• ΝΕΑ
  • ΤΑΙΝΙΕΣ
  • ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ
  • ΠΡΟΣΕΧΩΣ
  • ΝΥΧΤΕΣ ΠΡΕΜΙΕΡΑΣ
  • ATHENS OPEN AIR
  • ΤΑΙΝΙΟΘΗΚΗ

  • AOAFF 2026
  • ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ
  • ΑΤΖΕΝΤΑ
NEWSLETTER

Φίλιπ φαν Λέου: «Προσπαθώ να δείξω αυτό που συνήθως δεν μου επιτρέπεται να δω ως θεατής»

26 Μαρ 2018 | Θέματα, Συνεντεύξεις | 0 comments

Με αφορμή την κυκλοφορία της νέας ταινίας του με τίτλο «Εντός Ορίων» στις ελληνικές αίθουσες, το ΣΙΝΕΜΑ κουβέντιασε με τον σκηνοθέτη Φίλιπ φαν Λέου για τη δύναμη και την αντοχή όλων αυτών που αναγκάζονται να ζήσουν, αλλά και να κουβαλούν για πάντα μέσα τους τη φρίκη και την απόγνωση.
ΜΟΙΡΑΣΟΥ ΤΟ

Γεννημένος στις Βρυξέλλες το 1954 και εργαζόμενος για χρόνια ως διευθυντής φωτογραφίας σε πολλά ντοκιμαντέρ, ο σκηνοθέτης Φίλιπ φαν Λέου αποφασίζει να βυθιστεί στη δίνη του εμφυλίου πολέμου στη Συρία μετατρέποντας ένα ευρύχωρο μεσοαστικό διαμέρισμα της Δαμασκού σε ένα κλειστοφοβικό καταφύγιο απ’ όπου δεν πρόκειται να υπάρξει διαφυγή. Στη δεύτερη σκηνοθετική του απόπειρα μετά το αξιοπρόσεκτο «Η Μέρα που ο Θεός Έφυγε Ταξίδι» του 2009, ο Βέλγος δημιουργός επιχειρεί να στήσει ένα θεατρικό σκηνικό, μετατρέποντας το θεατή σε μέλος της εγκλωβισμένης στην εμπόλεμη ζώνη οικογένειας και καλώντας τον ταυτόχρονα να μην αποστρέψει το βλέμμα από την ασφυκτική αίσθηση του τρόμου αλλά και της μοιραίας συνειδητοποίησης ότι αυτό που κυκλοφορεί εκεί έξω, μπορεί ανά πάσα στιγμή να εισβάλλει, φέρνοντας ακόμη περισσότερο πόνο και καταστροφή.

Είχαμε την ευκαιρία να μιλήσουμε με τον σκηνοθέτη που ζει πια μόνιμα στο Παρίσι, για την αναγκαιότητα ύπαρξης αυτού του συνταρακτικού φιλμ, τις δημιουργικές αποφάσεις που καθόρισαν την εξέλιξη του, όπως και την ιδιαίτερη σημασία της επιλογής δύο γυναικών στους πρωταγωνιστικούς του ρόλους . Όπως ήταν βέβαια φυσικό, η συζήτηση δεν θα μπορούσε να μην οδηγηθεί στην πολιτική αλλά και ανθρωπιστική διάσταση της ασύλληπτης τραγωδίας που λαμβάνει χώρα στη Συρία, προκαλώντας παράλληλα τη μεγαλύτερη και πιεστικότερη προσφυγική έξοδο προς την Ευρώπη από τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο.

INFO
Η ταινία «Εντός Ορίων» κυκλοφορεί 29 Μαρτίου στους κινηματογράφους από την Danaos Films

Όταν βλέπω χώρες να τους δέχονται διστακτικά (το Βέλγιο ή η Γαλλιά) ή ακόμη και να μην τους δέχονται καθόλου, σε αντίθεση με αυτό που συμβαίνει στην Ελλάδα, αισθάνομαι ντροπή.

