Το 2ο Διεθνές Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Πελοποννήσου-Καλαμάτας που πραγματοποιείται αυτή την εβδομάδα και ξεκίνησε στις 20 Ιανουαρίου φιλοξένησε με την υποστήριξη της Νορβηγικής Πρεσβείας και του Νορβηγικού Ινστιτούτου Αθήνας ένα πολύ ιδιαίτερο αφιέρωμα στο Νορβηγικό Εθνογραφικό Ντοκιμαντέρ και την Οπτική Ανθρωπολογία, έναν χώρο που πλέον συγκεντρώνει ιδιαίτερη προσοχή τόσο από το χώρο της Ανθρωπολογίας από το οποίο ξεκίνησε και γενικότερα των κοινωνικών επιστημών όσο και από αυτόν του κινηματογράφου. Ένα κινηματογραφικό πεδίο που τα τελευταία χρόνια αρχίζουμε να γνωρίζουμε όλο και καλύτερα με την σταθερή παρουσία του Φεστιβάλ Εθνογραφικού Κινηματογράφου της Αθήνας.
Για το αφιέρωμα αυτό παραβρέθηκαν στο φεστιβάλ οι ανθρωπολόγοι Frode Storaas από τη Νορβηγία και Martin Gruber από τη Γερμανία, οι οποίοι παρουσίασαν τις ταινίες τους στο αφιέρωμα ενώ το κοινό είχε την τύχη να παρακολουθήσει και δύο πολύ ενδιαφέροντα σεμινάρια για τη «Συμμετοχική εθνογραφική παραγωγή ντοκιμαντέρ» από τον πρώτο και για την «Οπτική ανθρωπολογία και πολιτιστική κληρονομιά» από τον δεύτερο. Ο συνεργάτης μας και ανθρωπολόγος Κωνσταντίνος Αϊβαλιώτης, ιδρυτής και διευθυντής του Φεστιβάλ Εθνογραφικού Κινηματογράφου συνάντησε τους δύο καλεσμένους του αφιερώματος και συζήτησαν για την Ανθρωπολογία, τη χρήση των οπτικοακουστικών μέσων στις κοινωνικές επιστήμες αλλά και το ρόλο των φεστιβάλ σε αυτή τη νέα κατάσταση.
Όπως έχουμε σημειώσει πολλές φορές μέσα από τις δράσεις μας ο αποκαλούμενος εθνογραφικός κινηματογράφος ακροβατούσε πάντα ανάμεσα σε δύο ταυτότητες, αυτή του ντοκιμαντέρ και αυτή του κλάδου της Ανθρωπολογίας που ονομάζουμε «Οπτική Ανθρωπολογία». Από τα πρώτα χρόνια που εμφανίστηκε ο κινηματογράφος που σχεδόν συνέπεσε με τη σύσταση του επιστημονικού χώρου που ονομάζουμε Κοινωνική Ανθρωπολογία στα τέλη του 19ου αιώνα, αυτές οι δύο ταυτότητες πορεύονται και διαμορφώνονται παράλληλα. Είναι ξεκάθαρο επίσης ότι τα τελευταία χρόνια, ο εθνογραφικός κινηματογράφος έχει συγκεντρώσει ιδιαίτερη προσοχή από πολλές πλευρές της ακαδημαϊκής κοινότητας, ακόμα και εκτός της κοινωνικής ανθρωπολογίας αλλά και από την άλλη πλευρά της ‘εξίσωσης’ που αφορά τον κινηματογράφο αλλά και άλλες μορφές τέχνης όπως οι εικαστικές. Η τάση αυτή αναδεικνύεται τόσο από τον πολλαπλασιασμό μεταπτυχιακών προγραμμάτων και ταινιών που δημιουργούνται μέσα στα πανεπιστήμια, όσο και από την αύξηση της συμμετοχής ταινιών, που χαρακτηρίζονται ως εθνογραφικές, σε αναγνωρισμένα κινηματογραφικά φεστιβάλ του κόσμου για αναφέρω ορισμένα μόνο παραδείγματα.
Χάρηκα πάρα πολύ λοιπόν όταν διάβασα ότι ένα άλλο φεστιβάλ αποφάσισε να πραγματοποιήσει ένα αφιέρωμα που αφορούσε τον εθνογραφικό κινηματογράφο, μιας και είναι μάλλον μια από τις ελάχιστες φορές που γίνεται στην Ελλάδα εκτός της δικής μας προσπάθειας και μάλιστα σε δυο ανθρωπολόγους που είχα την τύχη να γνωρίζω το έργο τους. Τον Martin Gruber τον γνώρισα το 2012 όταν και είχα δει την ταινία του «Our Missionaries» που τελικά προβάλαμε και στο φεστιβάλ μας το 2013 ενώ τον Frode Storaas είχα την τύχη να τον γνωρίσω σε ένα συνέδριο για την οπτική ανθρωπολογία την ίδια χρονιά.
