Με την προηγούμενή σου ταινία κερδίζεις την εύνοια των κριτικών, του κοινού και της Ακαδημίας. Με τηΝ επόμενη θέλεις απλά να συνεχίσεις με κάτι διαφορετικό. Από την ΠΟΛΗ ΤΟΥ ΘΕΟΥ στον ΕΠΙΜΟΝΟ ΚΗΠΟΥΡΟ, ο ΜεΪρέλες παραμένει, μολαταύτα, ο ίδιος σεμνός σκηνοθέτης.
Συνέντευξη στον Λουκά Κατσίκα
«Η ενασχόλησή μου με την ταινία έγινε εντελώς τυχαία», εξομολογείται σε μία από τις πρώτες του κιόλας κουβέντες. «Εκανα την έρευνά μου για ένα φιλμ το οποίο σκόπευα και ακόμη σκοπεύω να γυρίσω σε διάφορα μέρη του κόσμου και ταξίδεψα με τον σεναριογράφο μου στις εφτά ηπείρους, όπου υποτίθεται ότι θα λάμβανε χώρα η ιστορία μας. Καθώς μία από τις πλοκές της ταινίας εκτυλίσσεται στην Κένυα, έφτασα εκεί και άρχισα να εξερευνώ την περιοχή για δυο εβδομάδες. Επιστρέφοντας στο Λονδίνο έπεσε στα χέρια μου το σενάριο για τον Επίμονο Κηπουρό. Το διάβασα, μου άρεσε, όμως αρχικά δεν με ενδιέφερε γιατί βρισκόμουν ήδη απορροφημένος από κάτι άλλο. Επρόκειτο παρ όλα αυτά για ένα σχέδιο που μπορούσε να ξεκινήσει γυρίσματα άμεσα, να γίνει γρήγορα και να πραγματοποιηθεί στην Κένυα, την οποία ήθελα οπωσδήποτε να συμπεριλάβω στα μέρη όπου θα μου άρεσε να γυρίσω μια ταινία. Με αυτή την προοπτική δέχτηκα κι εγώ, αναβάλλοντας προς το παρόν την άλλη δουλειά μου».
Με την καινούργια του δημιουργία, ο χαμογελαστός Βραζιλιάνος σκηνοθέτης επιχειρεί, όπως ισχυρίζεται, τη δική του μικρή αλλαγή πλεύσης. «Ποτέ δεν σκέφτηκα να κάνω μια ταινία στην οποία να ακολουθώ έναν μοναχά χαρακτήρα στην πορεία που σημειώνει από την αρχή μέχρι το τέλος. Δεδομένου ότι τόσο η Πόλη Του Θεού, όσο και η επόμενη ταινία μου αφιερώνονται σε πλειάδα ιστοριών και μια ολόκληρη σειρά από ήρωες, ο Κηπουρός πρόσφερε μια τέλεια ευκαιρία για να δοκιμάσω κάτι διαφορετικό και πιο πειθαρχημένο σε πλοκή. Επειδή, όμως, εμένα δεν μου αρέσει η πειθαρχία, διάλεξα τη μέθοδο του παιχνιδιού με τον χρόνο και με τα συνεχή φλασμπάκ, ώστε να δώσω στο φιλμ περαιτέρω δυναμική και μια πιο σύνθετη όψη».
Πολλοί έχουν περιγράψει τις σκηνοθετικές μεθόδους του ως κάτι αντίστοιχο του απόλυτου αυτοσχεδιασμού και ίσως να έχουν σε μεγάλο βαθμό δίκιο. Ακόμη κι ο ίδιος ο Μεϊρέλες φαίνεται, άλλωστε, να συμφωνεί. «Γυρίζουμε ένα φιλμ επιστρατεύοντας έναν όσο το δυνατόν πιο ελεύθερο και αυθόρμητο τρόπο. Επικαλούμαστε τη φυσικότητα και το ρεαλισμό του ντοκιμαντέρ, γιατί δεν θέλουμε να επεμβαίνουμε και να αλλοιώνουμε τα δρώμενα, αναζητώντας την τέλεια γωνία λήψης ή το πιο πετυχημένο πλάνο. Εμένα μου αρέσει να χάνω διαρκώς τον έλεγχο, αν αυτό μπορεί να μου εξασφαλίσει μεγαλύτερη αμεσότητα και αυθεντικότητα».