Ποιοι ήταν οι λόγοι για τους οποίους πήρατε τη δημιουργική απόφαση να γυρίσετε το φιλμ εξ’ ολοκλήρου μέσα σε ένα διαμέρισμαΠέρα από την αδιαμφισβήτητη κλειστοφοβική αίσθηση, στοχεύσατε και σε κάτι παραπάνω

Σε κάτι παραπάνω και σε κάτι λιγότερο ταυτόχρονα. Από τη μια πλευρά, είναι πολύ απλό γιατί ήθελα να παραμείνω στην οπτική γωνία των πρωταγωνιστών, μεταβιβάζοντάς την και στο κοινό. Οτιδήποτε δεν μπορούν να δουν η να ακούσουν, εγκλωβισμένοι μέσα σε αυτό το σπίτι, θα ήθελα να μην μπορεί να το αντιληφθεί και ο θεατής. Για μένα ήταν προφανές ότι, από τη στιγμή που αυτή η οικογένεια δεν μπορεί να δει τι συμβαίνει οπουδήποτε αλλού στην πόλη, δεν θα έπρεπε ούτε κι εμείς να το γνωρίζουμε. Δεν μπορώ να πω ότι αυτό το τρικ το κάνω συνειδητά, ωστόσο το κάνω σχεδόν πάντοτε. Θεωρώ ότι είναι πραγματικά εκτός τόπου να προσπαθείς να θεμελιώσεις μια σχέση με το χώρο ή τους χαρακτήρες στο φιλμ σου, όταν μετά δεν τους αφιερώσεις τον απαραίτητο χρόνο και δεν εμβαθύνεις σε αυτούς. Κυρίως ήθελα με την ταινία μου να μιλήσω ακριβώς για αυτή την υποκειμενικότητα των χαρακτήρων. Την αίσθηση ότι είναι αιχμάλωτοι μέσα στο ίδιο τους το σπίτι. Ένιωθα την ανάγκη να το δείξω ξεκάθαρα αυτό.

Ας μιλήσουμε λίγο για τους δύο βασικούς γυναικείους χαρακτήρες της ταινίας. Πιστεύετε ότι είναι περισσότερα αυτά που τις ενώνουν ή οι συμπεριφορές και οι αντιδράσεις τους διαφέρουν τελικά

Και οι δύο γυναικείοι χαρακτήρες αναπτύχθηκαν στο μυαλό μου τελείως διαφορετικά, σε σχέση πάντα με την εξέλιξη της πλοκής. Προφανώς, η μητέρα (Χιαμ Αμπάς) ήταν αυτή που ήρθε πρώτη στο μυαλό μου. Αυτή είναι ο κεντρικός χαρακτήρας, στην προσπάθειά της να κρατήσει ένα «βιώσιμο» σπίτι, παρότι εκεί έξω γίνεται χαλασμός. Για μένα, η κατάσταση είναι ιδιαίτερα πολύπλοκη, όπως εξίσου περίπλοκα είναι και τα κίνητρά της. Αυτή η γυναίκα παίρνει ξεκάθαρα ένα μεγάλο ρίσκο παραμένοντας εκεί. Δεν μπορεί να φανταστεί τον εαυτό της να αφήνει το σπίτι της. Τη στιγμή που το φιλμ εξελίσσεται, δεν μπορεί να κάνει και αλλιώς. Είναι παγιδευμένη. Δεν υπάρχει διέξοδος, αρά δεν υπάρχει επιλογή.

Από την άλλη όμως, αν είχε το θάρρος ή την εξυπνάδα να αντιληφθεί εκ των πρότερων τι έρχεται ή τι πρόκειται να συμβεί, πιστεύω ότι θα είχε φύγει χωρίς δεύτερη κουβέντα. Παρόλα αυτά, αυτή δεν έφυγε, δεν το έκανε, αντιστάθηκε. Και σίγουρα αυτή της η πράξη φαντάζει εύλογη. Δεν θα μπορούσε, ας πούμε, να εγκαταλείψει τον ανήμπορο παππού της οικογένειας. Τι θα κάναμε εμείς αν ήμασταν στη θέση της; θα φεύγαμε, αφήνοντάς τον πίσω; σίγουρα όχι. Και πάλι όμως, αυτή μοιάζει επιφορτισμένη να αποφασίσει για όλους, έχοντας μια βαθιά ευθύνη απέναντι σε όλους. Και ίσως με αυτόν τον τρόπο, προσπαθεί να διαχειριστεί την ίδια την ζωή μέσα σε αυτό το διαμέρισμα, παρότι αυτή μετατρέπεται σταδιακά σε μια μαύρη τρύπα. Είναι κάτι που αυτή πρέπει να κάνει, όχι για τον εαυτό της, αλλά κυρίως για τους άλλους. Μοιάζει με τον κρίκο που κρατά συνδεδεμένη ολόκληρη την οικογένεια. Είναι οι αποφάσεις της που χτίζουν την πραγματικότητα όλων των υπόλοιπων. Αυτό είναι το φορτίο και το καθήκον της.