Με αφορμή λοιπόν το αφιέρωμα, για το οποίο η διευθύντρια του φεστιβάλ Τζίνα Πετροπούλου ήταν ιδιαιτέρως χαρούμενη αφού όπως μου είπε είναι ένας χώρος που αξίζει να ανακαλύψουμε ακόμα περισσότερο, και την παρουσία τους στην Ελλάδα μίλησα με τους δυο καλεσμένους για μερικά από τα καίρια ζητήματα που θέτει η αλλαγή της χρήσης των οπτικοακουστικών μέσων από τις κοινωνικές επιστήμες, την αναγκαία εξωστρέφεια που πρέπει να ακολουθήσει η ακαδημαϊκή κοινότητα αλλά και το ρόλο των φεστιβάλ σε αυτή τη διαδικασία. Κ.Α.
O σκηνοθέτης και καθηγητής οπτικής ανθρωπολογίας Frode Storaas
Αγαπητέ Frode, αγαπητέ Martin καλώς ήρθατε καταρχήν στην Ελλάδα. Χαίρομαι πολύ για αυτή την ευκαιρία να μιλήσουμε με αφορμή το αφιέρωμα και την παρουσία σας στην Ελλάδα.
Frode Storaas: Ευχαριστώ πολύ. Και για μένα είναι μια πολύ ευχάριστη εμπειρία και χαίρομαι πολύ για την κουβέντα μας και ιδιαιτέρα που βλέπω ότι συνεχίζεις αυτά που συζητούσαμε για το εθνογραφικό φεστιβάλ την τελευταία φορά που βρεθήκαμε.
Martin Gruber: Κι εγώ ευχαριστώ για την κουβέντα και χαίρομαι πολύ μιλάμε μιας και δεν είχαμε καταφέρει να το κάνουμε δυο χρόνια πριν όταν δείξατε την ταινία μου στο φεστιβάλ.
Όταν πήγα στην Αγγλία το 2004, για να παρακολουθήσω το μεταπτυχιακό πρόγραμμα ‘οπτική ανθρωπολογία’ είχα συνειδητοποιήσει ότι το πεδίο και ο ρόλος της εικόνας στην ανθρωπολογία είχε αλλάξει πολύ σε σχέση με τις προηγούμενες δεκαετίες. Βλέπω όμως σήμερα ότι οι αλλαγές συνεχίζουν να είναι σημαντικές και πέρα από το ανθρωπολογικό πλαίσιο. Όροι όπως «οπτική κοινωνιολογία», «οπτικός πολιτισμός», «οπτική εθνογραφία» και άλλοι έχουν αρχίσει να χρησιμοποιούνται πολύ όχι μόνο από τους ανθρωπολόγους, αλλά και από τους κοινωνιολόγους, τους αρχαιολόγους, ακόμη και από εικαστικούς. Ποια είναι η γνώμη σας για αυτές τις αλλαγές και πώς βλέπετε τον σύγχρονο ρόλο της ανθρωπολογίας ως προς την εικόνα και τα οπτικοακουστικά μέσα;
Frode Storaas: Καταρχήν να σημειώσουμε ότι το διαδίκτυο είναι φυσικά η μεγάλη αλλαγή. Όλο και περισσότερες έρευνες δημοσιεύονται εκεί και αυτό έχει ανοίξει τις δυνατότητες για νέες μορφές κείμενων. Οι λέξεις μπορούν να συνδυαστούν με φωτογραφίες, όπως στα βιβλία, αλλά και αρχεία ήχου και βίντεο. Οι εκδόσεις αυτές κάνουν ήδη νομίζω την ανάγνωση των «στεγνών» ακαδημαϊκών κείμενων πολύ πιο ενδιαφέρουσα ενώ οι φοιτητές χρησιμοποιούν τα κινητά τους και δημοσιεύουν στο Facebook ή αλλού αποσπάσματα από την επιτόπια έρευνα τους. Φυσικά οι ηθικές προκλήσεις που ακολουθούν αυτές τις δυνατότητες, είναι κάτι που πρέπει να αντιμετωπίζουμε συνέχεια ξανά και ξανά. Για παράδειγμα χρησιμοποιούμε πρόσωπα στην οθόνη που θα είναι πλέον αναγνωρίσιμα και η ανωνυμία που ίσως να θέλουμε να στοχεύσουμε στην έρευνά μας, δεν είναι τόσο εύκολη όταν χρησιμοποιούμε φιλμ. Μια άλλη αλλαγή είναι το γεγονός ότι η επιτόπια έρευνα, οι ποιοτικές μέθοδοι ακόμα και η συμμετοχική παρατήρηση δεν είναι πλέον εργαλεία που χρησιμοποιούνται μόνο από την ανθρωπολογία. Οι ειδικότητες που αναφέρεις καθώς και μέρος της δημοσιογραφίας ή και δημιουργών ντοκιμαντέρ στις μέρες μας κάνουν -ή υποστηρίζουν ότι κάνουν- «ανθρωπολογική» επιτόπια έρευνα για τα έργα τους. Παρόλα αυτά, πιστεύω ότι οι εκπαιδευμένοι ανθρωπολόγοι, κάνουμε επιτόπια έρευνα με διαφορετικό τρόπο και αυτό είναι κάτι που κάνει και τον ανθρωπολογικό κινηματογράφο διαφορετικό.
