H ιστορία ενός βάναυσου φόνου που αναστάτωσε το Λος Αντζελες του 1947. Ενός αγοριού που έχασε τη μητέρα του κάτω από παρόμοιες συνθήκες. Ενός συγγραφέα που χρησιμοποίησε τις δυο ανεξιχνίαστες υποθέσεις για να γνωρίσει μεγάλη προσωπική επιτυχία. Ενός βιβλίου που έγινε σημείο αναφοράς στη μοντέρνα αστυνομική λογοτεχνία. Και μιας ταινίας με την οποία ο Μπράιαν Ντε Πάλμα επιστρέφει κυριολεκτικά και μεταφορικά στον τόπο του εγκλήματος. Αυτή είναι η ιστορία της Μαύρης Ντάλιας…
Συνέντευξη στον Λουκά Κατσίκα
murder, my sweet
Το πρωινό της 15ης Ιανουαρίου 1947, μια νοικοκυρά βρήκε κοντά σε ένα περιφερειακό δρόμο του Λος Αντζελες το πτώμα μιας γυναίκας, άγρια κακοποιημένο και τεμαχισμένο στα δυο. Η νεκρή ήταν η Ελίζαμπεθ Σορτ, μια 22χρονη στάρλετ που μετακόμισε πριν μια δεκαετία στην πόλη, γυρεύοντας μια θέση στη σόουμπιζ βιομηχανία. Η συνήθειά της να ντύνεται στα μαύρα και να έχει μονίμως ένα όμορφο λουλούδι περασμένο στα μαλλιά της έδωσε στην κοπέλα ένα παρατσούκλι που την ακολούθησε και στον πρόωρο θάνατό της: Μαύρη Ντάλια. Ηταν ζήτημα χρόνου να ξεκινήσει μια ξέφρενη παραφιλολογία που έδωσε στην υπόθεση διαστάσεις μύθου και απασχόλησε την κοινή γνώμη για καιρό. Η αληθινή ταυτότητα του δολοφόνου ωστόσο παραμένει άγνωστη μέχρι σήμερα.
Η υπόθεση είχε περάσει στη λήθη όταν ο Τζέιμς Ελροϊ αποφάσισε, δεκαετίες μετά, να αναζητήσει τα πρακτικά για ένα βιβλίο που έγραφε. Είχε και έναν σημαντικότερο λόγο, εντούτοις, για να ασχοληθεί με την υπόθεση. Με το μυθιστόρημα θα επιχειρούσε να εξορκίσει προσωπικούς του δαίμονες. Αυτούς που τον καταδίωκαν από εκείνη την ημέρα του 1958, όταν βρέθηκε το στραγγαλισμένο πτώμα της μητέρας του. Με τον φονιά να παραμένει άφαντος…
my dark places
Αρκετό καιρό πριν την συγγραφή της «Μαύρης Ντάλιας», ο Ελροϊ είχε ήδη εγκαινιάσει μια υποσχόμενη καριέρα στην αστυνομική λογοτεχνία. Τα βιβλία του χρησιμοποιούσαν ως μόνιμο χώρο δράσης τους το Λος Αντζελες του 50, στη σκοτεινή πλευρά του οποίου πέρασε την εφιαλτική εφηβεία του ο Ελροϊ. Εντεκα ετών, δέχτηκε ως δώρο από τον πατέρα του μια ανθολογία αστυνομικών ιστοριών. Μια από αυτές ανέλυε τον φόνο της Ελίζαμπεθ Σορτ σε δέκα σελίδες που αποτυπώθηκαν για πάντα στη φαντασία του μικρού αγοριού. Μερικούς μήνες πριν, ο φόνος της μητέρας του και η αδυναμία του παιδιού να θρηνήσει ανοιχτά τον χαμό της το είχαν οδηγήσει σε μια παθολογική ενασχόληση με το έγκλημα και τις υποθέσεις γυναικών που έχουν βρεθεί δολοφονημένες. Η εμμονή τον έσπρωξε να μάθει τα πάντα για τη σκοτεινή υπόθεση της Ντάλιας, όσο και για την εξίσου αινιγματική περίπτωση της δολοφονημένης μάνας του. Το αποτέλεσμα της εξονυχιστικής έρευνας που διεξήγαγε χώρεσε χρόνια μετά στο πιο δημοφιλές του ανάγνωσμα, μια καθαρά μυθοπλαστική προσέγγιση στον ανεξιχνίαστο φόνο.