Η ιστορία της άλλης γυναίκας, της Χαλίμα, είναι πολύ διαφορετική. Προφανώς και είναι έτοιμη να φύγει το βράδυ για τη Βηρυτό και να εγκαταλείψει τα πάντα, αλλά, πάντοτε στο νου μου, ήταν αυτή της οποίας τελικά η ιστορία θα καθοριστεί από τη σκηνή του βιασμού. Ήταν μια ιδέα που υπήρχε στο μυαλό μου, πριν ακόμη την ολοκλήρωση του σεναρίου, και ήθελα να την εκφράσω με τον ένα ή τον άλλο τρόπο. Έπρεπε λοιπόν να χωρέσει στην αφήγηση με τρόπο που θα γινόταν «αποδεκτή» από το κοινό. Εκεί λοιπόν βρήκα τη δυνατότητα για να μιλήσω για το βιασμό, ως ένα απάνθρωπο όπλο του πολέμου. Ο βιασμός χρησιμοποιείται ως όπλο τρομοκρατίας. αυτό κάνουν και οι εισβολείς στην ταινία μου. Και το κάνουν συνεχώς. Κλέβουν, τρομοκρατούν, βιάζουν.

Προφανώς, ελπίζω πως όλοι είμαστε συνειδητοποιημένοι γύρω από το θέμα του βιασμού και της κακοποίησης των γυναικών σε περιόδους πολέμου, κάτι που προσπάθησα να αποδώσω και στην πρώτη μου ταινία στη Ρουάντα («Η μέρα που ο Θεός έφυγε ταξίδι»). Είναι ένα πολύ ωμό, πολύ σκληρό, πολύ δύσκολο θέμα που έπρεπε με κάποιο τρόπο να συσχετιστεί με ένα δυτικό ή ευρωπαϊκό, αν θέλεις, κοινό. Θεώρησα ότι αυτή είναι η κατάλληλη συγκυρία και το κατάλληλο πλαίσιο για να μιλήσω για αυτό το θέμα.

Όλα έχουν γίνει αφηρημένα, θαρρείς και ο πόλεμος είναι προϊόν φαντασίας. 

Πόσο επίκαιρο θεωρείτε ότι είναι το «Εντός Ορίων»Και πόσο τελικά είναι ικανό να ευαισθητοποιήσει αυτούς που δεν έχουν νιώσει τη φρίκη του πολέμου ή έστω αυτούς που την έχουν μέσα τους ως μια μακρινή ανάμνηση που θα προτιμούσαν να ξεχάσουν

Αυτή τη στιγμή που μιλάμε, γίνεται σφαγή στην ανατολική Γκούτα, δίπλα στη Δαμασκό. Βομβαρδίζεται αδιάκοπα από τον Οκτώβρη. Φυσιολογικά, είναι μια πόλη τριακοσίων χιλιάδων ανθρώπων, και τώρα έχουν συνωστιστεί εκεί περίπου άλλα τρία εκατομμύρια που είτε προσπαθούν να εγκαταλείψουν τις πόλεις και το καθεστώς, είτε έχουν τοποθετηθεί εκεί από το ίδιο το καθεστώς και τώρα βρίσκονται όλοι μαζί, όπου βομβαρδίζονται νύχτα-μέρα. Δυστυχώς η ταινία μου είναι εντελώς επίκαιρη.

Όσον αφορά το ζήτημα της ευαισθητοποίησης, αυτοί που έχουν γνωρίσει τον πόλεμο ή καταστάσεις μεγάλης πολιτικής έντασης (όπως για παράδειγμα στην Αθήνα της δικτατορίας), νομίζω ότι μπορούν να ταυτιστούν. Εγώ, για παράδειγμα, είμαι εξήντα χρονών και δεν έχω βιώσει ποτέ μου πόλεμο, είμαι τυχερός. Αλλά οι γονείς και οι παππούδες μου έζησαν τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Και παρότι δεν μιλούσαν πολύ για αυτό ποτέ τους, μπορούσες να διακρίνεις κάτι στις μακρινές τους αναμνήσεις ή ακόμη και στη συμπεριφορά τους, στον τρόπο που με μεγάλωσαν. Τελικά, πιστεύω ότι όλοι εμείς έχουμε την εικόνα του πολέμου που προβάλλεται από τα μέσα ενημέρωσης. Μια εντελώς «προστατευτική» προς εμάς εικόνα.

