Η εκλογική νίκη του Λαϊκού Μετώπου στη Γαλλία του 1936 έδωσε νέα πνοή στην εργατική τάξη, προκαλώντας μικρές αλυσιδωτές επαναστάσεις σε κάθε φτωχογειτονιά του Παρισιού. Μετά τη θριαμβευτική αποκαθήλωση των «Παιδιών της Χορωδίας» από τις γαλλικές οθόνες (με περισσότερα από 8,6 εκατομμύρια εισιτήρια), ο Κριστόφ Μπαρατιέ επένδυσε τη μελωδική επιτυχία του σε ένα πολύ μεγαλύτερο μουσικό εγχείρημα, το «Faubourg 36». Η επίσημη πρεμιέρα του στις 26 Σεπτεμβρίου στα πλαίσια του 14ου Διεθνούς Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Αθήνας conn – χ σηματοδοτεί μια μέρα αφιερωμένη στη γαλλοφωνία, σε συνεργασία με το κανάλι TV5.
Το «Faubourg 36» (στα ελληνικά η ταινία θα κυκλοφορήσει με τον τίτλο «Ρaris 36») είναι η ιστορία ενός λαϊκού μουσικού θεάτρου που πέφτει θύμα επιτήδειου επιχειρηματία και αναγκάζεται να κατεβάσει τα στόρια. Η γειτονιά υποφέρει σιωπηλά λόγω πεζής καθημερινότητάς -ποιος θα μελοποιεί τώρα τα βάσανά τους;- μέχρι που τα μαστόρια του «λαϊκού τραγουδιού» (ο Ζεράρ Ζινιό ως stage manager, ο Κλοβίς Κορνιγιάκ ως συνδικαλιστής τεχνικός και o Καντ Μεράντ σε ρόλο ημι-αποτυχημένου μίμου) δανείζονται κουράγιο από τη ριζοσπαστική κυβέρνηση Μπλουμ και αποφασίζουν να καταλάβουν το παλιό τους θέατρο, ανεβάζοντας μια νέα παράσταση. Η αισιοδοξία της εποχής αποδείχτηκε κολλητική, αφού ο Μπαρατιέ ανέβασε με τη σειρά του τον πήχη (το νέο του εγχείρημα κοστίζει 6 φορές περισσότερο από το προηγούμενο) και ξεχύθηκε στην Ευρώπη για να εντοπίσει την κατάλληλη τοποθεσία για αυτό που αποτελεί μακράν την πιο φιλόδοξη ως τώρα παραγωγή του.
«Ηταν από την αρχή θέμα κόστους, αφού η ταινία αποδείχτηκε τελικά πολύ ακριβή», παραδέχεται ο Γάλλος σκηνοθέτης σχετικά με το νέο του πόνημα, συνολικού κόστους 38,2 εκατομμυρίων δολαρίων. «Το Παρίσι του 30 δεν υπάρχει πια, έχει εξαφανιστεί τελείως. Επρεπε να το χτίσουμε από την αρχή», συμφωνεί ο ατρόμητος παραγωγός Νικόλα Μοβερνέ. Η μοναδική τοποθεσία που τους επέτρεπε εκτενείς κατασκευαστικές εργασίες σε υποφερτές τιμές ήταν η Τσεχία, παραδίδοντας παλιές αεροναυπηγικές εγκαταστάσεις στην αχαλίνωτη φαντασία του σχεδιαστή παραγωγής Ζαν Ραμπάς («Η Πόλη των Χαμένων Παιδιών»). Αφιερώνοντας το 25% του προϋπολογισμού στη νοσταλγία μιας άλλης εποχής, έχτισαν απ την αρχή ένα θέατρο 300 θέσεων μαζί με τα παρασκήνια του, καθώς και 20 στρέμματα γεμάτα art deco κτίρια ύψους 40 μέτρων!
«Κάναμε και δύο εβδομάδες γυρίσματα στο Παρίσι αλλά ήταν σωστός εφιάλτης!» θυμάται συνοφρυωμένος ο Ραμπάς. «Το Παρίσι του 1936 ήταν πολύ βρώμικο, ενώ τώρα έχει καταντήσει σκέτο μουσείο!». Βουτηγμένος στην απολαυστική παρακμή της εποχής, ο Μπαρατιέ αφηγείται την ιστορία ενός καταφρονεμένου stage manager που χάνει τα πάντα έκτος από το καλλιτεχνικό του μπρίο: το θέατρο, η γυναίκα και η κηδεμονία του μονάκριβου γιου του τον εγκαταλείπουν ένα-ένα, οι πολιτικές ανακατατάξεις της εποχής όμως -μουσκεμένες με λίγο αλκοόλ- του δίνουν το κουράγιο να πάρει τη μοίρα στα χέρια του!
Η σχετικά οικονομική κατασκευή του σετ επέτρεψε στον Μπαρατιέ να προσλάβει τον μόνιμο εικονολήπτη του Κλιντ Ιστγουντ, Τομ Στερν, ευεργετώντας άθελά του ένα σενάριο που έχανε σε κίνηση. Διότι, σε αντίθεση με πρόσφατες απόπειρες εκμοντερνισμού περασμένων μεγαλείων, ο Μπαρατιέ δεν είχε σκοπό να εκσυγχρονίσει το γαλλικό θέατρο αλλά να το αναστήσει – έστω και προσωρινά. Που σημαίνει ότι το φιλί της ζωής δεν θα μπορούσε σε καμία περίπτωση να προέλθει από νεόκοπες φαντασμαγορικές χορογραφίες, αλλά από την ίδια τη μουσική. Χάρη στη δεξιοτεχνία του Τομ Στερν όμως, η μαγευτικά ρευστή κίνηση της κάμερας που σαρώνει συνεχώς τη σκηνή και τρυπώνει απαρατήρητη στα παρασκήνια, αναπλήρωσε την απουσία χορευτικών με το παραπάνω.
Η ταινία θα προβληθεί στις 26 Σεπτεμβρίου, τη μέρα γαλλοφωνίας του Φεστιβάλ της Αθήνας. Το παγκοσμίου φήμης δορυφορικό κανάλι TV5 πήρε την πρωτοβουλία να οργανώσει αυτή τη μέρα μια σειρά εκδηλώσεων και συζητήσεων γύρω από το σύνολο των δράσεων προώθησης της γαλλικής γλώσσας και των αξιών που αυτή προβάλλει.