«Εγραψα τη «Ντάλια» το 1985 και την αφιέρωσα στην μητέρα μου» θυμάται ο Ελροϊ. «Ηταν σαφές ότι η περίπτωση της Ελίζαμπεθ Σορτ ανακαλούσε τα δικά της συμβάντα. Εκλαψα γοερά μόλις ολοκλήρωσα το βιβλίο. Αμέσως μετά αποφάσισα εντελώς ψυχρά να εκμεταλλευτώ τη δημοσιότητα που θα μου παρείχε ένα γεγονός όπως ήταν ο βίαιος χαμός της μάνας μου και το χρησιμοποίησα για να πουλήσω επιπλέον αντίτυπα». Εξομολογήσεις όπως αυτή απαιτούν σιδερένιο εγώ από τον άνθρωπο που αποπειράται να τις κάνει. Κι ο Ελροϊ έχει ομολογουμένως έναν ατσαλένιο εγωισμό. «Γιατί να το αρνηθώ;» μου απαντά. «Συνειδητοποίησα ότι είχα μια εξαιρετικά προσφιλή και απλά διατυπωμένη ιστορία για τις στήλες των δημοσιογράφων: Αγόρι χάνει τη μητέρα του σε φόνο που δεν έχει διαλευκανθεί. Αγόρι προσπαθεί να εξορκίσει στη λογοτεχνία την ανεκδήλωτη οργή για τον χαμό της μάνας του. Αγόρι ενηλικιώνεται, γίνεται μπεστ σέλερ συγγραφέας, γράφει βιβλίο το οποίο αφιερώνει στην αποθνήσκουσα μητέρα. Τέλος της ιστορίας. Αυτά συνέβησαν πριν είκοσι χρόνια. Εχω φτάσει πλέον στο σημείο να σιχαίνομαι την παραμικρή αναφορά στη μάνα μου, στον θάνατό της, στον τρόπο που με ενέπνευσε να γράψω και σε όλα τα συναφή. Αποφάσισα, λοιπόν, μετά την προώθηση της ταινίας του κυρίου Ντε Πάλμα να κλείσω μια και καλή το κεφάλαιο «Ντάλια» από τη ζωή μου. Στο εξής δεν θέλω να τολμήσει κανείς να με ρωτήσει το παραμικρό. Προς το παρόν, όμως, μπορείς να θεωρήσεις τον εαυτό σου προνομιούχο».
Ο Ελροϊ έχει την ικανότητα να αποτελέσει παράδεισο και κόλαση μαζί για έναν δημοσιογράφο. Οι απαντήσεις του είναι στακάτες και κοφτερές, όπως ακριβώς η μυθιστορηματική πρόζα του. Ο ρόλος που αναλαμβάνει ωστόσο σε μια συνέντευξη είναι αμυντικός. Θα επιδιώξει τον πλήρη έλεγχο της κουβέντας. Θα σου δώσει ελάχιστα περιθώρια να τον κερδίσεις. Θα σου πει αυτά ακριβώς που θέλει και τίποτα παραπάνω. Θα σε υποδεχτεί με ένα ψυχρό, κλινικό ύφος. Εκμεταλλευόμενος συνειδητά μια τέτοια ιστορία, έπρεπε -του λέω- να γνωρίζει ότι πήγαινε γυρεύοντας να συναντήσει τόσο επίμονο ενδιαφέρον. Είχε όμως αναλογιστεί ποτέ το ηθικό βάρος που κουβαλούσε η καθαρά ωφελιμιστική πράξη του; Ο Ελροϊ με κοιτάζει διερευνητικά και μαζί παγερά. «Η μάνα μου δολοφονήθηκε στις 22 Ιουνίου του 1958. Πολλά χρόνια αργότερα γύρεψα να δω τις φωτογραφίες από τον φόνο. Υπήρχε μια φρικτή φωτογραφία της από τη νεκροψία που την αποθανάτιζε ξαπλωμένη στο κρεβάτι του νεκροτομείου, γυμνή από τη μέση και πάνω. Αυτές είναι οι μοναδικές εικόνες που έχω για να την θυμάμαι, ειδάλλως δεν θα μου είχε απομείνει καμιά ανάμνησή της. Δεν μπορώ όμως να γυρίσω και να σβήσω το παρελθόν, όπως δεν ξέρω πού θα βρισκόμουν ή τι ακριβώς θα έκανα αν η μάνα μου ζούσε. Αυτό που ξέρω είναι ότι ο θάνατός της μου πρόσφερε μια σειρά από δώρα, μεγαλύτερο από τα οποία στάθηκε το δώρο της περιέργειας και της εμμονής. Αυτό με έκανε συγγραφέα. Οφείλω να συλλογιστώ την ηθική ευθύνη που φέρω; Ασφαλώς. Νομίζω όμως πως οτιδήποτε έκανα στη μητέρα μου της το έχω ξεπληρώσει. Και έχω διανύσει μεγάλες αποστάσεις αλλαγών στην ζωή μου, ώστε να μπορώ να πω πλέον με σιγουριά ότι έχω βελτιωθεί ως άνθρωπος».