Δεδομένου ότι ο Επίμονος Κηπουρός αποτελεί ένα από τα δριμύτερα και πιο οργισμένα βιβλία του Τζον Λε Καρέ, ζητώ να μου πει τις δικές του απόψεις για τον τρόπο με τον οποίο ο συγγραφέας απεικονίζει τόσο τους χειρισμούς της βρετανικής κυβέρνησης σε επίπεδο εξωτερικής πολιτικής, όσο και το ρόλο των φαρμακευτικών εταιρειών. «Δεν είμαι απολύτως πεπεισμένος για το κομμάτι που μιλά για τους Βρετανούς», απαντά ο Μεϊρέλες, «επειδή διαπίστωσα ότι σε μέρη όπου χρειάζεται βοήθεια, όπως είναι ας πούμε το Ναϊρόμπι, δείχνουν πραγματικά τη διάθεση να προσφέρουν. Οσον αφορά τις φαρμακευτικές εταιρείες, από την άλλη, οι απόψεις του Τζον Λε Καρέ με βρίσκουν σύμφωνο. Δεν θα σας υποκριθώ τον ειδικό στο θέμα, επειδή δεν είμαι τίποτα παραπάνω από ένας κινηματογραφιστής. Ετυχε, όμως, να διαβάσω άρθρα και να μιλήσω με ανθρώπους που με έχουν πείσει ότι το πραγματικό πρόβλημα δεν είναι μοναχά το ότι αυτοί οι οργανισμοί χρησιμοποιούν υποβαθμισμένους λαούς ως πειραματόζωα για να τεστάρουν τα συμπτώματα ενός αμφίβολου φαρμάκου, αλλά το ότι παρασκευάζουν κάτι που κοστίζει ένα δολάριο και καταλήγουν να εκτοξεύσουν την τιμή του στα ύψη και να σου το πουλήσουν για είκοσι έξι δολάρια. Η ασυδοσία τους έχει πλέον ξεφύγει από κάθε έλεγχο».
Αναρωτιέμαι πόση πίεση μπορεί να του προκάλεσε μια τόσο αναπάντεχη και σφοδρή επιτυχία, όπως υπήρξε η Πόλη Του Θεού. «Ξεκίνησα αυτή την καριέρα στα σαράντα πέντε μου, οπότε αισθάνομαι αρκετά μεγάλος για να με απασχολεί το άγχος του να πρέπει να συντηρήσω μια καριέρα, να κυνηγήσω το χρήμα και την αναγνώριση, ή να μαζέψω βιαστικά τις βαλίτσες μου και να μετακομίσω στο Λος Αντζελες, όπως κάνουν όλοι. Τα δικά μου σχέδια είναι να μείνω σπίτι με την οικογένειά μου, να ελπίζω τα καλύτερα για την εταιρεία παραγωγής που έχω εδώ και κάμποσα χρόνια στην πατρίδα μου και να κάνω τις ταινίες που εγώ επιθυμώ. Οταν είσαι νέος και έχεις όλη τη ζωή μπροστά σου είναι λογικό να αγωνίζεσαι και να πιέζεσαι προκειμένου να δημιουργήσεις και να αποδείξεις κάτι στον εαυτό σου. Εγώ την ερχόμενη Κυριακή θα γιορτάσω τα πενήντα, οπότε δεν με νοιάζει τίποτα από αυτά. Μου αρκεί μοναχά το να μπορώ και απολαμβάνω την ανεξαρτησία μου». Από εμάς, χρόνια πολλά.