Αυτό που βλέπουμε είναι κυρίως στιγμιότυπα σύρραξης ή οδομαχιών. Δεν βλέπουμε ποτέ μας πτώματα, εκτός από τώρα και ίσως την περίοδο του πολέμου του Κόλπου τη δεκαετία του ενενήντα. Δεν βλέπουμε νεκρούς στις ειδήσεις, σχεδόν ποτέ. Όλα έχουν γίνει αφηρημένα, θαρρείς και ο πόλεμος είναι προϊόν φαντασίας. Έτσι, αφού δεν βλέπουμε τους νεκρούς δεν βλέπουμε και τους ακόμη ζωντανούς πολίτες, εγκλωβισμένους στη γραμμή του πυρός. Αυτό ακριβώς ήθελα να αποτυπώσω λοιπόν. Ήθελα να δείξω αυτό που συνήθως εγώ δεν μπορώ να δω, δεν μου επιτρέπεται να δω. Σκεφτόμουν όλα αυτά σε σχέση με τις αντοχές αυτών των ανθρώπων. Και τελικά προσπαθώ ακόμη να καταλάβω πώς εγώ θα τα έφερνα πέρα αν βρισκόμουν στη θέση τους.

Πώς θα έβρισκα φαγητό, νερό, τι θα έκανα με τον ηλεκτρισμό στο σπίτι μου, όλα αυτά που θεωρούνται απαραίτητα και στα οποία αυτοί οι άνθρωποι δεν έχουν πρόσβαση πια. Και δεν μίλησα καθόλου για την τραγική ιατροφαρμακευτική κατάσταση στην οποία βρίσκονται οι κάτοικοι της Συρίας. Νοσοκομεία έχουν σκόπιμα γίνει στόχος βομβιστικών επιθέσεων από το καθεστώς Άσαντ και τους Ρώσους, στην προσπάθειά τους να βγάλουν ανθρώπους έξω από τις κρυψώνες τους και να παραδοθούν. Είναι τραγικό. Κι εγώ με τη σειρά μου προσπάθησα να στηριχθώ στην αυθεντικότητα και στο ρεαλισμό. Μόλις τελείωσα με ένα προσχέδιο στο σενάριο το έδωσα σε ανθρώπους που είχαν βιώσει από πρώτο χέρι αυτή την εμπειρία του πολέμου στη Συρία και αυτοί με συμβούλεψαν, διόρθωσαν ή επιβεβαίωσαν ό,τι έγραψα.

Και μια γενικότερη ερώτηση. Καταλαβαίνει κανείς πολύ εύκολα ότι η ταινία συσχετίζεται έμμεσα και με την τεράστια προσφυγική κρίση που έχει ξεσπάσει εξ αιτίας του πολέμου. Κρίση από την οποία η Ελλάδα έχει πληγεί ιδιαίτερα, λόγω της γεωπολιτικής της θέσης. Ποια η πολιτική αλλά επίσης και ηθική ευθύνη των ευρωπαϊκών κρατών απέναντι σε αυτήν την (μεταξύ άλλων) τεράστια ανθρωπιστική κρίση που βιώνουμεΜπορεί το σινεμά να παίξει το ρόλο του ως παράγοντας εγρήγορσης απέναντι σε αυτό το τεράστιο πρόβλημα;

Κατά την άποψη μου, όλα αυτά συνέβησαν γιατί είχαμε εξ αρχής τεράστιο μερίδιο ευθύνης και δεν αντιδράσαμε όταν έπρεπε. Ας πούμε, το 2011, τους πρώτους έξι μήνες των ταραχών στη Συρία, οι πολίτες διαδήλωναν ειρηνικά στους δρόμους της και ελεύθεροι σκοπευτές τους σκότωναν από τις στέγες κτιρίων καθώς διαδηλωτές συλλαμβάνονταν μαζικά, βασανίζονταν και μερικοί εξαφανίζονταν χωρίς να αφήνουν ίχνος. Βλέπαμε να συμβαίνουν κυριολεκτικά τα πάντα, υπό τις οδηγίες του καθεστώτος και δεν κάναμε τίποτε, τους γυρίσαμε την πλάτη. Ήμασταν απασχολημένοι με τη Λιβύη και την υπόθεση Καντάφι. Και έτσι δεν κάναμε τίποτε για να εμποδίσουμε αυτή τη φρίκη.