Martin Gruber: Να προσθέσω μόνο ότι η Οπτική Ανθρωπολογία παρόλα αυτά εξακολουθεί να διαδραματίζει κάπως περιθωριακό ρόλο στην επίσημη ακαδημαϊκή Ανθρωπολογία, όσο και αν αυτό αλλάζει σιγά-σιγά. Είναι δεδομένο όμως ότι όλο και περισσότεροι ανθρωπολόγοι χρησιμοποιούν οπτικοακουστικά εργαλεία κατά τη διάρκεια της έρευνάς τους και γίνονται έτσι όλο και περισσότερο «εγγράμματοι» στις δυνατότητες αυτών των μέσων. Η εξέλιξη αυτή ενισχύθηκε από φοιτητές απ’ όλο τον κόσμο που ενδιαφέρονται για τον κινηματογράφο και άλλα οπτικοακουστικά εργαλεία έρευνας και θέλουν αυτά να είναι μέρος της εκπαίδευσής τους. Ταυτόχρονα, ένας αυξανόμενος αριθμός των ανθρωπολόγων επιλέγει να κάνει έρευνα σε ένα πλήθος από οπτικές πτυχές του πολιτισμού που μελετάει.
Από το σεμινάριο του Frode Storaas «Οπτική ανθρωπολογία και πολιτιστική κληρονομιά»
Από τότε που ιδρύσαμε το Φεστιβάλ Εθνογραφικού Κινηματογράφου στην Αθήνα και ο όρος «εθνογραφικό φιλμ» έχει μπει πιο συστηματικά στο δημόσιο διάλογο, έχω κάθε φορά την ίδια δυσκολία, να απαντήσω στο ερώτημα: «τι είναι μια εθνογραφική ταινία;» Θα μπορούσατε να μοιραστείτε μαζί μας την απάντησή σας στο ερώτημα αυτό;
Frode Storaas: Η επιτόπια έρευνα υπήρξε για την ανθρωπολογία κάτι σαν «εμπορικό σήμα» ως ακαδημαϊκός κλάδος από την εποχή του Malinowski. Το να πηγαίνεις σε ένα μέρος, να μαθαίνεις την κοινότητα και να προσπαθείς να ενσωματωθείς όσο περισσότερο γίνεται, υπήρξαν οι βασικές δραστηριότητες για τη συλλογή των δεδομένων της έρευνας. Ως ανθρωπολόγοι λαμβάνουμε μια θέση στη «μέση» της κοινότητας, συμμετέχουμε και παρατηρούμε. Μέσα από μια διαδικασία ‘ανακάλυψης’, προσπαθούμε να βγάλουμε νόημα για το τι συμβαίνει. Ο ανθρωπολόγος Fredrik Barth έλεγε ότι «με την συστηματική παρουσία στις προθέσεις και στις ερμηνείες που δίνουν οι άνθρωποι, προσβάσιμα μόνο αν κάποιος υιοθετεί την οπτική των ανησυχιών τους και τη γνώση των περιορισμών υπό τους οποίους δρουν, μπορεί κανείς να ανακαλύψει το νόημα που εμπεριέχεται στα γεγονότα, και ως εκ τούτου την εμπειρία τους». Η προσέγγιση αυτή καθιστά την ανθρωπολογική επιτόπια έρευνα διαφορετική από τις άλλες έρευνες πεδίου. Οι ανθρωπολόγοι δεν πηγαίνουν στο γήπεδο με προετοιμασμένα ερωτηματολόγια. Μάλλον πάμε για να αναζητήσουμε τις καλές ερωτήσεις. Οι ερευνητές από άλλους κλάδους που χρησιμοποιούν επιτόπια έρευνα για τη συλλογή δεδομένων μπορεί να έχουν ένα συγκεκριμένο θέμα που θα παρακολουθήσουν Σε τέτοιες περιπτώσεις, οι ανησυχίες των ερευνητών, και όχι των ανθρώπων, «καθοδηγούν» την έρευνα, τα ερωτήματα καθώς και τις απαντήσεις.
