Τις ανυπέρβλητες δυσκολίες που είναι γραφτό να αντιμετωπίσει όποιος κάνει κινηματογράφο στην Ελλάδα, συζήτησαν άνθρωποι του χώρου στην χθεσινή εκδήλωση του 24ου Πανοράματος Ευρωπαϊκού Κινηματογράφου με τίτλο «Ελληνικός κινηματογράφος: Quo vadis?». Το ζήτημα βέβαια τεράστιο και περίπλοκο, και οι λύσεις κάθε άλλο παρά απλές, αλλά και πάλι οι συμμετέχοντες Βασίλης Βαφέας, Γιάννης Οικονομίδης, Νίκος Τριανταφυλλίδης, Γιάννης Φάγκρας, Νέστορας Πουλάκος και Ανδρέας Τύρος, και ο συντονιστής και διευθυντής του φεστιβάλ, Νίνος Φένεκ Μικελίδης επιχείρησαν να το προσεγγίσουν και να δώσουν τις απόψεις του για αυτό.
Οι συνομιλητές στις εισηγήσεις κινήθηκαν γύρω από τα κυρίαρχα ζητήματα της παραγωγής, καθώς και των τεράστιων δυσκολιών εύρεσης κεφαλαίων, θέματα που γενικά μονοπώλησαν και την μετέπειτα συνομιλία. Όλοι συμφώνησαν ότι ο «καν’ το μόνος σου» κινηματογράφος είναι ο μόνος τρόπος δημιουργίας στις μέρες μας, ειδικά μετά την κατάρρευση του προηγούμενου, κρατικοδίαιτου μοντέλου χρηματοδότησης ταινιών, που δεν έχει ακόμα αντικατασταθεί από μια βιώσιμη εναλλακτική. Ο Βασίλης Βαφέας, μάλιστα, μίλησε για την ανάγκη του σινεμά να εκμεταλλευτεί τις δυνατότητες που του δίνουν οι νέες τεχνολογίες και οι νέες δυνατότητες διανομής, όπως π.χ. η περίπτωση του web TV.
Αυτό το guerilla filmmaking βέβαια δεν μπορεί να είναι και ο μοναδικός τρόπος να κάνει κανείς σινεμά, αφού οι περιορισμοί που βάζει, υπαγορεύουν σε ένα βαθμό και το περιεχόμενο. Αναφέρθηκε, πάντως, το ενδεχόμενο τέτοιες δυσκολίες και οι δεδομένες γενικότερες πολιτικοοικονομικές συνθήκες να μπορέσουν να οδηγήσουν σε ζυμώσεις από τις οποίες να προκύψει και κάτι το πραγματικά καινούριο – χαρακτηριστικά, ο Νίνος Φενέκ Μικελίδης σχολίασε το πώς σημαντικά ευρωπαϊκά κινηματογραφικά κινήματα γεννήθηκαν από τέτοιες ακριβώς ταραγμένες περιόδους.
Αν και γενικά η συζήτηση παρέμεινε σε μεγάλο βαθμό εγκλωβισμένη στην επανάληψη τέτοιου είδους επισημάνσεων για την ευρέως γνωστή πραγματικότητα, ακούστηκαν και ενδιαφέρουσες παρατηρήσεις και προβληματισμοί, κυρίως όσον αφορά την θέση που έχει το ελληνικό σινεμά στις προτιμήσεις του ελληνικού κοινού. Αυτή η αδιαφορία απέναντι στις ελληνικές ταινίες (όπως είπε χαρακτηριστικά ο Γιάννης Οικονομίδης, «Υπάρχει μια πλήρης απαξία για το ελληνικό σινεμά. Για το 90% του κόσμου εμείς δεν υπάρχουμε. Το βλέπουν και λένε, αυτό το πράγμα δεν είναι δικό μου») τις καταδικάζει στην αφάνεια, εκτός από εκείνες που διακρίνονται σε φεστιβάλ του εξωτερικού – αυτές, όπως ειπώθηκε, έχουν μια καλύτερη ευκαιρία να λάβουν μεγαλύτερη προσοχή χάρη στην διαφήμιση που είναι πια μια διεθνής αναγνώριση.
Χριστίνα Λιάπη






