγκών όπως τη συνύπαρξη διαφορετικών χαρακτήρων και την ένωση ταινιών που φαινομενικά δεν έχουν κάτι κοινό. Κανένα στούντιο δε θα πει στον σκηνοθέτη του «κάνε μου μια ταινία ανάλαφρη και διασκεδαστική που να ξεχνιέται εύκολα», όμως οι δεδομένοι κανόνες, η σκληρή γραμμή και οι εκτός περιεχομένου ανάγκες όπως να διαφημίζεται μέσα σε μια ταινία η επόμενη, δημιουργούν τις απαραίτητες συνθήκες για κάτι τέτοιο. Πέρα από τα origin stories που από τη φύση τους μπορούν να δώσουν φρεσκάδα και έξτρα ενδιαφέρον (όπως έκανε πχ το «Doctor Strange»), όλο το υπόλοιπο υλικό μοιάζει ενοχλητικά όμοιο.

Η Marvel στα χρόνια που μόνο οι υπερπαραγωγές σταματούν το κοινό από το να μιλά στις παρέες και τα social media για τηλεοπτικές σειρές, γύρισε πίσω τον χρόνο στην εποχή των κινηματογραφικών σειρών που μεσουρανούσαν μέχρι την εφεύρεση της τηλεόρασης. Κάθε της ταινία μοιάζει περισσότερο με preview της επόμενης, καμία δεν είναι αρκετά κακή για να της επιτεθείς (αλλά ούτε αρκετά καλή για να τη θυμάσαι) και όλες βασίζονται σε ένα ανάλαφρο κλίμα που επιτυγχάνεται κυρίως μέσα από έναν καταιγισμό από αστεία, πεταμένα σε στιγμές που όλο το σκηνικό φλέγεται και κάποιος πλανήτης καταστρέφεται, απαιτώντας από το κοινό να αναλογιστεί τη σοβαρότητα των όσων συμβαίνουν την ίδια στιγμή που κάνει ότι μπορεί για να την καταργεί. Το περιεχόμενο απλά ρέει, οι ήρωες δεν εξελίσσονται αλλά περιφέρονται για τα μάτια θεατών που, προς το παρόν, δεν έχουν πρόβλημα να τους βλέπουν να κάνουν τα ίδια για άλλα 10 χρόνια, από τη στιγμή που το μάρκετινγκ αναλαμβάνει δράση και βομβαρδίζει με άρθρα και προβληματισμούς όπως ποιος από τους τάδε 2 είναι δυνατότερος ή τι μπορεί να σημαίνει η post-credits σκηνή ενός φιλμ και πως συνδέεται με μια αντίστοιχη του άλλου, λεπτομέρειες δηλαδή που αντικαθιστούν σε σημασία το ζουμί του περιεχομένου.

Το σημαντικότερο όμως πρόβλημα, που σχετίζεται και με τη μορφή που θα έχει το εμπορικό σινεμά τα επόμενα χρόνια, είναι πως αυτό το μοντέλο οφείλει τη μεγάλη επιτυχία του (και) στην ανυπαρξία κάποιου άλλου. Η Disney ελέγχοντας και το «Star Wars» μοιραία θα το οδηγήσει σε μια αντίστοιχη κατεύθυνση, με υπερπροσφορά περιεχομένου που θα συρρικνώσει τη μακροχρόνια απήχησή του, την ίδια ώρα που η Warner μετά τον Νόλαν δεν ξαναβρήκε ποτέ ισορροπίες στον κόσμο της DC ενώ μόνο η Universal φαίνεται να μην παραδίνεται στην ιδέα των ενωμένων κόσμων, δοκιμάζοντας μόνο να κάνει κάτι τέτοιο με τα γνωστά τέρατά της σε ένα project που μάλλον τέλειωσε πριν αρχίσει λόγω της αποτυχίας της «Μούμιας». Κανείς πάντως δε φαίνεται να ενδιαφέρεται για την υστεροφημία όσων παράγει. Οι ταινίες-tentpoles, όπως ονομάζονται πλέον, μοιάζουν με διαστημόπλοια που συγκλονίζουν τον κόσμο για ένα περίπου μήνα και μετά φεύγουν ξαφνικά, με την όποια αναφορά σε αυτά να ισοδυναμεί με old news. Σε αυτές τις συνθήκες, η Marvel περηφανεύεται πως έχει τα μεγαλύτερα αλλά προσπαθεί να τα στέλνει όσο πιο μακριά γίνεται όταν παλιώσουν για να φέρει καινούρια.

Κλείνοντας, το κείμενο αυτό δεν αφορά τη στερεοτυπική συζήτηση περί εμπορικού και καλλιτεχνικού κινηματογράφου, ούτε προσπαθεί να συγκρίνει το «Thor:Ragnarok» με την «Έβδομη Σφραγίδα». Τα όσα γράφονται αφορούν κυρίως την εύλογη απορία για την απουσία στίγματος του πιο πετυχημένου franchise αυτής της δεκαετίας στα κεφάλια όσων το έστειλαν στην κορυφή και την αμφισβήτηση για την αντοχή του στον μοναδικό κριτή που δε μπορεί να υποβαθμίσει κανείς, τον χρόνο. Μιλώντας με αντίστοιχους όρους, την εξαετία 1977-1983 βγήκαν 3 ταινίες που στιγμάτισαν τόσο πολύ τη γενιά τους, ώστε περίπου 40 χρόνια αργότερα, ένας μεγάλος αριθμός μεσήλικων έφευγε με δάκρυα από το «Force Awakens», μολονότι καταλάβαινε μέσα του πως έβλεπε μια ελαφρώς αλλαγμένη μορφή του «New Hope» – η νοσταλγία της παιδικής ηλικίας όμως χτυπούσε κόκκινο. Σήμερα, στην εξαετία 2013-2019 γυρίστηκαν και θα γυριστούν συνολικά 16 ταινίες του MCU. Ακόμη και τώρα, αν δείξεις σε ένα μεγάλο μέρος του κοινού του μια τυχαία σκηνή από αυτές, μπορεί να γελάσει ή να θυμηθεί πως και τότε που την πρωτοείδε γέλασε, αλλά μπορεί να μη θυμάται από ποια ταινία είναι, όταν αυτές μοιάζουν με επεισόδια. Τι θα θυμάται λοιπόν όταν φτάσουμε στο 2050 και ποια θα είναι η ανάμνησή του από το (εμπορικό) σινεμά της δεκαετίας αυτής; 

ΜΟΙΡΑΣΟΥ ΤΟ