the big nowhere
Από τη στιγμή που αποφάσισε να γράψει, ο Ελροϊ αποτραβήχτηκε οικειοθελώς σε ένα κλειστό σύμπαν του μυαλού, κατοικούμενο από διεφθαρμένους αστυνομικούς, σκληροτράχηλους παρανόμους και σαδιστικούς εγκληματίες. «Είναι ένας κόσμος στον οποίο μου αρέσει πολύ να ζω. Δεν σχετίζομαι με άτομα του υποκόσμου. Απλώς μου αρέσει να γράφω γι αυτά. Ολα μου σχεδόν τα μυθιστορήματα μιλούν για κακούς ανθρώπους που μπλέκουν σε ακόμη πιο κακά πράγματα υπηρετώντας κάποια μορφή εξουσίας. Αυτό είναι, όμως, για μένα και το νόημα της αστυνομικής λογοτεχνίας: Η ιστορία όλων των παλιανθρώπων της Αμερικής του 20ού αιώνα».
Με το «Αmerican Τabloid» που έγραψε μερικά χρόνια πριν, ο Ελροϊ εκδήλωσε την επιθυμία του να αποχωριστεί μερικά από τα πιο αναγνωρίσιμα χαρακτηριστικά του. «Με το βιβλίο αυτό» εξομολογείται «πήρα δυο αποφάσεις: Να εγκαταλείψω το Λος Αντζελες, μεταφέροντας τους ήρωές μου αλλού. Και να αφήσω πίσω μου το έγκλημα για να εξερευνήσω την έννοια της πολιτικής ως έγκλημα. Δεν θα ήθελα επίσης να ακούσω ποτέ ξανά τον χαρακτηρισμό νουάρ να συνδέεται με δουλειά μου». Διακρίνει την έκπληξή μου και εξηγεί: «Το νουάρ ως λογοτεχνικό και κινηματογραφικό είδος έχει πεθάνει. Εμφανίστηκε στο σινεμά αμέσως μετά τον πόλεμο και καρποφόρησε για μια περίοδο μεταξύ του 1945 και των τελών του 50. Αυτό ήταν όλο. Από εκεί και πέρα έχουμε ένα αναμάσημα των ίδιων βαρετών πραγμάτων. Η μοιραία γυναίκα, ο μοναχικός ντετέκτιβ και ένα σωρό μαλακίες. Το ίδιο ισχύει και στη λογοτεχνία. Γι αυτό προσπάθησα συνειδητά να απομακρυνθώ από αυτά τα στερεότυπα. Το δικό μου νουάρ δεν είναι μια χούφτα μαλάκες που καπνίζουν και ξεστομίζουν σκληρές κουβέντες.
Αυτό που σου προσφέρω εγώ είναι κοινωνικό σχόλιο επάνω στην υπαρκτή μας Ιστορία. Γι αυτό σιχαινόμουν πάντα τους ήρωες του Ρέιμοντ Τσάντλερ. Που είναι ηθικοί και ευαίσθητοι, υπηρετούν τη δικαιοσύνη, ονειρεύονται να βολευτούν με μια γυναικούλα σε ένα άνετο σπίτι, κατά τα άλλα, όμως, θα σου αλλάξουν τα φώτα στο ξύλο και πολύ θα το ευχαριστηθούν».