Αυτές οι προσεγγίσεις απέναντι στην έρευνα πεδίου βρίσκουμε επίσης μεταξύ και των δημιουργών ντοκιμαντέρ. Στις περισσότερες περιπτώσεις, μια ταινία θα έχει ένα χειρόγραφο που καθοδηγεί τις δραστηριότητες στο πεδίο. Διαφορετική από αυτή, η «ανθρωπολογική σκηνοθεσία» είναι γενικά πιο ανοικτή σε ό, τι συμβαίνει στο πεδίο και αυτό το στοιχείο καθοδηγεί τις δραστηριότητες των γυρισμάτων. Ο Peter Crawford γράφει για τη διάκριση αυτή ότι οι «ταινίες που ‘λένε ιστορίες’ συχνά βασίζονται είτε σε ένα σενάριο ή τουλάχιστον σε κάποια ιδέα για τη βασική δομή της για το ποια θα είναι η τελική ταινία. Αντίθετα, στην άλλη περίπτωση η ταινία που ‘εμπλέκεται’ στην ιστορία, κατά μία έννοια προσπαθεί να βρει ‘τι’ και ‘ποιος’ είναι που θα κινηματογραφηθεί για να ‘πει’ την ιστορία. Εκεί βλέπω μια διαφορά.
Ωστόσο, η ανθρωπολογία είναι κάτι περισσότερο από την επιτόπια έρευνα, είναι ένας τρόπος προσέγγισης του κόσμου, προβάλλοντας το τι συμβαίνει μέσω της σύγκρισης, τον έλεγχο των υποθέσεων εργασίας δηλαδή τη χρήση της θεωρίας και της μεθόδου. Η εκπαίδευσή μας ως ανθρωπολόγοι κάνει και τα ακαδημαϊκά μας κείμενα διαφορετικά από άλλες ειδικότητες. Ο ανθρωπολόγος προσεγγίζει το πεδίο με μια θέση ότι «δεν ξέρει αυτό που αυτός/αυτή δεν ξέρει». Αυτή η ευαισθησία για να διερευνήσει το πώς οι άνθρωποι βιώνουν τον κόσμο τους, μια διαδικασία ανακάλυψης, διατηρώντας παράλληλα την αναλυτική απόσταση, που συνδυάζει τη θεωρία και την πρακτική, θα πρέπει να κάνει τη διαφορά και για τον κινηματογράφο που παράγουμε.
Martin Gruber: Προσπαθώντας να μη χρησιμοποιήσω τις ίδιες σκέψεις, και συμφωνώντας βέβαια σε αυτά που είπε ο Frode, να προσπαθήσω να δώσω κάτι σαν ορισμό και να σημειώσω ότι βλέπω τον εθνογραφικό κινηματογράφο σαν τον κινηματογράφο, όπου είτε εφαρμόζεται η ανθρωπολογική μέθοδος έρευνας ή/και εμπεριέχει στο περιεχόμενο του την ανθρωπολογική θεωρία.
