Για έναν σκληρό μικρόκοσμο σαν αυτό του Χόλιγουντ, όπου η ηλικία επηρεάζει τις επιλογές καριέρας μιας ηθοποιού (εκτός αν είσαι η Μέριλ Στριπ ή η Τζούλιαν Μουρ ξέρω ‘γω), η Κρίστεν Στιούαρτ μοιάζει να «υποφέρει» απ’ την ακριβώς αντίθετη «ασθένεια»: δε λέει να μεγαλώσει με τίποτα. Είναι ήδη 27, βρίσκεται στο χώρο ουσιαστικά απ’ τα 12 και το «Δωμάτιο Πανικού» (2002) του Φίντσερ, κι όμως το παρουσιαστικό της φαντάζει σχεδόν απαράλλαχτο. Λες και τη δάγκωσε ένα απ’ αυτά τα ανεκδιήγητα βαμπίρ των «Twilight», της επιτυχημένης όσο και επιεικώς άθλιας saga (εξαιρείται μόνο η πρώτη ταινία απ’ τον χαρακτηρισμό) που την έκανε παγκόσμια φίρμα, αλλά και που σχεδόν την τέλειωσε στα μάτια πολλών ως «σοβαρή» περίπτωση πρωταγωνίστριας.
Αποτελεί κοινή παραδοχή πως τα «Twilight» εξελίχθηκαν για την νεαρή Αμερικανίδα σε ευχή και κατάρα. Ό,τι κι αν αποκόμισε απ’ αυτά, αναγνωρισιμότητα ή χρήμα, εξακολουθεί να την κατατρύχει το γενικευμένο ανάθεμα για την ερμηνεία της εκεί, το χαμένο της βλέμμα, το μονίμως ανοιχτό της στόμα και άλλα τέτοια όμορφα. Με τη διαφορά πως η Στιούαρτ πληρώνει το τίμημα των «Twilight» πολύ πιο ακριβά από κάθε άλλον συμπρωταγωνιστή της.
Στην ίδια σειρά ταινιών συμμετείχαν θυμίζω η Άννα Κέντρικ αλλά και ο Μάικλ Σιν, ο οποίος μάλιστα εμφανίστηκε κακός σε βαθμό γελοιοποίησης. Κανείς απ’ τους δύο παραπάνω σημαντικούς ηθοποιούς δε σταυρώνεται ακόμα – και ευτυχώς εδώ που τα λέμε – για αυτή τους την αποκοτιά. Για κάποιο λόγο όμως η Στιούαρτ εξακολουθεί να κουβαλά για πολλούς εκεί έξω τη ρετσινιά των άθλιων «Twilight». Ανάλογη δυσπιστία αντιμετωπίζει θυμίζω και η Αν Χάθαγουεϊ με πολύ κόσμο να δυσκολεύεται χαρακτηριστικά να την πάρει στα σοβαρά έχοντας κολλήσει στην πρώτη, ενοχλητικά ζαχαρένια εντύπωση των «Princess Diaries» και όχι σε διακεκριμένες ερμηνείες που ακολούθησαν σαν εκείνη στο «Η Ρέιτσελ Παντρεύεται» του μακαρίτη Τζόναθαν Ντέμι.
Γερό χαστούκι στους επικριτές της Στιούαρτ άστραψε φυσικά το βραβείο Σεζάρ Β’ γυναικείου ρόλου για «Τα Σύννεφα του Σιλς Μαρία» (2014) του Ολιβιέ Ασαγιάς, που για πολλούς ήρθε ουρανοκατέβατο. Η τιμή απ’ τα λεγόμενα «γαλλικά Όσκαρ» ήταν μάλιστα ιστορικής σημασίας, καθώς η Κρίστεν έγινε έτσι η πρώτη Αμερικανίδα ηθοποιός που προτείνεται για τη συγκεκριμένη κατηγορία και μαζί η πρώτη που προτείνεται για ανάλογο βραβείο ερμηνείας γενικά, απ’ την Τζούλια Μιγκένες για το «Carmen» του ‘84.
Όμως οι βραβεύσεις είναι ένας προφανής τρόπος να υπερασπιστείς κάποιον. Και για να μιλήσω προσωπικά, θα πω πως κατά την ταπεινή μου γνώμη μου η περίπτωση της Κρίστεν Στιούαρτ είναι ξεχωριστή: διαθέτει ένα όμορφο, ιδιαίτερο παρουσιαστικό που δεν το ξεχνάς εύκολα και το οποίο προσφέρεται για διάφορους πειραματισμούς και χαμαιλεοντιλίκια, ενώ η ίδια δε χάνει ευκαιρία να δοκιμάσει τα όριά της και να το αξιοποιεί όποτε και όπως μπορεί.
Έτσι την έχουμε δει στα χακί να υποδύεται τη σκληραγωγημένη φρουρό του Γκουαντάναμο στο «Camp X-Ray», με την ίδια άνεση που υποδύθηκε τη λίγο σέξι, κουλ και μαζί απόμακρη πιτσιρίκα στο «Adventureland», κλέβοντας την καρδιά του συμπρωταγωνιστή της Τζέσι Άιζενμπεργκ. Όσο από ποικιλία ρόλων, άλλο τίποτα. Έχει ροκάρει ως Τζόαν Τζετ στο «The Runaways», έχει παίξει τη στρίπερ στο «Welcome to the Rileys», έχει γίνει ατίθασο νιάτο στην κατά Σάλες εκδοχή του εμβληματικού «Στο Δρόμο» του Κέρουακ, ενώ φυσικά έχει διακριθεί υποδυόμενη την κόρη μιας εκπληκτικής Τζούλια Μουρ στο δραματικό «Still Alice».
Πέραν όμως της ποικιλομορφίας των ρόλων που έχει αναλάβει σε μόλις 15 χρόνια καριέρας, η Στιούαρτ έχει κάθε λόγο να υπερηφανεύεται για τις ουκ ολίγες συνεργασίες της με σημαντικούς δημιουργούς. Πλάι στους Φίντσερ, Σάλες και Ασαγιάς που ήδη αναφέραμε (πρωταγωνιστεί και στην άνιση είναι η αλήθεια «Βοηθό» του τελευταίου), δεν γίνεται να παραβλέψουμε τόσο τον Γούντι Άλεν που την καθοδήγησε πέρυσι στο «Cafe Society» πλάι στους Άιζενμπεργκ και Καρέλ, όσο και την Κέλι Ράιχαρντ, μια απ’ τις σημαντικότερες και πιο τολμηρές σκηνοθέτιδες αυτή τη στιγμή, με την οποία συνεργάστηκε για χάρη του μεστού, σύγχρονου δράματος «Certain Women». Αν μη τι άλλο, κάτι πρέπει να λέει για την αξία της το γεγονός πως την έχουν στο ραντάρ τους δημιουργοί αυτού του διαμετρήματος.
Αντί επιλόγου, ας πω στο σημείο αυτό πως αν κάτι λείπει χαρακτηριστικά απ’ την καριέρα της Στιούαρτ, είναι η αναμέτρησή της με το είδος της κωμωδίας. Για μια τολμηρή ηθοποιό του δικού της τσαγανού, το να δοκιμάστει επιτυχώς και σε αυτό το πεδίο, ενδεχομένως και να αποτελέσει το κλειδί προκειμένου να πείσει και τους πλέον δύσπιστους, ξεμπερδεύοντας μία και καλή με τα φαντάσματα του παρελθόντος.






