Μετά από δύο πετυχημένες μικρού μήκους ταινίες («Δύο Φορές Τώρα, «Μόνο για Πάντα»), ο Μιχάλης Κωνσταντάτος υπογράφει το μεγάλο μήκους ντεμπούτο του, με τον τίτλο «Luton, »το οποίο, έχοντας ήδη δοκιμαστεί με επιτυχία στο διαγωνιστικό τμήμα «New Directors» του Φεστιβάλ του Σαν Σεμπαστιάν και στην ελληνική πρεμιέρα της στο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Αθήνας, βρίσκει τον δρόμο προς τις σκοτεινές αίθουσες της πρωτεύουσας.
Εμείς τον συναντήσαμε και τον αφήσαμε να μας παρουσιάσει την δική του οπτική των πραγμάτων και να μας ξεναγήσει στον βίαιο πλανήτη της ταινίας του.
Καταδικάζεις τη βία απ’ όπου και αν προέρχεται;
Απλή είναι η απάντηση. Ναι. Δεν υπάρχει βια που να προέρχεται από κάπου και να είναι δικαιολογημένη. Μπορώ να την καταλάβω την βία αλλά όχι να την δικαιολογήσω, είναι δύο διαφορετικά πράγματα. Γενικώς δεν συμφωνώ με την ατάκα πως πρέπει να κάψουμε την πόλη για να ξαναφυτρώσει. Υπάρχουν πολλοί άλλοι τρόποι μέχρι να φτάσεις εκεί.
Στη δική σου ταινία πιστεύεις το ξέσπασμα των κεντρικών χαρακτήρων της είναι δικαιολογημένο ή υπήρχε και άλλος τρόπος γι΄αυτούς;
Μπορώ σίγουρα να καταλάβω την αντίδρασή τους. Και φυσικά υπάρχει και κάτι άλλο με την έννοια ότι και η δομή της ταινίας είναι φτιαγμένη έτσι και η επιθυμία μου είναι, όταν τελειώσει η ταινία, να γυρίσεις και να ξαναδιαβάσεις πάλι τις αρχικές σκηνές στο μυαλό σου γιατί το κλειδί γι'αυτό το πράγμα είναι ακριβώς αυτές οι μεγάλες σκηνές της καθημερινότητας που εκεί συμβαίνουν όλα. Εκεί καταρχήν σου δίνεται η ευκαιρία να δράσεις ή να αντιδράσεις γι’ αυτά που συμβαίνουν.
Παρακολουθώντας την ταινία είδα κάποια κομμάτια της καθημερινότητας των ηρώων να έχουν κοινά στοιχεία με δικά μου βιώματα. Πιστεύεις ότι η στάση σου απέναντί τους ήταν κριτική ή αισθάνεσαι και εσύ μέρος του κόσμου τους;
Καθόλου κριτικός δεν είμαι απέναντί τους. Νομίζω το αντίθετο. Τους αφήνω και από πλευράς μηχανής και από το σενάριο ακόμα, να αναπνεύσει η κανονικότητά τους. Είναι πράγματα που και εγώ τα έχω ζήσει και οι φίλοι μου τα έχουν ζήσει. Απλά εγώ ήθελα να αναδείξω τις λεπτομέρειες που υπάρχουν μέσα σε αυτά τα πράγματα. Σκοπός μου ήταν να δω εκεί που δεν βλέπουμε συνήθως, εκεί που δεν στεκόμαστε να δούμε. Να πάρω το χρόνο μου και να παρατηρήσω τι συμβαίνει, να δω ποιες είναι πραγματικά οι σχέσεις και τι διαμορφώνουν στην ψυχολογία των ηρώων. Να το νιώσω και να το καταλάβω από πλευράς ρυθμού και από πλευράς κάδρου.
Ένα από τα στοιχεία που μου έκαναν εντύπωση είναι οι πολύ μικρές λεπτομέρειες που κατά την διάρκεια της ταινίας κλείνουν το μάτι στον θεατή και του δίνουν το ερέθισμα να συνδέσει τα κομμάτια στο τέλος. Είναι αυτό κάτι που σου αρέσει να κάνεις;
Ναι, είναι και αυτό μέρος της γενικότερης λογικής μου. Τα πράγματα είναι όλα εκεί αρκεί να τα προσέξεις. Οπότε μέσα σε αυτό το πλαίσιο θέλω να τοποθετώ και εγώ εκεί τα πράγματα για όσους τα προσέχουν αλλά και για να επιβεβαιώνονται αργότερα.
Είχες κάποια ταινία σαν αίσθηση στο μυαλό σου όταν έγραφες ή γύριζες το «Luton»;
Δεν είχα καμία ταινία στο μυαλό μου. Κατά τη διάρκεια των γυρισμάτων δεν μπορώ να δω ταινίες. Βλέπω κάτι άσχετα πράγματα, δηλαδή μπορεί να βλέπω την πιο χάλια σειρά που υπάρχει. Μουσική έχω στο μυαλό μου πάντα.
Τι μουσική έχεις στο μυαλό σου;
Έχω συγκεκριμένους ήχους και συγκεκριμένα κομμάτια μέσα στο μυαλό μου που τα νιώθω σαν να νιώθω την ταινία. Τα νιώθω το ίδιο.
Ποιο ήταν λοιπόν το σάουντρακ της δημιουργίας του «Luton»;
Όταν έγραφα το «Luton», και επίσης στα γυρίσματα, άκουγα πάρα πολύ Radiohead, τους δίσκους «Amnesiac» και «Kid Α» και ειδικά ένα συγκεκριμένο κομμάτι. Άκουγα πολύ Moderat, Burial, τέτοια πράγματα.
Πώς ένιωσες όταν είδες για πρώτη φορά την ταινία σου σε μια γεμάτη αίθουσα μαζί με άλλο κόσμο;
Ένιωσα ικανοποίηση και χαρά εννοείται αλλά ήμουν πάρα πολύ ψύχραιμος. Είχα ένα ουδέτερο συναίσθημα. Νομίζω ότι, επειδή ακριβώς νιώθεις πολύ έντονα συναισθήματα, κάπως εξουδετερώνονται τα θετικά και τα αρνητικά και καταλήγεις σε ένα ουδέτερο πράγμα. Οπότε ένιωθα μια ησυχία, αυτό είναι περισσότερο.
φωτογραφίες: Κωστής Θεοδοσόπουλος