Από το σεμινάριο του Martin Gruber «Συμμετοχική εθνογραφική παραγωγή ντοκιμαντέρ»
Βλέπω ότι ζούμε σε μια περίοδο που η ιστορική φράση του David MacDougall "ποτέ δεν έλλειψε από την ανθρωπολογία το ενδιαφέρον για την εικόνα, το πρόβλημά της ήταν πάντα τι να κάνει με αυτή" έχει μεγαλύτερη σημασία από ποτέ. Έγραψα ένα άρθρο για το γεγονός ότι τα πανεπιστημιακά προγράμματα όπως της οπτικής ανθρωπολογίας, όπου οι μαθητές παραδίδουν μια ταινία αντί μια γραπτή εργασία και τα κινηματογραφικά φεστιβάλ (τα γενικού περιεχομένου σαν αυτό που συμμετέχετε τώρα, αλλά και τα εξειδικευμένα) προσφέρουν μια νέα κατεύθυνση για το πώς θα μπορούσαμε να χρησιμοποιήσουμε την εικόνα και τις ταινίες ιδιαίτερα, τόσο εντός όσο και εκτός από την ακαδημαϊκή ανθρωπολογία. Έχοντας κάνει ταινίες και επίσης εργαστεί μέσα στο ακαδημαϊκό περιβάλλον, ποιες είναι οι σκέψεις σας σχετικά με αυτές τις δυνατότητες;
Frode Storaas: Οι ανθρωπολόγοι βασίζουν την έρευνά τους στην παρατήρηση. Αυτό που βλέπουμε, ακούμε, μυρίζουμε και αισθανόμαστε- όλες οι αισθήσεις συμμετέχουν στη συλλογή των δεδομένων μας. Μπορεί να μην μπορούμε να μεταφέρουμε απευθείας την αίσθηση της μυρωδιάς (ακόμα;) αλλά χρησιμοποιώντας τα οπτικοακουστικά μέσα, μπορούμε να επικοινωνούμε περισσότερες πτυχές των εμπειριών μας και των συναντήσεων μας στο πεδίο από ό, τι μόνο μέσω από τον προφορικό ή/και γραπτό λόγο. Επιπλέον, μπορούμε να δώσουμε φωνή στους ανθρώπους με τους οποίους συνεργαζόμαστε με ένα πιο άμεσο τρόπο και μπορούμε να έρθουμε πιο κοντά στην εμπειρία τους χρησιμοποιώντας την εικόνα και τον ήχο.
Martin Gruber: Επιπλέον, τα εξειδικευμένα φεστιβάλ στα οποία αναφέρεσαι αποτελούν πλέον την πιο σημαντική πλατφόρμα για εμάς για να παρουσιάσουμε και να συζητήσουμε το έργο μας με άλλους ακαδημαϊκούς και όχι μόνο. Εκεί είναι όπου παίρνω τα σχόλια για αυτό που κάνω και ένα ακαδημαϊκός διάλογος λαμβάνει χώρα για αυτά τα θέματα. Τα φεστιβάλ με πιο γενικό περιεχόμενο είναι μάλλον μια πλατφόρμα ώστε να παρουσιάσουμε τη δουλειά μας έξω από το «γυάλινο πύργο» της ακαδημαϊκής κοινότητας. Θεωρώ ότι είναι εξαιρετικά σημαντικό για την ανθρωπολογία για να «εκτεθεί» σε αυτό το κοινό και ως εκ τούτου να σκεφτώ για παράδειγμα ότι κάνω τις ταινίες μου και για τα δύο διαφορετικά κοινά, κάτι το οποίο μπορεί να επιφέρει κάποιους συμβιβασμούς. Δυστυχώς όμως οι συζητήσεις και στα δύο είδη φεστιβάλ είναι συχνά περισσότερο για κάποιες από τις πτυχές ή δραστηριότητες που προβάλλονται στην ταινία και λιγότερο για τον τρόπο με τον οποίο έγινε.