Στο σινεμά αποφεύγει πλέον να πηγαίνει, γιατί «δεν υπάρχει τίποτα που να αξίζει να δεις». Πώς νιώθει, παρ όλα αυτά, που ολοένα και περισσότερα βιβλία του μεταφέρονται στην οθόνη; «Χάρμα. Κάθε διασκευή βοηθά τα ίδια τα βιβλία να πουλήσουν σαν τρελά και εμένα να κερδίζω εξωφρενικά χρηματικά ποσά. Αν η ταινία προκύψει και ενδιαφέρουσα, όπως ας πούμε συνέβη με το Λος Αντζελες: Εμπιστευτικό, τότε τα πράγματα είναι ακόμη καλύτερα. Αν όχι, εξαφανίζομαι από προσώπου γης και δεν μπορεί κανείς να με ενοχλήσει γι αυτήν». Για την κινηματογραφική Μαύρη Ντάλια, τι έχει να πει; «Για μένα, ο κύριος Ντε Πάλμα δεν είναι μόνο ένας πολύ καλός σκηνοθέτης αλλά κι ένας άνθρωπος που, όπως κι εγώ, αντλεί δημιουργικά από τις ψυχώσεις του. Πιστεύω ότι ήταν η ορθότερη επιλογή για να διασκευάσει το βιβλίο μου. Από εκεί και πέρα, υπάρχουν πράγματα στην ταινία που εγώ προσωπικά θα προσέγγιζα διαφορετικά, όπως υπάρχουν και πράγματα που βρήκα αξιοθαύμαστα». Από εδώ και στο εξής, το κεφάλαιο «Μαύρη Ντάλια» θεωρείται οριστικά λήξαν για τον πνευματικό του δημιουργό; «Δεν υπάρχουν επίλογοι σε αυτή τη ζωή» μου απαντά. «Κανείς δεν βρήκε τον δολοφόνο της Ελίζαμπεθ Σορτ. Κανείς δεν βρήκε ποιος ξέκανε την μητέρα μου. Είναι απίθανο αν θα βρεθεί ποτέ. Αλλά εγώ δεν πιστεύω σε επιλόγους. Οι επίλογοι είναι για κλαψιάρηδες και για ηλιθίους»…
Μαύρη Ντάλια: θεωρίες συνωμοσίας
Ελίζαμπεθ Σορτ: 29/7/1924 – 15/1/1947.
«Αγιοποιημένη, καταραμένη και καταδικασμένη να πυροδοτεί φρικιαστικές φαντασιώσεις.(…) Η πεμπτουσία του Λος Αντζελες».
Ο Τζέιμς Ελρόι συνοψίζει απλά τον μύθο που στοιχειώνει την αληθινή τραγική ιστορία της άτυχης νεαρής στον πρόλογό του για το βιβλίο «Ο Εκδικητής Της Μαύρης Ντάλιας» του Στιβ Χόντελ (εκδ. Πατάκη). Κι ενώ ο ίδιος ο Ελρόι ανήγαγε τη Σορτ σε «χολιγουντιανή» μυθιστορηματική ηρωίδα στη «Μαύρη Ντάλια» του, δεκάδες άλλοι συγγραφείς χρησιμοποιούν την ανεξιχνίαστη υπόθεση για ν αποκτήσουν δόξα, εκτίμηση και χρήματα, καταγράφοντας τις «αδιάσειστες» θεωρίες τους. Ετσι, η μέθοδος του φόνου καθώς και μια σειρά ανάλογων ανεξιχνίαστων εγκλημάτων αποκαλύπτουν έναν κατά συρροήν δολοφόνο-φάντασμα, που έδρασε επί πολλά χρόνια ανενόχλητος στους δρόμους του «χρυσού» Χόλιγουντ. Κι ενώ η θεωρία συγκάλυψης του Χόντελ μοιάζει να πείθει τόσο τον Ελρόι όσο και την πλειοψηφία των «ειδικών» της υπόθεσης, ο Ντόναλντ Γουλφ στο βιβλίο του «Τhe Black Dahlia Files» «καταδικάζει» τον αρχιμαφιόζο Μπάγκσι Σίγκελ για τον αποτρόπαιο φόνο. Από την άλλη, ο Τζον Γκίλμορ στο «Severed» «αποδεικνύει» πως ο τότε βασικός ύποπτος Τζακ Γουίλσον ήταν όντως ο «Εκδικητής», ενώ μια μάλλον διαταραγμένη κυρία ονόματι Τζάνις Νόουλτον προσπαθεί να αποδείξει πως ο πατέρας της, ο οποίος την κακοποιούσε σεξουαλικά από παιδί, ήταν ο δολοφόνος της Μαύρης Ντάλιας στο βιβλίο με τον «εμπνευσμένο» τίτλο «Daddy Was The Black Dahlia Κiller». Πότε άραγε θα γραφτεί στην ταφόπλακα της Ελίζαμπεθ Σορτ το τελικό «R.Ι.Ρ.» («Αναπαύσου εν ειρήνη»);… Κατερίνα Ανδρεάκου