Πολλοί μου λένε ότι βλέπουν μια αλληγορία στην ταινία μου, ταυτίζοντας τη Χαλίμα με την ίδια τη Συρία και την υπόλοιπη οικογένεια που βρίσκεται στην κουζίνα την ώρα του βιασμού, με όλους εμάς που απλά παρακολουθούμε. Παρότι δεν είμαι εγώ αυτός που θα κρίνει την υπόλοιπη οικογένεια που δεν αντέδρασε σε αυτό που συνέβη (εξάλλου μιλάμε για απλούς, φοβισμένους ανθρώπους· κι εγώ δεν ξέρω τι θα έκανα σε αυτήν την περίπτωση), στην πραγματικότητα τα κράτη δεν είναι άνθρωποι, είναι εργαλεία. Και οφείλουμε να χρησιμοποιούμε αυτά τα εργαλεία, για να αποτρέπουμε αυτές τις καταστροφές.

Ναι, τώρα έχουμε τεράστια ευθύνη στο να δεχτούμε, να καλωσορίσουμε αυτούς τους ανθρώπους, γιατί προφανώς κάνεις τους δεν αποφάσισε να γίνει πρόσφυγας, έτσι επειδή ήθελε. Άλλοι αποφάσισαν γι’ αυτούς. Αυτοί απλά είχαν το τεράστιο θάρρος να αφήσουν πίσω τα πάντα, να βγουν στο δρόμο και να προσπαθήσουν να βρουν μια καλύτερη ζωή. Όταν βλέπω χώρες να τους δέχονται διστακτικά (το Βέλγιο ή η Γαλλιά) ή ακόμη και να μην τους δέχονται καθόλου, σε αντίθεση με αυτό που συμβαίνει στην Ελλάδα, αισθάνομαι ντροπή. Αλλά από την άλλη, μπορώ να σου πω το εξής. Όταν η ταινία μου προβλήθηκε για πρώτη φορά στην περσινή Μπερλινάλε, το κοινό έδειχνε μεγάλη ευγνωμοσύνη απέναντι στο φιλμ, λέγοντάς μου ότι μετά από αυτήν την εμπειρία έχουν αποκτήσει μεγαλύτερη γνώση για το τι ακριβώς συμβαίνει και για την κατάσταση των προσφύγων που έρχονται στην Ευρώπη. Γιατί (σε πολλούς συμβαίνει αυτό), τους βλέπουμε να έρχονται, αλλά δεν ξέρουμε γιατί έφυγαν. Γνωρίζουμε ότι κάπου υπάρχει ένας πόλεμος, αλλά δεν ξέρουμε τίποτε για τις πραγματικές συνθήκες επιβίωσης αυτών των ανθρώπων που βλέπουμε τώρα μπροστά μας.

Για να συνοψίσω, αυτό που προσπάθησα εναγωνίως να πετύχω, είναι να είμαι αυθεντικός. Δεν ήθελα να διακόψω, για κανένα λόγο, αυτή τη ρεαλιστική αίσθηση που ελπίζω να πηγάζει από την ταινία μου. Δεν αποζήτησα ωραιοποίηση. Ήθελα απλά από ένα δυτικό κοινό, να ταυτιστεί όσο το δυνατόν περισσότερο με το δράμα αυτών των καθημερινών ανθρώπων, των ανθρώπων που κάλλιστα θα μπορούσαν να είναι εσύ ή εγώ. Ο καθένας μας. Ούτε πολύ φτωχοί, ούτε πολύ θρησκευόμενοι, χωρίς καμία ιδιαιτερότητα. Είναι κάτι που ανά πάσα στιγμή μπορεί να συμβεί στον καθένα, σε εμάς τους ίδιους.

ΜΟΙΡΑΣΟΥ ΤΟ