Από την ταινία «Al Karamah-Human Dignity» του Frode Storaas
Θα μπορούσατε να μοιραστείτε μαζί μας μερικές από τις δυσκολίες και τις ανησυχίες που είχατε όταν κάνατε την πρώτη σας ταινία;
Frode Storaas: Η πρώτη μου ταινία ήταν για τους Παλαιστίνιους που ζουν στο Ισραήλ. Το έργο βασίστηκε στην εργασία του Moslih Kanaaneh ο οποίος ήταν τότε υποψήφιος διδάκτορας στο Τμήμα Κοινωνικής Ανθρωπολογίας του Πανεπιστημίου του Μπέργκεν. Συνεργάστηκα στενά με Moslih σε όλα τα στάδια της ταινίας έργου. Το θέμα ήταν σχετικά γνωστό αν και από η τηλεόραση και οι περισσότερες εκθέσεις ασχολούνταν με τους Παλαιστίνιους της Γάζας και της Δυτική Όχθης. Εγώ ήθελα να κάνω κάτι πέρα από τα πολιτικά συνθήματα που ήταν ήδη γνωστά και ο στόχος μου ήταν το κοινό να ‘συναντήσει’ τον παλαιστινιακό λαό, μέσα από ορισμένα άτομα που θα τα ακολουθούσαμε στην καθημερινότητά τους και όχι να δείξω μια πλευρά που το κοινό δεν είχε την ευκαιρία να δει μέχρι τότε. Δεν είχα την πρόθεση να κρύψω την πολιτική διάσταση, αλλά σκέφτηκα ότι θα μπορούσε να τεθεί μέσα από τις δραστηριότητές και την καθημερινή τους ζωή. Φυσικά η δική μου οπτική επηρέασε σε μεγάλο βαθμό την προσέγγισή στη ταινία, αλλά ήθελα να είναι ανοικτή στις αντιδράσεις και τις επιλογές τους. Τα γυρίσματα της ταινίας ήταν κάτι σημαντικό για αυτούς αλλά και πολύ διασκεδαστικά με πολλές αυθόρμητες σκηνές χιούμορ, και έντονα συναισθήματα. Πήραμε εικόνες οικογενειακής ζωής, που δείχνουν τη σχέση μεταξύ ατόμων διαφορετικών γενεών αλλά και τις πανανθρώπινες αξίες της ηθικής στην παλαιστινιακή κουλτούρα. Πήραμε επίσης μια εικόνα των νέων σχετικά με αυτό που θεωρούν θετική αλλά και αρνητική πτυχή των πολιτιστικών αξιών και των παραδόσεων στην κοινωνία τους. Θέματα ισότητας των φύλων και άλλα. Όντας πολίτες του Ισραήλ, μια χώρα που δεν αναγνωρίζει στους Παλαιστίνιους πλήρη δικαιώματα ως πολίτες, τους καθιστούν μια εξαιρετικά ενδιαφέρουσα κοινότητα και είχα απόλυτη συνείδηση για την πολιτική τους κατάσταση. Πώς αυτό επηρεάζει την καθημερινή τους ζωή έπρεπε να γίνει ένα σημαντικό μέρος της ταινίας.
Είχαμε λοιπόν στο τέλος υλικό για να κάνω την ταινία «μου», καθώς και τις ταινίες «τους». Από την αρχή βέβαια είχαμε συμφωνήσει ότι θα αφήσουμε να έχουν αυτοί την τελευταία λέξη για το τελικό αποτέλεσμα. Στείλαμε έτσι εκδοχές της ταινίας στο Ισραήλ για να δώσουμε στους πρωταγωνιστές τη δυνατότητα να υποβάλουν τις παρατηρήσεις τους και να προτείνουν τις αλλαγές. Είχαν διάφορες αντιρρήσεις, όχι μόνο για την πολιτική διάσταση, όπως μερικά αστεία που ήθελαν να κοπούν αλλά για μένα, ως κινηματογραφιστή, δεν ήταν εύκολο να αφαιρέσω τέτοιες σκηνές που έδιναν πραγματικά μια ανθρώπινη διάσταση στην ταινία. Η ταινία ονομάζεται Al Karamah-Human Dignity (1998) και είναι τελικά ένας συμβιβασμός μεταξύ των πρωταγωνιστών, του ανθρωπολόγου ερευνητή και του σκηνοθέτη. Κάποιοι θα πουν η ταινία, σαν ταινία, πάσχει από αυτό.
Martin Gruber: Έκανα την πρώτη μου ταινία "Sleeping Rough" σχεδόν 15 χρόνια πριν, όταν ήμουν ακόμα φοιτητής. Μαζί με τον συν-σκηνοθέτη Jochen Becker έμαθα την τέχνη του κινηματογράφου, κάνοντας μια ταινία για τους άστεγους στο Αμβούργο, με πολύ μικρή προηγούμενη εμπειρία στον κινηματογράφο αλλά με μεγάλο ενθουσιασμό. Ήταν μια υπέροχη εμπειρία αφού είχαμε σε μεγάλο βαθμό τις ίδιες ιδέες στο μυαλό και αποφασίζαμε για όλα τα θέματα μαζί μετά από μικρές και άλλοτε μακρές συζητήσεις. Η σκηνοθεσία ήταν μέρος μιας μακροπρόθεσμης εθνογραφικής έρευνας κι έτσι είχαμε άριστες σχέσεις και μια αρκετά καλή εικόνα σχετικά με τους πρωταγωνιστές μας. Δουλεύοντας με αυτή την ευαίσθητη κοινότητα ήμασταν περισσότερο ανήσυχοι για ηθικά ζητήματα, αλλά επίσης είχαμε και δυσκολίες τόσο με την κινηματογράφηση όσο και με το πρόγραμμα για το μοντάζ. Όμως, η ταινία αποδείχθηκε ότι ήταν πολύ καλή και χαίρομαι που θα προβληθεί ακόμη και εδώ στην Καλαμάτα. Ήταν μια μεγάλη εμπειρία που άλλαξε τη ζωή μου και το μόνο που μπορώ να συστήσω σε φοιτητές ανθρωπολογίας είναι να βγουν έξω και να κάνουν ταινίες για ζητήματα που έχουν σημασία γι 'αυτούς.
«Sleeping Rough» του Martin Gruber
Τέλος μια ξεχωριστή ερώτηση στο καθένα σας με αφορμή το σεμινάριο που δίνετε στο φεστιβάλ.
Αγαπητέ Frode, ανάμεσα στα κύρια ενδιαφέροντα σου είναι η "Πολιτιστική Κληρονομιά". Καθώς το ενδιαφέρον για αυτόν τον όρο σαφώς αυξάνεται τα τελευταία χρόνια, θέλεις να μοιραστείς μαζί μας κάποιες από τις σκέψεις σου σχετικά με το περιεχόμενο του όρου αυτού, τη χρήση της από τα μέσα ενημέρωσης και τα επίσημα κράτη και τον σημαντικό -όπως πιστεύω- ρόλο της Κοινωνικής Ανθρωπολογίας;
Κατά κάποιο τρόπο όλες οι ανθρωπολογικές μελέτες μπορούν να αναφέρονται και ως «πολιτιστική κληρονομιά», αφού οι μελέτες μας είναι για τις κοινωνίες και τους πολιτισμούς, δηλαδή το πώς οι άνθρωποι σχετίζονται μεταξύ τους στην καθημερινή ζωή και πώς μπορούν να εκφραστούν, όπως μέσα από τελετουργίες, τραγούδι, χορό, και άλλες δραστηριότητες που αποκαλούμε πολιτισμό. Αλλά αυτό που γενικά ονομάζουμε ως «πολιτιστική κληρονομιά» είναι τα εθνικά μνημεία, αρχαία αντικείμενα, όλα αυτά τα φανταστικά αρχαία πράγματα που έχετε εδώ στην Ελλάδα. Επιπλέον ως πολιτιστική κληρονομιά θεωρούνται και πιο σύγχρονα «αντικείμενα». Εκεί που μεγάλωσα σε ένα φιόρδ στη δυτική Νορβηγία, υπάρχει ένα άσχημο εργοστάσιο, πιο μικρό από 100 ετών, και υποβλήθηκε για πιστοποιητικό της UNESCO ως πολιτιστική κληρονομιά. Φυσικά έχουμε επίσης και τον άυλο πολιτισμό. Στη Μοζαμβίκη και στην Τανζανία έχω καταγράψει τελετές βροχής που πιθανότατα έγιναν για τελευταία φορά από ένα «ετοιμοθάνατο πολιτισμό». Αυτές βέβαια οι τελετουργίες δεν εκτελούνται ποτέ με τον ίδιο τρόπο κάθε φορά, είναι ζωντανές και αλλάζουν. Όταν λοιπόν καταγράφεται ένα τελετουργικό για μια ταινία, μπορούμε να δείξουμε μόνο έναν τρόπο που έγινε. Αντίθετα σε μια έρευνα στους Ινδιάνους της Αμερικής στην Καλιφόρνια, δεν μου επέτρεψαν να κινηματογραφήσω το τελετουργικό. Στην περίπτωσή τους οι τελετουργίες ήταν μια αναβίωση της πολιτιστικής κληρονομιάς και ήθελαν να είναι ζωντανές και να αλλάζουν με την πάροδο του χρόνου. Δεν ήθελαν να κινηματογραφηθεί και η καταγραφή να αποτελεί ένα σημείο αναφοράς για το πώς θα πρέπει να πραγματοποιείται το τελετουργικό.
Σε άλλο παράδειγμα στο Νεπάλ ζητήσαμε σε ηλικιωμένους άνδρες και γυναίκες οι οποίοι γνώριζαν την παραδοσιακή πρακτική της εξόρυξης και τήξης χαλκού να την αναπαραστήσουν εκ νέου έτσι ώστε να μπορούμε να το την κινηματογραφήσουμε. Είχαν να το κάνουν περισσότερο από 30 χρόνια, αλλά ότι ήταν ευχαριστημένοι που αυτή η διαδικασία θα είναι διαθέσιμη για μελέτες στο μέλλον. Η ταινία, Tama Gaun, the Copper Village, ένιαι επίσης χρήσιμη για τους αρχαιολόγους που μελετούν τη μεταλλευτική και μεταλλουργική των μετάλλων στους αρχαίους χρόνους στην Ευρώπη. Επιπλέον, μια ταινία μπορεί επίσης να αναδείξει πώς θέματα πολιτιστικής κληρονομιάς συζητούνται στη σύγχρονη πολιτική. Τι θα πρέπει να καταγράψουμε και να φυλάξουμε για το μέλλον; Πρέπει το παλιό εργοστάσιο στη δυτική Νορβηγία να γκρεμιστεί για να χτιστεί ένα σύγχρονο εμπορικό κέντρο, ή πρέπει να διατηρηθεί ως μέρος της πολιτιστικής κληρονομιάς;
Αγαπητέ Martin, μπορεί να μην συμφωνώ, αλλά ένα μέρος της παράδοσης στην οπτική ανθρωπολογία υποστηρίζει την αναγκαιότητα ότι ο ανθρωπολόγος ερευνητής πρέπει να κάνει την ταινία μόνος του. Επίσης η έννοια της συμμετοχικής παρατήρησης είναι καίριο μέρος της ανθρωπολογικής ιστορίας. Θα μπορούσε να μας πεις μερικά πράγματα για τη «συμμετοχική εθνογραφική παραγωγή ντοκιμαντέρ» τον τίτλο δηλαδή του σεμιναρίου σου στο φεστιβάλ;
Έκανα το διδακτορικό μου για ίδιο θέμα όποτε καταλαβαίνει ότι θα μπορούσα να γράψω σελίδες, αλλά ας προσπαθήσω να σημειώσω ενδεικτικά μερικές σκέψεις. Η έννοια και διάσταση της «συμμετοχικής» μεθόδου διαδραματίζει σημαντικό ρόλο σε κάθε είδους εθνογραφική κινηματογράφηση όπως ο David MacDougall μας υπενθυμίζει: «συμμετοχή στις ζωές των πρωταγωνιστών, αλλά και συμμετοχή των πρωταγωνιστών στη σκηνοθεσία». Ωστόσο, κανένας που γνωρίζω δεν μοιράζεται την διαδικασία και το αποτέλεσμα με οποιοδήποτε ουσιαστικό τρόπο. Πολλοί ανθρωπολόγοι προσπάθησαν να δώσουν κίνητρο στις κοινότητες που κινηματογραφούσαν να κάνουν τις δικές τους ταινίες αλλά για πολύ διαφορετικούς λόγους: Οι Worth & Adair, Terence Turner και τα τελευταία χρόνια ο David MacDougall, μεταξύ άλλων.
Εγώ άρχισα να ενδιαφέρομαι για συμμετοχικές ή συλλογικές προσεγγίσεις (και ακόμα παλεύω να διαφοροποιήσω τις δύο έννοιες), όταν έκανα ταινίες που μου είχαν αναθέσει σε συγκεκριμένο κοινό, στη Ναμίμπια. Συμπεριέλαβα τότε και ντόπιους στην ομάδα παραγωγής ώστε να κάνω τις ταινίες μου περισσότερο σημαντικές για το κοινό. Κατά τη διάρκεια του διδακτορικού μου ήθελα να προχωρήσω αυτή την ιδέα και οργάνωσα κινηματογραφικά εργαστήρια και έκανα ταινίες μαζί με τους χωρικούς στη Ναμίμπια, την Αγκόλα και την Μποτσουάνα. Σε αντίθεση με τους συναδέλφους που αναφέρθηκαν παραπάνω, θεωρώ τις συλλογικές διαστάσεις σε αυτές τις ταινίες πιο ενδιαφέρουσες. Εννοώ τη συνεργασία ανάμεσα σε μένα τον ανθρωπολόγο και τα άτομα που δεν έχουν προηγούμενη εμπειρία του κινηματογράφου. Πιστεύω ότι οι ταινίες αυτές αποτελούν μια μορφή συλλογικής γνώσης, η οποία μπορεί να συμβάλει στην προσπάθεια να κατανοήσουμε και να αναπαραστήσουμε πολιτισμούς – παράλληλα με άλλες μορφές γνώσης (για να δανειστώ τη σκέψη της Faye Ginsburg). Επιπλέον, οι συνεργάτες μου πραγματικά εκτιμούν αυτή την εμπειρία και μπορούν να ταυτιστούν με τα τελικά αποτελέσματα που προκύπτουν.






